Work Text:
Ο Λουκάς είναι νεκρός.
Ο Λουκάς είναι νεκρός.
Ο Λουκάς είναι νεκρός.
Αυτό ήταν το μόνο πράγμα που επαναλαμβανόταν στο κεφάλι του Ορέστη, σαν η κασέτα να είχε μπλοκάρει.
Έπιασε το κεφάλι του, ένιωθε πως θα έσπαγε. Μακάρι να ήταν απλά μια κασέτα που να έπαιζε ξανά και ξανά, γιατί τότε θα μπορούσε να νευριάσει, να σηκωθεί από το πάτωμα και να κατευθύνει προς το τραπέζι που είχε χίλια μίρια πάνω του.
Θα πάταγε το κουμπί για να ανοίξει το κασετόφωνο και θα την τράβαγε με δύναμη. Ίσως η κορδέλα σκιζόταν, ίσως ακολουθούσε τραβηγμένη και πλέον χύμα την πορεία της θήκης της .
Θα την πετούσε κάτω και με μια κίνηση η μαύρες μπότες του θα την είχαν συνθλήψει.
Τώρα όμως αντί να είναι εκείνη κομμάτια στο πάτωμα του μικρού του διαμερίσματος, ήταν αυτός.
Ο Λουκάς ήταν νεκρός.
Χρόνος παρελθοντικός, είχαν περάσει βδομάδες πια. Μπορεί να είχε αλλάξει και ο μήνας, δεν μετρούσε πια.
Είχε νόημα να μετρά; Είχε νόημα να μετρά πότε θα έρθει το Σάββατο να πάνε με την Μάρω βόλτα; Είχε νόημα να περιμένει να φτάσει Παρασκευή για να πάνε για ποτο με τα παιδιά στο διπλανό μπάρ; Είχε νόημα να περιμένει την Τρίτη ώστε να πάει μετά την δουλειά για μπίρα μαζί με τον Λούκα;
Κανένα απολύτως. Γιατί με την Μάρω είχαν χωρίσει εδώ και τρείς-τέσσερις μήνες, γιατί η παρέα είχε καταρρακωθεί όλη και γιατί ο Λουκάς ήταν νεκρός.
Κανένας δεν είχε μπει στον κόπο να τον τσεκάρει. Μονάχα το Αρθούρος πήγε δύο φορές από το σπίτι. Και εκείνος ήταν πολύ στεναχωρημένος. Πως να μην ήταν.
Θυμάται την πρώτη φορά που τον επισκέφτηκε μετά από την κηδεία του. Πρέπει να είχαν περάσει τρείς βδομάδες όταν η πόρτα του άρχισε να βγάζει ήχους από το χτύπο του φίλου του. Του πρώτου φίλου του. Του μοναδικού φίλου του.
Είχαν τσακωθεί εκείνη την μέρα. Καθόντουσαν στον καναπέ του και κοιτούσαν τον τοίχο. Δεν μιλούσαν, τι να πουν. Μετά το τέταρτο τσιγάρο, το οποίο μέσα είχε και λίγο χόρτο—όσο τόσο για να μην σκέφτεται τόσο πολύ—είπε την μαλακία του.
Ήταν από τις πρώτες φορές που ο Αρθούρος τον έβρισε τόσο άσχημα. Δεν το συνήθιζε. Μα εκείνη την μέρα του χρειαζόταν.
Ήταν εγωιστής ο Ορέστης, τόσο που τόλμησε να ξεστομίσει το χειρότερο από αυτά που είχε πει, ήρεμος και χαλαρός λόγο της επήρειας του μπάφου, σε συνδυασμό με την γνωστή του απάθεια.
«Και τι σου ήταν εσένα;»
«Φίλος.»
Μια τόσο απλή απάντηση, μα κατάφερε να τον κάνει κουρέλι. Τον έκανε να νιώθει τόσο μικρός, γιατί εκείνος είχε φανεί μικρός όταν αποφάσισε να τα βροντίξει όλα και να φύγει.
Και τότε ήταν τιποτένιος, όχι μόνο επειδή δεν αντιμετώπισε τα προβλήματα του και για άλλη μια φορά εγκατέλειπε στα δύσκολα, αλλά επειδή άφησε πίσω του τον Αρθούρου που τον είχε ανάγκη και που εκείνος ήταν πάντα εκεί για αυτόν, στα εύκολα και στα δύσκολα.
Και τώρα ήθελε να φύγει. Θυμάται ακόμα πόσο βαρύ ήταν το καλό του σακάκι—το μοναδικό καλό σακάκι—που κάποτε το είχε αγοράσει για μια μέρα χαράς, για μια μέρα θεάτρου, για τα γενέθλια της Μάρως. Όποτε το φορούσε δεν ένιωθε ο εαυτός του.
Ούτε στην κηδεία ένιωθε ο εαυτός του, ένα κομμάτι του θα ήταν για πάντα νεκρό. Αν εκείνος ένιωθε έτσι, δεν ήθελε να φέρνει στο μυαλό του την Ράνια.
Για αυτή είχε μένει.
Όταν έμαθε ότι ήταν έγκυος, φοβήθηκε. Δεν ήταν σε καλή ψυχολογική κατάσταση, κλεισμένη μέσα στο σπίτι όλη μέρα.
Η Λίλα άκουγε συνεχώς πράγματα να σπάνε, κλάματα και κάποιες φορές απόλυτη ησυχία. Αυτό ήταν το πιο τρομακτικό·η απόλυτη ησυχία.
Ήταν ο μόνος της παρέας, εκτός από την Ράνια, που οδηγούσε. Αν συνέβαινε κάτι, οτιδήποτε, το να περιμένουν ταξί τον τρομοκρατούσε.
Έτσι και αλλιώς δεν μπορούσε να κοιμηθεί τα βράδια και όταν το έκανε ο ύπνος ήταν ελαφρύς.
Το χρωστούσε στον Λουκά. Ώρες ώρες γελούσε στην σκέψη μιας συζήτησης που είχαν κάνει όταν ακόμα ήταν μαζί με την Μάρω και εκείνος ζούσε.
«Αν, λέω αν, ποτέ η Ράνια δεχτεί να με παντρευτεί-»
«Δηλαδεί ποτέ αλλά συνέχισε.»
Ο Λουκάς έκανε ένα μορφασμό αλλά έπειτα γέλασε,
«Και συνεχίζω, αν ποτέ η Ράνια δεχτεί να με παντρευτεί, θέλω να γίνεται κουμπάροι μας.»
Ο Ορέστης ξαφνικά σοβάρεψε. Τα γαλανά μάτια του, που γύρω τους το δέρμα του είχε αρχίσει να σπάει, έψαξαν το πρόσωπο του για να δει. Να δει αν αστειευόταν ή όχι.
Ο γκριζομάλης όμως παρέμενε σταθερός, σίγουρος για την απόφαση του, με ένα εύθυμο χαμόγελο στα χείλη του.
Ο Ορέστης κούνησε το κεφάλι του, σαν να ήθελε να ξεφύγει από το όνειρο. Έπειτα χαμογέλασε λοξά, σαν αλεπού.
«Δηλαδή κουμπαράκια;»
«Κουμπαράκια.»
Κοίταξε το χέρι του. Δεμένο. Το είχε τραυματίσει το βράδυ του θανάτου του.
Στο νοσοκομείο εκείνος και η Ράνια ήταν οι μόνοι που βρίσκονταν άλλου, αποκομμένοι από την κατάσταση, αποστασιωποιημένοι από κάθε κακό.
Η Μάρω και η Λίλα ήταν καθισμένες δίπλα της, της κρατούσαν το χέρι, χάιδευαν την πλάτη της.
Εκείνος καθόταν στον απέναντι τοίχο, ο Αρθούρος δίπλα του, τα μάτια του δακρυσμένα.
Το βράδυ που γύρισε σπίτι, αφού πρώτα συγουρεύτικε ότι η Ράνια ήταν ασφαλής πάνω στο διαμέρισμα της, μπήκε στο σπίτι του και έσπασε ότι μπορούσε να βρει μπροστά του. Όταν αυτό δεν ήταν αρκετό, το χέρι του συγκρούστηκε με τον τοίχο·κάκοση δεύτερου βαθμού.
«Γιατί ήρθες Ορέστη;» τον ρώτησε καθώς έστριψε την πλάτη της και περπάτησε μέσα στο διαμέρισμα.
Έκλεισε την ξύλινη πόρτα και προχώρησε από πίσω της. Τρεις σακούλες σκουπιδιών ήταν δίπλα από την τραπεζαρία της. Της κοίταξε με απορία.
«Η πρώτη είναι πράγματα του, οι άλλες σπασμένα. Ήρθαν χθές τα κορίτσια μαζί με τη Γωγώ και τα μάζεψαν για να μην χτυπήσω.»
Εκείνος έγνεψε, αν και ήξερε ήδη πως χθές ήταν από εδώ το κορίτσια. Η Γωγώ τον είχε παροτρίνει να πάει.
«Πως είσαι;»
Τον κοίταξε και γέλασε ειρωνικά. Τα μάτια της ήταν κουρασμένα, πρισμένα.
Ήταν γελοία ερώτηση το ήξερα, μα δεν είχε ξανά πεθάνει ποτέ φίλος του.
Κοίταξε γύρω του και το βλέμμα του έπεσε πάνω στις φωτογραφίες. Σκισμένες, το πρόσωπο του φίλου του σαν να ήταν διαγραμμένο.
«Γιατί το κάνεις αυτό; Γιατί προσπαθείς να τον διαγράψεις;»
«Ορέστη μην λες μαλακίες. Δεν μπορώ να τον διαγράψω, πόσο μάλλον τώρα.» απάντησε και χάιδεψε την φουσκωμένη κοιλιά της.
«Τότε γιατί να έχεις σκίσει όλα; Γιατί τα έχεις πετάξει όλα;»
Βημάτησε γρήγορα προς το μέρος του, εκείνος ξεροκατάπιε. Την είχε νευριάσει.
«Εσύ δεν είσαι αυτός που φεύγει στα δύσκολα; Αυτός που απομακρύνεται από όλους και όλα; Ε και εγώ αυτό κάνω Ορέστη, απομακρύνομαι.» του απάντησε ήρεμη, κάτι που δεν το περίμενε.
Εκείνος δεν επέμεινε παραπάνω, μπορούσε να την καταλάβει. Έμοιαζαν εκείνοι οι δύο.
Κάθησε στον καναπέ και χτύπησε την θέση δίπλα του, θέλοντας να κάτσει μαζί του.
Εκείνη τον αγριοκοίταξε αλλά κάθησε.
«Βρήκα αυτό.» είπε και έβγαλε από την τσέπη του μια διπλωμένη φωτογραφία.
Ήταν από μια τρίτη που είχαν βγεί οι δύο τούς. Ο Λουκάς φορούσε το δερμάτινο καφέ τζάκετ του και εκείνος μία μπλέ σκούρα μπλούζα. Στα χέρια τους κρατούσαν μπίρες και τα χαμόγελα τους ήταν αστραφτερά.
Η Ράνια την κοίταξε και ρούφιξε την εικόνα του· είχε τόσο καιρό να δει το όμορφο πρόσωπο του, της είχε λήψει.
Ο Ορέστης αντίκρισε ένα δάκρυ να κυλάει από το μάτι της και άπλωσε το χέρι του στους ώμους της. Μια μικρή παρηγοριά, δεν μπορούσε να προσφέρει κάτι παραπάνω.
«Ξέρω ότι σήμαινε πολλά. Και για μένα το ίδιο.» ήταν το τελευταίο που είπε. Μετά κάθησαν στην σιωπή.
Κανένας από τους δύο δεν ήξερε που είχε χαθεί ο άλλος, ίσως σε άλλες έγνοιες και στεναχώριες, ίσως σε χαρές του παρελθόντος.
Δεν είχε σημασία.
Ο Λουκάς ήταν νεκρός.
