Actions

Work Header

απόδραση

Summary:

με τα παράθυρα κατεβασμένα και την οροφή ανοικτή, η κοπέλα ανέβασε την ένταση της μουσικής και και κουνούσε τα κεφάλι της ρυθμικά, με τις καστανό ξανθές μπούκλες της να βρίσκονται παντού χάρης τον αέρα που της χτυπούσε το πρόσωπο και την έκανε να νιώθει ελεύθερη .

Εκείνος, παρόλο που ήταν ο οδηγός, δεν μπορούσε να αντισταθεί. Πείρε τα μάτια του από τον δρόμο και κοίταξε εκείνη.

Chapter Text

Κανένας δεν θα μπορούσε να καταλάβει πως γίνεται το 2021 μια κοπέλα να παντρεύεται από προξενιό.

Πως γίνεται μια κοπέλα να είναι αναγκασμένη να παντρευτεί έναν άνθρωπο που ούτε ξέρει ούτε θέλει να μάθει.

Πως γίνεται να είναι φυλακισμένη από την ίδια της την οικογένεια, ενώ είναι 25 χρόνων.

Φαινομενικά νέα, τολμηρή, περιπετειώδεις, ταλαντούχα , ονειροπόλα, ρομαντική και πάνω από όλα ελεύθερη.

Ελεύθερη.

Όμορφη λέξη με βαριά σημασία , που την καταλαβαίνεις μόνο όταν την χάνεις.

Πως μπορεί όμως να την χάσει κάποιος όταν το δικαίωμα σε αυτή έχει αναγνωριστεί αιώνες τώρα;

Η Θεοφανώ είχε φτάσει στο συμπέρασμα πως δεν γινόταν.

Εκτός και αν την έδινες απλόχερα μόνος σου .

Και εκείνη, έχοντας ανάγκη να νιώσει την αγάπη, την στοργή και την οικογενειακή θαλπωρή που είχε στερηθεί τόσα χρόνια, θυσίασε το μόνο πράγμα που της είχε απομείνει σε μια συμφωνία με το διάολο.

Κυπριανή Γερακάρι.

Σωστός σατανάς.

Μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας, με αυστηρή παρουσία, μάτια έντονα και μαλλιά κάτασπρα σαν το χιόνι.

Μια μέρα πέρασε από το άσυλο Απού μεγάλωνε μέχρι και τα 16 της .

"Μια μπάσταρδη είσαι. Τίποτα άλλο. Όμως είμαι πονόψυχη και είσαι παιδί του συγχωρεμένου . Για αυτό θα έρθεις μαζί μου , να μεγαλώσεις σαν σωστή Γερακάρισα και θα κάνεις ότι σου λέμε. Αλλιώς θα επιστρέψεις εδώ που σε άφησε η τσούλα η μάνα σου."

Και όντως έκανε ότι της έλεγαν.

Είδε όνειρα και βλέψεις για το μέλλον της , όμως εκείνοι της έκοβαν πάντα τα φτερά.

"Ζωγράφος; Αυτό θέλεις να γίνεις; Άρα σκοπεύεις να τρως τα λεφτά της οικογένειας για πάντα, έτσι;"

"Δεν χρειάζεται να δώσεις εξετάσεις, θα σε πάμε σε μια ιδιωτική σχολή, τόσο που θες να ζωγραφίζεις γιατί να κουραστείς με μαθήματα και φροντιστήρια."

"Θεοφανώ σοβαρέψου , δεν είσαι πλέον μικρό παιδί. Δεν μπορείς να ζήσεις μόνο από μουτζούρες."

Άντεχε όμως την καταπίεση, τις στερήσεις και τα σχόλια, γιατί τουλάχιστον είχε κάποιον να την αγαπάει.

Και εκείνη είχε βρει τον τρόπο της κάνει το όνειρο της πραγματικότητα.

Γιατί μπορεί να ζούμε σε μια μαυρίλα, όμως πάντα υπάρχει το φως .

Για την Θεοφανώ, η φίλη της η Κερασίνα ήταν ένα μικρό κερί ελπίδας που σιγο έκαιγε μέχρι και αυτό να σβήσει.

Την βοηθούσε να είναι ανεξάρτητη και να κάνει αυτό που την ευχαριστεί.

Να ζωγραφίζει.

Γιατί μέσα από τα καρβουνάκια , τις γόμες, τα μολύβια, τα πινέλα και τις όχρες μπορούσε επιτέλους να εκφράσει τα συναισθήματα της.

Έπειτα η φίλη της τα έσπρωχνε στην αγορά και έτσι τα κέρδη της πήγαιναν κάτω από έναν λογαριασμό στο όνομα Άννα.

Και η ελπίδα στην καρδιά της Θεοφανώς διατηρώταν .

"Καλός την να την τυχερή. Έλα μέσα κορίτσι μου να γνωρίσεις το μελλοντικό σου σύζυγο."

Είπε να δώσει μια ευκαιρία, δεν θα έκανε κακό σε κανέναν.

Ίσως έβρισκε τον έρωτα στο πρόσωπο του Μάρκου.

Ήταν όμορφος νέος και ευγενικός.

"Ούτε εγώ ήθελα να καταλήξουν έτσι τα πράγματα. Όμως δεν θα είναι και πολύ άσχημα τα πράγματα, έτσι δεν είναι; Εγώ θα έχω την εταιρεία και εσύ θα ασχολείσε με τα παιδία μας."

Η σκέψη των παίδων και του τοκετού της έφερνε ανακατοσούρα.

Πάντα ήθελε να γίνει μάνα.

Να δώσει στο παιδί της την αγάπη που δεν έλαβε αυτή.

Ταυτόχρονα το συναίσθημα του φόβου όμως την κατέκλυε, γιατί πως θα μπορούσε να είναι σωστή μάνα όταν η ίδια δεν είχε ποτέ ένα μητρικό πρότυπο;

Η μάνα της την παράτησε μωλις την γέννησε και η Γερακίνα δεν μπόρεσε ποτέ να προστατέψει τα παιδιά της από την γραία .

"Εγώ δεν θα δουλεύω; Ξέρεις ασχολούμαι με την ζωγραφική."

"Γιατί να χρειαστεί να δουλεύεις, αφού θα σου καλύπτω εγώ όλα τα έξοδα. Επίσης η ζωγραφική είναι χόμπι Θεοφανώ, όχι επάγγελμα. Πότε θα προλαβαίνεις στην τελική, με τα παιδιά και το σπίτι;"

Ήταν όντως πολύ καλός, όχι όμως για εκείνη.

Είχε όνειρα και φιλοδοξίες, μα αυτός δεν τις κάλυπτε.

Ίσως έπρεπε να του δώσουν την Μεταξία για γυναίκα.

Η ανήψια της είχε λατρεία προς ότι υλικό υπήρχε.Όχι πως ήταν κακό αυτό .

Για εκείνη θα ήταν ο πιο γλυκός και υπέροχος άντρας και μαζί θα περνούσαν μια αδρανή ζωή γεμάτη μονοτονία.

Η Θεοφανώ από την άλλη αποζητούσε την ελευθερία, που στην εφηβεία της την παρέδωσε τόσο εύκολα.

"Θα τον παντρευτείς τον Λάσκαρη τέλεια και παύλα."

"Τον άκουσες τον γιό μου . Μην τολμήσεις και ξανά μιλήσεις."

Κανένα δάκρυ δεν τους συγκινούσε.

Είπε λοιπόν να πάρει πιο δραστικά μέτρα .

"Κανένας δεν θα μάθει για αυτό. Έχω δώσει πολλά λεφτά για να κρατήσουν οι νοσηλευτές και οι γιατροί τα στόματα τους κλειστά."

"Άντρα μου , μήπως να το ξανά σκεφτόμασταν για τον γάμο. Κοίτα που έφτασε το κορίτσι."

"Όχι γερακίνα μου. Η συμφωνία έχει γίνει. Απλά πρέπει να καθυστερήσουν λίγο οι διαδικασίες."

Έτσι το καλοκαίρι η Θεοφανώ θα γινόταν κυρία Λάσκαρη.