Actions

Work Header

Στις Βίλλες του Posillipo

Summary:

( διανθισμένο με στίχους από το Άσμα Ασμάτων και εμπνευσμένο από το ποίημα του Καρυωτάκη "όταν κατέβουμε την σκάλα". bilingual γιατί έτσι θέλω. love u babes xoxo)

Work Text:

Σαν μηλιόδεντρο δροσερό μέσα σε άκαρπο, ξεραμένο δάσος,
έτσι και η αδελφή ψυχή μου ανάμεσα στους ανθρώπους:
λιγώθηκα απ'την δροσερή σκιά,
γλυκό, ολόγλυκο το φρούτο της πάνω στην γλώσσα.

    Στις ροδόλευκες αυλές των εφτά ουρανών, μπορούμε να φανταστούμε τις μέρες να κυλούν σαν παιχνιδίσματα του φωτός, for lack of better wording. Η ανθρώπινη νόηση μπορεί να αρκεστεί σε αυτό: τρίφτεροι άγγελοι, φεγγοβόλα χερουβίμ και στροβιλιστά σεραφείμ, ντυμένα σε πολύπτυχους χιτώνες και τυλιγμένα σε πολυόμματους δακτύλιους περνούν την ημέρα τους απασχολούμενα με τα τερτίπια του ουράνιου, έμπυρου φωτός.
    Πρώτον, ένα δάκρυ πρωινής δροσιάς θα πέσει απ'το μάτι Του πάνω σε κάποιο συννεφένιο κύμα. Η λάμψη αυτή θα γονιμοποιήσει τις νεφέλινες ίνες, το σύγνεφο σαν λούνα από μπαμπάκι θα ανάψει- θα ροδίσει με τριαντάφυλλα ώσπου να δείχνει σαν καρδιά λαβωμένη από έρωτα. Θα απλωθεί στα γαλάζια λειβάδια που παίζουν κρίκετ οι οπαδοί Του, ηλεκτρίζοντας την φρεσκοκομμένη χλόη. Διάσπαρτα πάνω στο συγνεφένιο τοπίο, μπαλώματα από σατέν και μετάξια θα στιλβωθούν απ'τις μελένιες χροιές της ανατολής του ήλιου, και ένας άγγελος που κάθεται πάνω τους τσιμπώντας μπουκιές από αμβροσία θα μορφάσει και θα φέρει το χέρι του να καλύψει τα γαλάζια μάτια. Οι συμποσιαστές του άγγελοι δεν θα ενοχληθούν. Ψάχνοντας με μισόκλειστα μάτια τον ορίζοντα, ίσως εντοπίσει ότι η αχτίδα που του κέντρισε τα μάτια καθρεφτίστηκε από μία μικροσκοπική τριχίτσα ενός ιριδίζοντος άσπρου φτερού. Πύρινα μπουκλωτά δαχτυλίδια που ρέουν ανάλαφρα στους ώμους, και ύστερα ένα βλέμμα από μακρυά που συναντούσε το δικό του-

    Κοιτάζοντας τις σχισμένες κίτρινες ίριδες του εχθρού του χρόνια αργότερα, έβρισκε ότι δεν θυμόταν τι χρώμα είχαν πριν. Τον είχε ξαναδεί ποτέ; Μασούσε την μνήμη του στο μυαλό του, κλωθογύριζαν μέσα του όλες οι στιγμές που περνούσε ξαπλωμένος σε κάποιο σύννεφο, έβρισκε ότι συγχέονταν και έλιωναν η μια μέσα στην άλλη. Πολύ λογικό, αφού η έννοια του χρόνου δεν χρειαζόταν πριν τον Εωσφόρο, και αναγκαία έγινε μόνο μετά την Πτώση. Ίσως και καλύτερα. Συνειδητοποίησε ότι προτιμούσε τα πράγματα κάλλιο έτσι παρά αλλιώς. Όμως οι σχιστές ίριδες περιέπλεκαν την υπόθεση.

Φέρτε με στο σπίτι που ρέει καταρρακτένιο το κρασί,
τάξτε με στην πιο αγνή αγάπη.

    Και βέβαια είχε διαβάσει την σελίδα της ύπαρξης που λεγόταν Έρωτας, και βέβαια είχε προσπαθήσει με πλήρη γνώση του να γευτεί κάθε καρπό που κρέμονταν απ'τα πολλά και θαλλερά κλαδιά της Κτήσης. “Ο πειρασμός υπάγεται μάλλον στις δικές μου αρμοδιότητες”. Βεβαίως, αλλά στα μάτια του Aziraphale θα'ταν αμαρτία να μην ενδώσει. Απόσο ήξερε βέβαια ο Crowley, η αγγελική παράδοση στις σαρκικές χαρές περιοριζόταν στο καλό φαγητό- Από πολύ νωρίς στην ιστορία της ιδιότυπης φιλίας τους ο Aziraphale κουράστηκε να το αρνείται: απ'όλα είχε δοκιμάσει, όμως είχε και τις αδυναμίες του: ρυζόγαλα χιονισμένα με μπόλικη κανέλλα, μελόπιτες, λουκουμάκια από λεμόνι, χαλβά, πουτίγκες, σερμπέτι από εκατοστάφυλλο ρόδο, γλυκιά κολοκύθα, κελχιμπάρινο κανταΐφι (σαν εφευρέθηκε, ο Crowley τον θυμάται να ανακοινώνει πώς ακόμα και αν δεν επίστευε στο Θείο Τέλος, το κανταΐφι από μόνο του θα έδινε νόημα στην χιλιετή ύπαρξή του.
    -it is some small kind of reward, I guess.
    -small? Δεν ξέρω πώς επιβίωσα μέχρι τούτη την στιγμή.
    -πρόσεχε, άγγελε. Someone who might know you half as good as I do might have interpreted that as rather... blasphemous.
    Ο Aziraphale τούπε αφηρημένα να σωπάσει, και ένευσε στο πιάτο του. "Care for a bite?")
    Πέρα όμως από τις ανώδυνες, εδώδιμες ηδονές του, υπήρχαν οι επιθυμίες που κάποιοι κακεντρεχείς πολύ πιθανόν να βιάζονταν να αποδώσουν στο Άλλο Στρατόπεδο. Το υγρό γλίστρημα δέρματος πάνω σε δέρμα, η γλυκιά τριβή, τα πύρινα αγγίγματα και τα κόκκινα, φλογερά φιλιά πάνω σε τσουρουφλιασμένα χείλη.
    He blamed everything to natural curiosity, so generously endowed από τον Δημιουργό, μοιρασμένη evenly across all his creations, και στην ανάγκη του ως αγγέλου Του να'ναι πλήρως εξοικειωμένος με τα Θεία Έργα.
    Τα μάτια του όχι σπάνια φιδογύριζαν στους κόκκινους στρόβιλους των μαλλιών του με παρόμοια πρόθεση. Πώς θα'ταν στην αφή, και πώς θα γυάλιζαν οι σκούρες ρίζες τους στολισμένες με χάντρες ιδρώτα; Είχαν υπάρξει για τον ομόλογό του παρόμοιες ιστορίες; Μοιράζονταν το ίδιο παρελθόν ανακάλυψης των ανθρωπίνων και παράδοσης των όπλων σ'αυτά; Ίσως στον πάτο της σκάλας όλα αυτά να γίνονται έκδηλα, δίχως παρθενικές συστολές- ύστερα, ένα συναίσθημα που ολοένα του γινόταν γνώριμο ύστερα απ'την πτώση του Εωσφόρου: ένα συναίσθημα που σηκωνόταν λεπτό και διακριτικό πάνω από όλα, σαν κρατημένη νότα, και κεντούσε το κάθε τι- ενοχή. Μόνο μαζί του την ένιωθε. Μόνος του ήταν σπάνιο να νιώσει άσχημα που ενέδιδε στις ηδονές, μα απέναντι στον Άλλο, άλλαζε: οι δαίμονες ήταν κατεξοχήν το μέτρο σύγκρισης. Και τότε το αίσθημα ξεφύλλιζε και αναλυόταν σε χίλια δυο: φόβο, ανασφάλεια, αυτολύπηση, και κάτω από όλα να τα θεμελιώνει ένα: μοναξιά. Αναρωτιόταν αν έτσι ξεκινούσε η Κατάβαση της σκάλας.

Σαν χούφτα γιομάτη με μύρα είναι ο αγαπημένος μου-
θα έρθει η ώρα που θα ξαπλώνει στα στήθη μου απάνω, σαν νεογνό πουλάκι.

    Μέσα στις ρίζες και τα αγριόχορτα ενός πανάρχαιου δάσους είναι μια ξύλινη φιγούρα, με δίχως χαρακτηριστικά εμφανή πέρα απ'τα σκαλιστά χεράκια και τα πόδια, και το στρογγυλό κεφάλι, τραχιά, καμωμένη από ξύλο μηλιάς. Μπρος λευκή σαν σύννεφο, πίσω μελανιά. Στο ένα πλευρό της έχει έναν τριζάτο σκουριασμένο μεντεσέ (υπάρχει εδώ και 6000 χρόνια) που διχοτομεί το ανθρωπάκι, και ανοίγει σαν μικρό σεντούκι. Δυο χέρια κρατούν την ανοιχτή φιγούρα, κομμένη στα δυο σαν δροσερό φρούτο, που έχει γίνει δυο ανθρωπάκια- αυτό που απέξω ήταν άσπρο, είναι μέσα του καλυμένο με μαύρο, και αυτό που ήταν εβένινο, μαργαριτάρινο μέσα του. Τα χέρια κλείνουν την φιγούρα για να'ναι Ένα και την απιθώνουν εκεί που την ευρήκαν, να ξαναπαρθεί απ'την φύση.

... Ας με φιλήσει με τα φιλιά του στόματός του,
γιατί το γάλα της αγάπης του το προτιμώ απ'το κρασί,
και γιατί τις μυρωμένες μοσχοβολιές της αγάπης μου προτιμώ απ'τα αρώματα του κόσμου όλου.

    Ακόμα και η μοναξιά έχει τέλος. Ειδικά η μοναξιά.
    Άρχισε με το τέλος. Άρχισε με μια χούφτα προφητίες, μετά χίλια άλλα άτομα προστέθηκαν στα Του Δράματος Πρόσωπα, και η αυλαία έκλεισε. Όλες οι ιστορίες τελειώνουν. Το καλό είναι ότι μια ζωή χωράει μέσα της πολλές. Και όταν μιλάμε για μια ζωή έξι χιλιετιών, μιλάμε για πληθώρα μυθιστορημάτων.
    Γι αυτό και το βιβλιοπωλείο ταίριαζε τόσο πολύ. Με ένα γντουπ ο Aziraphale φύλαξε την Πάπισσα Ιωάννα στο ράφι της και κοντοστάθηκε. Η φωτιά ροχάλιζε στο τζάκι. Ο Crowley ζύγιζε το φως στο ποτήρι με το λιμοντσέλλο του, αφηρημένος, χαμένος στις σκέψεις. Όλα είχαν τελειώσει. Περίμενε όλα να συμβούν σταδιακά, μα μια μέρα ξύπνησε και σκέφτηκε “η ενοχές ξεθύμαναν σαν παλιό οινόπνευμα.” Υπήρχε άπειρος χρόνος για τα πάντα. Οι σκέψεις του παιχνίδισαν σαν σκόνη σε ηλιαχτίδα και γύρισαν τα γρανάζια του χρόνου στην ημέρα που αντάλλαξαν μορφές. Ενοχή με κεφαλαίο Ε.
Την ένιωσε σαν ψυχρολουσία. Ναι, τό'χανε συζητήσει, είχε προετοιμαστεί, μα κάτι στους ίσκιους που τον υποδέχτηκαν σαν νά'τανε δικός τους του βάρυνε την καρδιά. Κοντοστάθηκε και τότε στο τελευταίο σκαλοπάτι. Ένα υπόγειο τίγκα στον καπνό, στις αναθυμιάσεις, σαν την σπηλιά του λάρυγγα ενός πελώριου κτήνους, και ούτε μια σχισμή ουρανού για να τον εμψυχώσει. Μορφές σαν γκαργκούγιες εκκλησίας πυργώνονταν θεόρατες παντού γύρω, με στραβά, βρυασμένα στόματα που του μισο-χαμογελούσαν. Μαραμένα, σαφρακιασμένα τριαντάφυλλα πέπλωναν το τραχύ έδαφος, και οι άλλοι δαίμονες τον κοιτούσαν ακίνητοι, εικόνες. Έτσι θα'ταν από δω πέρα η ζωή του; Και οι πιο τρυφερές του σκέψεις φτερούγισαν ως το πλάσμα που του άνηκε η στολή που πια φορούσε. Και αγάπη άνθισε σαν τριανταφυλλιές με δίχως αγκάθια μέσα του, και φούσκωσαν τα πλεμόνια του τρυφεράδα και πλούμισε η ψυχή του με θάρρος, και κατέβηκε το τελευταίο σκαλοπάτι με ένα λίκνισμα οικείο του, και ένα μειδίαμα ψυλλιασμένο.
    -που με θέλετε;
    Χαμογελά στην θύμηση διακριτικά, πιάνει το επόμενο βιβλίο και το φυλά στην θέση του. Έπειτα αποφασίζει πως αρκετά δούλεψε, και είχε έρθει η ώρα να γαληνέψει. Πρόσεξε ότι το φως είχε λιμνάσει στο ποτήρι με το λιμοντσέλλο. Πρόσεξε ότι υπήρχε χώρος στον καναπέ δίπλα στον Crowley, και, ανάλαφρος από ενοχή, πήγε και κάθισε κοντά του.

Τέλος.