Work Text:
"Επιτέλους!" αναστέναξε η Ντάλια καθώς έπεφτε στον καναπέ.
"Μαρή, λίγο σεβασμό, σε ξένο σπίτι ήρθες", ακούστηκε αυστηρή η, επίσης κουρασμένη, φωνή της Ζουμπουλίας.
"Γιατί, τι έκανα;" αναρωτήθηκε η άλλη γυναίκα.
"Τι τι έκανες, που έχεις χυθεί σα τη χλαπάτσα στον καναπέ".
"Ελάτε, αφήστε τα αυτά, σήμερα πετύχαμε μια μεγάλη νίκη", είπε ο Φώτης διακόπτοντας τη συζήτηση. Παράλληλα, όμως, σκούντηξε τη Ντάλια, για να καθίσει δίπλα της. Η Αγγέλα ήρθε από την κουζίνα κρατώντας πέντε ποτήρια κι ένα μπουκάλι κρασί. Το κουδούνι χτύπησε, και ο Σπύρος άνοιξε.
Σύντομα είχαν στρώσει ένα λυτό γεύμα της νίκης, αποτελούμενο από κόκκινο κρασί και πίτσα. Αφού όλοι είχαν σερβιριστεί, άνοιξαν την τηλεόραση. Το σαλόνι που εμφανίστηκε ήταν άδειο, αλλά μετά από περίπου δέκα λεπτά η πόρτα άνοιξε και στην τηλεόραση εμφανίστηκε η, οικεία πλέον, μορφή του τύπου με τα μαύρα- δε μπορούσαν να σταματήσουν να τον αποκαλούν έτσι, κι ας ήξεραν το όνομά του.
Δεν έγινε τίποτα εκείνο το βράδυ. Πέραν του ότι ήταν φανερά εκνευρισμένος από την παγίδα στην οποία είχε πέσει, δεν έγινε τίποτα αξιοσημείωτο, με αποτέλεσμα η πεντάδα να αποκοιμηθεί γρήγορα.
Η έκπληξη ήρθε το επόμενο βράδυ. Αν και ήταν εξουθενωμένοι από την ημέρα που είχαν περάσει έξω από το γραφείο του Παυρινού, αποφάσισαν να ξενυχτίσουν για ακόμα ένα βράδυ.
Στην αρχή, ο Ανδρέας δεν έκανε τίποτα περισσότερο από ό,τι θα έκανε ένας καθημερινός, βαρετός άνθρωπος. Κανένα τηλέφωνο δε χτύπησε, κανένας δεν ήρθε.
Μετά, άρχισε να μαγειρεύει. Όχι για έναν. Αυτό που τους παραξένεψε ήταν ότι φαινόταν ιδιαίτερα αγχωμένος. Διαρκώς κοίταζε ένα βιβλίο συνταγών και, προς έκπληξη όλων, ξεπέρασε σε βρισιές την Αγγέλα- η οποία όταν μαγείρευε είχε την τάση να εκφράζεται ελεύθερα.
"Γιατί κάνει έτσι;" αναρωτήθηκε η Ζουμπουλία.
"Ε, θα περιμένει παρέα", απάντησε η Ντάλια.
"Κάποια αθώα γυναίκα που την έχει ξεγελάσει, όπως ξεγέλασε και τη Ζάνα", είπε ο Φώτης μισοκλείνοντας τα μάτια.
"Χαλάρωσε, Μαγκάιβερ", τον αποπείρε ο Σπύρος.
Έστρεψαν ξανά το ενδιαφέρον τους στην οθόνη.
"Αχ, παιδιά, σα το κάπινγκ δεν είναι;" αναφώνησε η Ντάλια.
"Τώρα είναι αλλιώς", διαφώνησε η Αγγέλα.
"Γιατί;"
"Εδώ το κάνουμε για επιστημονικούς σκοπούς".
"Σσσσς! Κουδούνι!"
"Πάω να δω!"
"Όχι σε εμάς, το δικό τους κουδούνι!"
Σιωπή έπεσε στο δωμάτιο, καθώς η πεντάδα παρακολουθούσε τον, αγχωμένο αλλά φανερά ενθουσιασμένο Ανδρέα να πηγαίνει προς την πόρτα.
Το σκηνικό ήταν πράγματι ρομαντικό. Ένα τραπέζι στρωμένο προσεγμένα, με φαγητό που έδειχνε να του έχει πετύχει, κι ένα μπουκάλι καλό κρασί, να περιμένουν την εκλεκτή. Οι πέντε κρατούσαν την ανάσα τους, καθώς η πόρτα έπρεπε να κλείσει για να δουν το άλλο πρόσωπο.
Και όταν το είδαν, δεν κατάφεραν να κρύψουν το σοκ τους. Η εκλεκτή, ήταν εκλεκτός!
Και όχι ο οποιοσδήποτε εκλεκτός, αλλά ο ψηλός!
Η Ζουμπουλία άφησε ένα "Ιιιιιιιιιι" να της ξεφύγει, αλλά δεν ξεκόλλησε τα μάτια της από την οθόνη.
"Είσαι πολύ όμορφος απόψε"
"Κι εσύ το ίδιο. Σου πάει η ηρεμία", αστειεύεται ο ψηλός- ο Νίκος- και ο Ανδρέας χαμογελάει.
"Απόψε είμαστε οι δυο μας".
"Ναι πώς", μουρμουρίζει ο Σπύρος και Ντάλια χασκογελάει.
"Σκασμός, να δούμε τι γίνεται", θυμώνει η Αγγέλα.
"Είσαι σοβαρή, θα ασχοληθούμε με τα ερωτικά των δολοφόνων μας;"
"Αχ, ναι, δεν ξέρω πώς να συνεχίσω τα Δάκρυα της Κονσουέλα. Μια τέτοια τροπή θα έχει ενδιαφέρον!"
"Ντάλια είσαι σοβαρή, οι άνθρωποι πρέπει να έχουν την ιδιωτικότητά τους, εγώ λέω για απόψε να την κλείσουμε την κάμερα", είπε ο Σπύρος, ο οποίος ήταν φανερά αμήχανος από την όλη σκηνή.
"Τι λες; Κι άμα συζητήσουν για κάτι που μας αφορά;" διαμαρτυρήθηκε ο Φώτης.
"Κι άμα κάνουν έρωτα;"
"Τόσο το καλύτερο!"
"ΝΤΑΛΙΑ".
"Καλά ντε, μια γνώμη είπα".
"Λοιπόν, όσο δεν έχει γυμνό βλέπουμε", αποφάσισε δημοκρατικά η Αγγέλα. Κανείς δεν τόλμησε να διαμαρτυρηθεί. Στράφηκαν ξανά στην οθόνη, και άρχισαν να παρακολουθούν τη συζήτηση των δύο ανδρών, η οποία είχε προχωρήσει.
"Το σκεφτόμουν τις προάλλες", είπε ο Ανδρέας.
"Τι;"
"Μόλις τελειώσει αυτή η ιστορία-"
"Καλά που θα ήμασταν οι δυο μας απόψε!"
"Εμάς αφορά ρε, πάψε, λοιπόν, μόλις τελειώσει αυτή η ιστορία, θέλω να έρθεις να μείνεις μαζί μου. Ίσως, ίσως και να παντρευτούμε".
"Δεν προβλέπεται".
"Όχι, αλλά αυτό δεν είχε και καμία σημασία για εμάς", ο μελαχρινός άνδρας κάνει παύση και παίρνει το χέρι του Νίκου στο δικό του, "κι εκτός αυτού, δεν προβλέπεται εδώ. Μπορούμε να πάμε στην Ολλανδία".
"Στην Ολλανδία".
"Ναι".
Ένα χαμόγελο σχηματίζεται στα χείλη του Νίκου.
Ύστερα οι δύο άνδρες αποφασίζουν ότι ήρθε η ώρα να σηκωθούν από το τραπέζι. Έτσι, μαζεύουν πρόχειρα τα πιάτα, βάζουν ένα ακόμα ποτήρι κρασί και κάθονται στον καναπέ. Αγκαλιά.
Σε αυτό το σημείο, οι πέντε αναγκάζονται να διακόψουν να κάνουν τη Ζουμπουλία να σωπάσει. Ύστερα συνεχίζουν να παρακολουθούν.
"Περίμενε να δεις το δώρο σου!" πετάγεται όρθιος ο Νίκος και χαρούμενος σηκώνεται και, με γρήγορα βήματα, πηγαίνει προς το παλτό του. Ψάχνει για λίγο στις τσέπες και τελικά βγάζει ένα μικρό κουτάκι. Επιστρέφει χαρούμενος στον Ανδρέα, ο οποίος χαμογελάει σαν παιδί.
"Δεν έπρεπε. Τόσα χρόνια είμαστε μαζί, τα έχουμε ξεπεράσει αυτά".
"Έλα τώρα, άνοιξέ το. Μου θύμισε εσένα".
Ο Ανδρέας ανοίγει το δώρο και είναι ένα μικρό μουσικό κουτί που παίζει ένα μέρος μιας συμφωνίας του Σοπέν. Ο Ανδρέας παίρνει στα χέρια του το πρόσωπό του Νίκου και τον φιλάει.
"Σ' ευχαριστώ". Το χαμόγελό του τώρα μεγαλώνει. "Έχω κι εγώ κάτι για εσένα".
"Τα έχουμε ξεπεράσει αυτά!" κοροιδεύει ο Νίκος.
"Έλα, σκάσε", γελάει ο Ανδρέας, και φεύγει για την κρεβατοκάμαρά του. Η πεντάδα τον βλέπει να παίρνει μια σακούλα, και να επιστρέφει στο σαλόνι.
Ο Νίκος την ανοίγει και βγάζει από μέσα ένα παλιό βιβλίο.
"Ο Μικρός Πρίγκιπας".
"Η παλιά έκδοση, που μου είχες πει ότι έχασες. Τη βρήκα σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο".
Άλλο ένα φιλί.
"Χαρούμενή μας επέτειο".
"Σ' αγαπάω".
"Κι εγώ σ' αγαπάω".
"Έλα, Αλέξη, πάρε τηλέφωνο το κανάλι και ενημέρωσε ότι θα ξεκινήσει καινούργια εκπομπή."
"ΝΤΑΛΙΑ!"
