Chapter Text
Ήρθε και πάλι η Δευτέρα, άρα πίσω στο γαμό σχολείο. Η πρώτη ώρα κύλησε ήσυχα, πάροτι που είχα πρώτη ώρα Λογοτεχνία με τον Κ. Μαυρομιχάλης. Ευτήχως δεν τα πήρε στο κρανίο και δεν μας φώναξε ή βάρεσε το θρανίο 100 φορές. Όπως πάντα, δεν συμμετήχα, απλώς έγραφα ότι είχε ο πίνακας είχε στο πίνακα και κοιτούσα το υπερπέραν. Φυσικά ούτε και ο βλακο-διπλανός μου, Ο Μενέλαος, έκανε και τίποτα. Αναρωτίεμαι ώρες ώρες εαν μπόρει καν να σκεφτεί ο τύπος.
Τέλος πάντων, ήρθε η δεύτερη ώρα με ΚΠΑ. Έκει σκυλο-βαριόμουν. Η Κ. Καρτεπόνα φλυαρούσε για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την οποία χεστήκαμε όλοι μας. Στηρίζω το κεφάλι μου στο χέρι και γυρνάω την ματία μου προς το γειτονικά θρανία. Βλέπω τον Δεληγιάννη –όχι τον κανονικό πρόεδρο, έτσι λέγετε ο τύπος- δίπλα στον φιλαράκι του, τον Ιορδάνη (Ποταμό). Πίσω βρίσκεται ο τουρκικός Quandale dingle, μόνος τους και πιο πίσω....
Αχ, ναι, το θρανίο που έψαχνα. Ο χοντρός Χάρις, μαζί με τον ~Κίρκη~ .
Λίγους μήνες πριν, εγώ και ο Χάρις αλλάξαμε θέσης. Αυτόν τον είχε διώξει ο brain-dead Μενέλαος και εγώ.... Δεν ξέρω, αλλά ξέρω ότι μετανιώνω την απόφαση μου.
–Κοσμά, για πες μου πια είναι η σωστή απάντηση, με ρωτάει ξαφνικά η Καρτεπόνα. Τινάζω ελαφρία το κεφάλι μου προς τον διαδραστικό και τον κοιτάζω σαν να έχει κινέζικα.
–Εεεεεε, ....το....1; Απαντάω τυχαία. Αυτή ανοιγοκλείνει τα μάτια της για κανα 2-λεπτο. Μάλλον, όπως πάντα, δεν με άκουσαι, σκέφτηκα.Όσω οι υπόλοιποι της φώναζαν την τυχαία απάντηση μου, εγώ συνεχίζω να κοιτάζω τον ~Κίρκη~.
Απ΄την αρχή της χρονιάς, νιώθω κάτι να με τραβάει προς αυτόν. Είναι η παρώμεια μαλακία μας; Το θέμα πως μας μετέφεραν μόνο εμάς τους δύο σε αυτό το καθηστεριμένο τμήμα; Πάει η δεύτερη ώρα, πάμε στην τρίτη. Τώρα έχουμε Γλώσσα. Ούτε εκεί κάνω κάτι. Με ρωτάει κάτι η Κ. Φλώγα, της απαντάω και εγώ. Τι απάντησα, δεν θυμάμαι, μιας και η προσοχή μου βρισκόταν αλλού.
Ο Χάρις ακουμπούσε τον ~Κίρκη~ για πολύ ώρα. Ποιός στο διάλο νομίζει ότι είναι αύτος ο χοντο-
-Τολβά, ρε μαλάκα, είσαι καλά; Μου ψιθύρισε ο Μενέλαος. Το προσωπό του, για μια φορά εκτώς από τη βαρεμάρα, δείχνει σύγχηση.
Τον κοιτάζω μπερδεμένος, -Τι;
-Έσκησες το χαρτί σου, πρώτον και δεύτερον, κοιτάς τοω χοντρό Χάρι σαν να θες να τον δολοφονήσεις.
Κοιτάζω το χέρι μου. Όντως, είχα σκήσει και τσαλακώσει το χαρτί μου. Τέλεια, τώρα πρέπει να ξαναγράψω. Ο Μενέλαος συνεχίζει να με κοιτάει απορημένος.
–Τι είναι, ρε πούστη; Τον ξαναρωτάω εκνευρισμένος ενώ ξεκινάω να γράφω τις ίδιες βλακίες. Αυτός ούτε γράφει, ούτε το βιβλίο δεν είχει ανοίχτο. Απορώ πως δεν έμεινε.
–Θες να εξηγήσεις τι έχεις πάθει; Μου απαντάει με ερώτηση. Είναι μια ερώτηση που μου την έχουν ρωτήση και οι γονείς μου. Κανείς δεν ξέρει το μυστικό μου....Κανείς δεν πρέπει....Κανείς.....
Πριν μπορέσει ο Μενέλαος να μου πει τίποτα, σηκώνω το χέρι μου, διακοπτοντάς τον.
–Κυρία, μπορώ να παώ τουαλέτα;
Ο Μενέλαος κλείνει το στόμα του και με κοιτάω με περισσότερο συναίσθημα από ποτέ. Προσωπικό ρεκόρ. Η Φλώγα με αφήνει, και έτσι τρέχω έξω. Έπρεπε να βγω λίγο, να πάρω λίγο αέρα, να ξεφύγω απο τα μάτια του. Καθώς όμως έτρεχα, ο~Κίρκης~ μου έριξε μια ματία και πήγε να με τραβήξει, αλλά του ξέφυγα.
Τώρα θέλει να μου μιλήσει; Σκεφτόμουν όταν κατέβαινα τις σκάλας. Όλο μάζι με αυτούς τους τελειωμένους κάνει παρέα. Τον Ντίνο, το twink, τον Ρωσοπόντιο Μίκυ και τον Πισίνη. Ανοίγω την πόρτα της τουαλέτας και την αφήνω να κλείσει μόνη της δυνατά. Πηγαίνω πέρα δόθε, αναρωτιώντας τι στο διάλο σκέφτομαι. Γιατί με νοιάζει τώρα με ποίους κάνει παρέα ή τι κάνει ή....
Αναστενάζω. Ανοίγω την βρύση, μήπως το νερό με λογικέψει. Ακούγομαι λες και τον θέλω. Δεν είμαι αδελφή. Επείδη θέλω να περάσω λίγο χρόνο μαζί του, δεν σημαίνει πως είμαι γκαί. Μπορεί μερικές φορές ανα ζηλεύω που είναι μαζί με άλλους και δεν μου δίνει την προσοχή του ή πως δεν με ακουμπάει πολ-
Η πόρτα ανοίγει ξαφνικά, εμφανίζοντας τον ~Κίρκη~. Κοιταζόμαστε, εγώ μπερδεμένος, αύτος με ένα πονήρο χαμόγελο.
–Ε; Τι; Μα πως; Τον ρωτάω. Κανονικά, οι δάσκαλοι δεν αφήνουν δύο ατόμα να πάνε τουαλέτα ταυτόχρονα. Αυτός χαμογελάει περισσότερο.
–Απείλησα την Φλόγα πως θα κατουρήσω μέσα στην τάξη. Απάντησε χασκογελόντας και βηματίζει αργά προς σε εμένα, σαν να θέλει κάτι. Δεν ξέρω αν θέλω να κλάψω ή να γελάσω.
–Και για ποίον λόγο; Είμαι ακόμα μπερδεμένος. Τι θέλει στις τουαλέτες;
Ρίχνω στο πρόσωπο μου λίγο νερό. Εκέινος έγειρε το κεφάλι του λίγο. –Δεν ξέρω, Τολβά, εσύ πες μου. Τι θες; Κλείνει την βρύση. Πότε βρέθηκε τόσο κοντά μου;! Αποφεύγω τα μάτια του.
–Τι να θέλω, Ιάκοβ; Αναρωτιέμαι εδώ και ώρες, μέρες, μήνες. Νιώθω ένα χέρι να ακουμπάει το μαγουλό μου. Πέρνω μια ανάσα ενώ κρατάω τον νεροχύτη σφυχτά. Συνεχίζω να μην το κοιτάω. –Μμμ....Εμένα τι με ρωτάς; Εσύ ξέρεις.... Το χέρι του χαϊδεύει το μαγουλό μου απαλά. Νίωθω όλο μου το σώμα να παγώνει αμέσως. Φόβος αλλά και περιέργια τρέχει μέσα μου. Κανείς από τους δύο μας δεν μιλάει. Έχει πέσει μια σιώπη περίεργη. Κοιτάζω τον καθρέπτη, Δεν θέλω να τον κοιτάξω ή δεν μπορώ μάλλον.
–Αυτό το ηλίθιο μπουφάν σου, σχολιάζει ακουμπόντας το με το άλλο του χέρι, δεν το βγάζεις ποτέ. Κοιτάζω την αντανάκλαση του, Φαίνετε εκνευρισμένος και παραπονεμένος.
–Και εσένα τι σε νοιάζει; Γυρνάω το κεφάλι μου επιτέλους προς αυτόν, αλλά πάλι τα μάτια μας δεν συναντιούνται. Ούτε και αυτός έχει τα μπαλάκια να με κοιτάξει κατάματα. Δεν απαντάει, παρ’όλα αυτά έρχεται πιο κοντά μου. Το χέρι που βρισκόταν στο μαγουλό μου κατέβηκε κάτω. Τώρα είχε και τα δύο χέρια του στο στήθος του.
–Σε κρύβει. Δεν μορώ να δω το σώμα σου. Απαντάει εκείνος. Ο τόνος του, η στάση του σωματός του και τα μάτια του, τα οποία επιτέλους είδαν τα δικά μου, έδειχναν ειλικρίνια και καθόλου ντροπή. Μου έμεινε το στόμα ανοιχτό. Δεν μπορώ να κούνησω το σώμα μου. Νίωθω ολόκληρο το προσωπό μου να ζεσταίνει, τα χέρια ν ιδρώνουν, τα γόντα μου να τρέμουν.
–Τι- τι μαλακίες λες ρε;! Του φωνάζω, κρατώντας τους καρπούς των χεριών του σφιχτά. Θέλω να τον σπρώξω μακριά, γυρίσω στην τάξη και να γράψω τις μαλακίες της Φλώγας. Πάλι όμως, μένω ακίνητος, παγωμένος στην ίδια θέση.
Ο Γιάννης γελάει σιγανά ενώ τα χέρια του κατεβάζουν το φερμουάρ του μπουφάν μου.
–Την αλήθεια. Απαντάει ήρεμα, καθώς συνεχίζει να ανοίγει το μπουφάν. Είμαι πιο μπερδεμένος από ποτέ. Τα χέρια μου χαλάρωσαν, αλλά κρατάω ακόμα τους καρπούς του. Για κάποιο λόγο, τον αφήνω κάνει ότι θέλει. –Δεν βγάζεις νόημα, μουρμουράω, δεν καταλαβαίνω καν τι θες....
Αλλάζουμε θέσεις. Τώρα η πλάτη μου στηρίζεται στον νεροχύτη και βρίσκεται αυτός μπροστά μου. Πετάει το μπουφάν μου στο διπλανό νεροχύτη.
–Θα καταλάβεις σύντομα, μην φοβάσαι. Μου λέει ήσυχα και πετάει το δικό του μπουφάν.
–Πολύ καλύτερα τώρα. Ψιθυρίζει στον εαυτό του παρά σε εμένα αφού αγγίζει το σώμα μου. Νιώθω το σώμα μου να καίγετε σε κάθε αγγιγμά του. Το αίμαι κατεβαίνει επικίνδυνα στο κάτω μέρος του σωματός μου. Τον πίανω απο το φούτερ του.
–Τι λες ρε- Με κόβει όμως, όταν βάζει τα χείλια του στο λαιμό μου.
Το μυαλό είναι κενό. Δεν έχω ιδέα τι συμβαίνει, παρ’όλα αυτά το σώμα μου χαλαρώνει. Αναστενάζω όταν τα χείλια του φιλούν το δέρμα μου αργά και απαλά. Μπορεί να φαίνεται πως ξέρει τι κάνει, αλλά η στάση του σωματός του προδίνει την ανασφαλειά του. Έβαλα τα χέρια μου στο στήθος του, ή μήπως πήγαν αυτόματα; Δεν ξέρω, δεν ξέρω καν τι γίνεται αυτή τη στιγμή.
Η πόρτα ανοίγει ξαφνικά και σπρώχνω τον ~Κίρκη~ αμέσως.
–Ε, παιδάκια, ελπίζω να μην γαμιέσται! Μας φωνάζει ο Χάρις, ο χοντρό μαλάκας. Λαχανιάζω λες και έτρεχα, ενώ ο Ιάκοβ φαίνεται ενοχλημένο.
–Εσύ τώρα τι θες; Είπες στην Φλώγα ότι θα χέσεις στην τάξη;
Τον ρωτάει ο Ιάκοβ κάθως βάζει πίσω το μπουφάν και δίνει το δικό μου σε εμένα.
Ο Χάρις γελάει σαν βλάκας που είναι.
–Όχι, ήσασταν πολύ ώρα τουάλετα και ήταν έτοιμη να σας βάλει απουσία. Μας ενημερώνει, κοιτάζοντας μας με ένα πονηρό χαμόγελο, σαν του Μπομπ Σφουγγαράκη. Τρίβω το πίσω μέρος του κεφαλίου μου, αγνοώντας την ματία του βλαμμένου. Ο Ιάκοβ τον κοιτάει κάπως εχθρικά. Μάλλον τον βρίζει, σκέφτηκα. Μια περίεργη σιωπή υπάρχει αναμεσά μας. –Λοιπόν, αρχίζω να λέω, δεν πάμε πίσω πριν μας βάλει όλους απουσία;
Ο Ιάκοβ, νευριασμένος για κάποιο λόγο, φεύγει πρώτος, Μου έρχεται να τον τραβήξω πίσω και να αρχίζω να του φωνάζω, να τον βαρέσω και να τον φιλήσω- Ο Χάρις του κάνει side-eye.
–Έρχεσαι, ρε Τολβά; Με ρωτάει, ανοίγοντας την πόρτα. Βάζω το μπουφάν και περπατόντας βασανηστικά αργά κατευθήνομαι στην τάξη. Η Φλώγα μας κοιτάει λοξά, αλλά δεν είπε τίποτα.
Μετά από το περιστατικό, η ημέρα κύλησε κανονικά.
–Ε, Κοσμά, τράβα την παλιό κουρτίνα. Ζητάει ο κ. Μαυρομιχάλης. Ήμαστε στο τέλος της 4η ώρας, έχοντας τελειώσει αρχαία. Ο ~Κίρκης~ ούτε που μίλησε ούτε κοίταξε. Τι στο διάλο σηναίβει στην τουαλέτα;
ΜΕ ΦΙΛΗΣΕ ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ ΚΑΙ ΕΓΩ ΤΟΝ ΑΦΗΣΑ! Τραβάω δυνατά την κουρτίνα απ΄την συγχησή μου. Ο Μαυρομιχάλης με κοιτάζει περίεργα και σηκώνει τους ώμους του σαν να με ρωτάει τι επαθά. Ο Μενέλαος, ο οποιός ακόμα βάζει τα βιβλία στην τζάντα του, βλέπει μια την κουρτίνια μια εμένα.
–Τι σου έκανε η κουρτίνα, ρε Κοσμά; Αστειεύεται, κανοντάς με να γελάσω ντροπιασμένος. Ο εγκεφαλικά νεκρός φίλος μου σηκώνεται επιτέλους και φεύγουμε για δυάλημα.
Οι ώρες έρχονται κα φεύγουν: Πληροφορική,στην οποία μας άφησε ελεύθερους, Τεχνολογία, όπου κράζαμε τον Καρούμπ, και Αγγλικά με τη αχόνευτη.
Με το που χτυπαέι το κουδούνι για σχόλασμα, πέρνω την τσάντα μου και τρέχω για έξω.....
[TO BE CONTINUED]
