Chapter Text
Όταν οι ζωντανοί κοιμούνται, τα φαντάσματα περιφέρονται ελεύθερα στην πόλη. Αυτός είναι ίσως ο μόνος παρήγορος κανόνας της μνήμης· από ό,τι φαίνεται στα όνειρα είναι ή καθόλου ή υπερβολικά αληθινή. Όλα όσα στοιχειώνουν το πρωί, το βράδυ αφήνουν το υπνοδωμάτιο, κλείνουν τις πόρτες πίσω τους, φοράνε ή βγάζουν το παλτό τους, δεν κάνουν καθόλου ησυχία. Είναι, για λιγάκι μόνο, ζωντανά. Τρέχουν στους δρόμους, φωνάζουν, ψάχνουν τα στενά, κάθονται σε παγκάκια κάτω από το φως μια λάμπας και ονειρεύονται μια αληθινή μοναξιά. Ο Στέφανος Καραμανίδης πάει συχνά στο λιμάνι. Εκεί το νερό είναι νέο και ανοίκειο σαν κομμάτι του Παραδείσου. Στον Έβρο δεν υπήρχε θάλασσα και ο Έβρος είναι όλη του η ζωή.
Μάλλον πέθανε στην Κύπρο. Τη δεύτερη ή την τρίτη μέρα, έμαθε πως πέθανε τον Ιούλιο του 1974 (είδε την ημερομηνία πάνω από την επικεφαλίδα μιας εφημερίδας στο περίπτερο: ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΗΣΥΧΙΑ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙ ΕΙΣ ΟΛΗΝ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΑΥΣΙΝ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣ) και ξέρει τουλάχιστον, έστω πως δούλεψε σωστά το ράδιο αρβύλα, πως μετατέθηκε εκεί το 1971. Κάπου αργότερα έμαθε πως η Κύπρος είναι νησί – μέχρι τότε τη φανταζόταν σαν μια απέραντη, λασπώδη έκταση χωρίς σύνορα ή σχήμα, όπως ακριβώς ξέρει και τον Έβρο.
«Και να ‘ξερες τι διαφορά θα σου ‘κανε;» Αυτό η Ξένια. «Είσαι τυχερός. Καλύτερα που δεν ξέρεις τίποτα».
Μες στη νύχτα, το λιμάνι δεν είναι άδειο αλλά κανένας από τους ανθρώπους δεν μπορεί να τον δει. Εκείνος παρακολουθεί πώς ο αέρας φυσάει τα ρούχα τους, τα μαλλιά τους, τις μικρές τρίχες στα μπράτσα τους. Η Ξένια έχει άδικο. Ξέρει κάτι, τα τόσα λίγα: Κάποτε ζούσε. Αγαπούσε μια γυναίκα. Και εκείνη, όπως αποδεικνύουν όλα, δεν τον αγάπησε ποτέ.
-
Πριν ξημερώσει, το ξύπνημα τον τραβάει πίσω στην πολυκατοικία στο Παγκράτι. Το διαμέρισμα είναι απόκοσμα ήσυχο. Δίπλα στην είσοδο, μέσα σε δοχείο, μια αρμαθιά κλειδιά, ένα πακέτο τσιγάρα, αναπτήρας, ένα μεταλλικό κουτάκι – παστίλιες ευκαλύπτου. Κλείνει την πόρτα πίσω του. Η Ξένια τον έχει προλάβει, κάθεται στον καναπέ, το κεφάλι της γυρτό πάνω στο μπράτσο, και παρακολουθεί τη σβηστή τηλεόραση με ψυχρή αφοσίωση. Δεν ξέρει πού πηγαίνει εκείνη τα βράδια, αλλά φαντάζεται πως θα είναι σε ένα τόπο μακρινό από τους πίνακες, τα εργόχειρα ή τα έργα του Χόλιγουντ που της είχαν επιρριφτεί μετά θάνατον. Είναι πολύ νέα, μάλλον τραβηγμένη από κάποια παιδική ανάμνηση, ευέξαπτη, μουτρώνει πολύ. Όταν τον ακούει να μπαίνει στο σαλόνι, ανασηκώνει το κεφάλι, του ρίχνει μια ματιά και τον αγνοεί – έχουν σταματήσει να μιλούν πλέον, κουρασμένοι ο ένας με τον άλλον, όπως μάλλον και όλα τα όργανα ενός ανθρώπινου σώματος, υποχρεωμένα να συνυπάρχουν αέναα, πιεσμένα το ένα πάνω στο άλλο, κάτω από το ίδιο δέρμα.
Είναι γύρω στις εφτά που ο Λάζαρος Λαζάρου σηκώνεται από το κρεβάτι. Παρασέρνει το πάπλωμα που καταλήγει στο πάτωμα μαζί με όλα τα χειρόγραφα που ήταν απλωμένα πάνω του, ψάχνει την μια παντόφλα του, απογοητεύεται και την παρατάει, τρίβει τα μάτια του, σέρνεται μέχρι την κουζίνα. Φτιάχνει καφέ, ξύνει τον κώλο του, τρώει ένα κομμάτι ψωμί στα όρθια. Η μάνα του τον παρακολουθεί από τον καναπέ, ξύνοντας τον αστράγαλό της. Ο Στέφανος πλησιάζει το παράθυρο, γέρνει τον ώμο του στο τζάμι και παρακολουθεί την πόλη να ξυπνάει σιγά-σιγά, τα στόρια να ανεβαίνουν, τις κουρτίνες να παραμερίζονται, τους ανθρώπους να βγαίνουν στους δρόμους τυλιγμένοι με τα χειμωνιάτικα κασκόλ, περπατώντας στα πεζοδρόμια αργά ή βιαστικά, με τα φαντάσματα τους να τους συνοδεύουν, ακολουθώντας τους αθόρυβα και αόρατα, σαν διάφανες σκιές. Είναι Πρωτοχρονιά. Ο Λάζαρος Λαζάρου πίνει τον καφέ του όρθιος. Ύστερα μπαίνει στο υπνοδωμάτιο. Μαζεύει τα χαρτιά από το πάτωμα. Πετάει την «Ύδρα» στα σκουπίδια.
-
Να τι ξέρει -
Κάπου, κάποτε, πέθανε.
Την ίδια στιγμή, την πρώτη μάλλον στιγμή, εμφανίστηκε έξαφνα μπροστά σε ένα παγκάκι στην πλατεία Ομονοίας. Την ένιωσε σαν πρώτη στιγμή επειδή δεν θυμόταν τίποτα πριν από αυτή – μονάχα ένα θολό, απόμακρο παρελθόν μιας ζωής που πρέπει να κράτησε το πολύ δυο χρονιά. Τον Λάζαρο Λαζάρου τον θυμήθηκε αμέσως αλλά με έναν ψυχρό, ενοχικό τρόπο σαν πράγμα που θα έπρεπε κανείς να είχε φροντίσει να ξεχάσει από καιρό.
Καθόταν στο παγκάκι και κάπνιζε ένα τσιγάρο που διαλυόταν με μεγάλη ταχύτητα. Έμοιαζε μεγαλύτερος ή έστω αλλιώτικος. Καθώς τον κοιτούσε ένιωσε απίστευτα θυμωμένος μαζί του, χωρίς να ξέρει το γιατί, και αυτός ο θυμός έμοιαζε σαν πηγαίο, κεντρικό συναίσθημα, γύρω από το οποίο περιφερόταν σαν σε τροχιά μια ακατανόητη μορφή από άλλα, ακανόνιστα πράγματα. Αμέσως χρειάστηκε να καθίσει κάτω, να μαζέψει τα κουράγια του. Τη γυναίκα που στεκόταν απέναντι του και τους παρατηρούσε και τους δύο με ένα απροσδιόριστο ύφος απογοήτευσης δεν την ήξερε αλλά την αναγνώρισε. Κατάλαβε πως μοιραζόταν μαζί της κάτι σημαντικό.
«Δεν έχει τον Θεό του», είπε η γυναίκα, πλαταγίζοντας τη γλώσσα της. «Εσύ είσαι αξιωματικός».
Ο Στέφανος κοίταξε τα χέρια του, το στήθος του, τους ώμους του. Ο εαυτός του είχε αρχίσει να εμφανίζεται λίγος-λίγος, χωρίς να μπορεί να τον προσδιορίσει ακόμη. Μόνος ο θυμός και μια βαθιά, άσχετη μοναξιά υπερίσχυαν, σαν φωτεινός πυρήνας. Φορούσε ένα ζευγάρι μαύρες, στρατιωτικές αρβύλες, καλυμμένες από ένα πιτσιλωτό στρώμα κόκκινης λάσπης.
«Κοίτα εδώ πράγματα», συνέχισε, τσιτσιρίζοντας με εκνευρισμό. «Ούτε κουράγιο να σου θυμώσω δεν έχω. Πώς σε λένε, καημένε;»
«Υπολοχαγός… Καραμανίδης...» Μια πίεση πίσω από τα μάτια του καθώς προσπαθούσε να θυμηθεί. Έβαλε το πρόσωπο στα χέρια του. Ένιωσε τις παλάμες του. «Στέφανος».
«Δεν σε ξέρω», κατέληξε η γυναίκα. «Ο γιος μου ο εθνικόφρων… Αυτά έκανε στα ελληνικά στρατά; Ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο με αυτή την σκατοκατάσταση, υπολοχαγέ Στέφανε Καραμανίδη; Ούτε να καπνίσουμε δεν μπορούμε. Ούτε να μεθύσουμε. Ούτε να γαμηθούμε».
«Σταματήστε», την πρόσταξε, γρυλίζοντας. Ένιωθε το κεφάλι του έτοιμο να σπάσει.«Πού είμαι;»
«Μην βιάζεσαι να τα ξεκαθαρίσεις όλα αγόρι μου», του απάντησε εκείνη. «Κρίμα. Πολύ κρίμα. Θα ‘σουν και νέο παιδί. Εσύ με ξέρεις;»
«Είστε...» Η μνήμη, παράξενο πράγμα, τον έκαιγε. Την είδε να αχνοφαίνεται σαν ορίζοντας στο τέλος ενός υγρού βάλτου. Την ακολούθησε με τα μάτια, νιώθοντας να ζαλίζεται, παρακολουθώντας τη να σέρνεται πάνω από τη λάσπη για να καλύψει τα πάντα με μια βεραμάν απόχρωση απελπισίας. «Μια… ετοιμοθάνατη».
«Α». Η γυναίκα τον κοίταξε για λίγο. Το πρόσωπό της πάγωσε. Έκανε ένα βήμα πίσω. Ο Στέφανος παρακολούθησε το βλέμμα της να πεταρίζει προς το μέρος του Λαζάρου και ύστερα να απομακρύνεται απότομα, λες και της ήταν αβάσταχτο να τον κοιτάει. «Ώστε έτσι. Εσύ ήσουν…»
«Ποιος ήμουν;»
Το πρόσωπο της όμως είχε ήδη κρυώσει, είχε γίνει σκληρό σαν πέτρα. «Δεν είμαι φίλη σου, υπολοχαγέ Στέφανε Καραμανίδη», του απάντησε, ψυχρά. «Και ούτε έχω σκοπό να γίνω. Θα θυμάσαι πού υπηρέτησες».
Μέσα από την ομίχλη, ο τόπος: «Στον Έβρο».
«Και από εκεί είσαι;»
«Από ‘κει;»
Η γυναίκα τον κοίταξε για λίγο. «Εκεί γεννήθηκες;»
«Δεν ξέρω». Ο Στέφανος ένιωσε τη σκέψη του να προσκρούει σε κάποιο εμπόδιο, το χέρι του να περνάει μέσα στην ομίχλη και ύστερα σιγά-σιγά να χάνεται. «Θα έπρεπε να ξέρω;»
«Αν δεν θυμάσαι… Τι θυμάσαι;»
«Θυμάμαι...» Προσπάθησε να μαζέψει κάθε ρανίδα αυτοσυγκέντρωσης, χώνοντας τα δάχτυλά του βαθιά μέσα στην ομίχλη του μυαλού του. «Θυμάμαι τον Έβρο. Το στρατόπεδο Βάτη… την αίθουσα υπηρεσίας. Θυμάμαι… τη Ζωή…»
Το πρόσωπό της κιτρινισμένο, ακίνητο, φθαρμένο πάνω στο χαρτί, κρυμμένο, σκιασμένο, πάνω στο ράφι, πίσω απ’ το λευκό, σκονισμένο αγαλματίδιο.
«Ποια είναι αυτή;»
«Κάποια που αγαπούσα». Γι’ αυτό ένιωθε σίγουρος.
«Και τον Λάζαρο;»
«Τον θυμάμαι», συμφώνησε, νιώθοντας το στομάχι του να πέφτει, να γυρίζει. «Είναι στο δωμάτιο υπηρεσίας. Είναι στον φράχτη. Στο νοσοκομείο».
«Είπες για αυτή που αγαπούσες. Τη Ζωή; Όχι τον Λάζαρο;»
«Τι εννοείς;»
Η γυναίκα δίστασε. Η ευχαρίστηση είχε διαλυθεί από το πρόσωπό της, έδωσε τη θέση της σε μια λεπτή ανησυχία. Δίπλα του ο Λαζάρου τέλειωσε το τσιγάρο του. Πέταξε χάμω τη γόπα. Ο Στέφανος τον παρακολούθησε να σηκώνεται, να τινάζει τα μπατζάκια του και να τεντώνει κάθε άκρη του κορμιού του, σιγά-σιγά, σαν κάτι νυσταγμένο και απόμακρο, πρώτα τα χέρια πάνω από το κεφάλι και ύστερα τη μέση του.
«Άντε», του είπε η γυναίκα που παρακολουθούσε την όλη διαδικασία με κάποια αηδία. «Σήκω».
Ο Στέφανος την απώθησε με το χέρι του.
«Σήκω που σου λέω. Θα το μετανιώσεις».
«Άσε με», της έδωσε να καταλάβει. Η γυναίκα σταμάτησε, φάνηκε να θυμάται πως όντως δεν την αφορά ή τουλάχιστον πως δεν τη νοιάζει και τον παράτησε στην ξεροκεφαλιά του με ένα σφίξιμο του σαγονιού της. Του γύρισε την πλάτη και πήρε τον Λαζάρου από πίσω σαν αλυσοδεμένο σκυλί.
Ιδρώτας έτρεξε στον σβέρκο του Στέφανου, ζεστός και ύστερα παγωμένος. Τους παρακολούθησε να απομακρύνονται σιγά-σιγά, τραβώντας μαζί και τις μακριές σκιές τους και, σαν να είχαν αγκιστρωθεί πάνω του, ένιωσε τον εαυτό του να επιζητά να τους ακολουθήσει. Ένα τράβηγμα ξεκίνησε κάτω από τον αφαλό του, το οποίο έμοιαζε σιγά-σιγά έτοιμο να αρχίσει να τον σκίζει, προσπαθώντας να τον βγάλει έξω από το σχήμα του. Συνειδητοποίησε πως αν δεν τους ακολουθούσε, θα τον ξερίζωναν από το σώμα του. Διπλώθηκε στα δύο, έσφιξε την κοιλιά του, προσπαθώντας να συγκρατήσει τον πυρήνα του με τα μπράτσα του.
Όταν έτρεξε για να τους προφτάσει, εκείνη τον κοίταξε με ευχαρίστηση. Αλλά και κατανόηση.
-
Ο λαμπερός κόσμος της ύπαρξής του σε τροχιά γύρω από τον πυρήνα του να εμφανίζεται αργά μέσα απ’ την ομίχλη.Αυτό έμαθε σιγά-σιγά. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να είναι μια ανάμνηση. Πως μια ανάμνηση είναι ταυτόχρονα τα πάντα.
Ο εαυτός του σαν ιστορία λίγων σκηνών. Κάποτε ήταν αξιωματικός του στρατοπέδου Βάτη. Ο παγωμένος αέρας άγγιζε τα μαλλιά του, η βροχή έτρεχε στα μάτια του και οι μπότες του έσταζαν λάσπη. Ήταν ψηλός και όμορφος. Πήγαινε στη δουλειά του με μια ετοιμόρροπη μοτοσικλέτα. Δεν χόρευε, δεν έπινε, δεν γέλαγε. Έχασε την προαγωγή λόγω υπερβάσεων. Είχε έναν σκύλο, ο οποίος πέθανε. Αγαπούσε μια γυναίκα. Γι’ αυτήν έμαθε να χορεύει τανγκό.
Ένας πυρήνας σαν μισοφαγωμένο φρούτο. Ό,τι έχει μείνει απ’ τη σάρκα διαλυμένο, μαυρισμένο, μασημένο: για τον ίδιο μόνο το βεραμάν δωμάτιο υπηρεσίας, τα ποώδη, άπλετα, εβρίτικα βουνά, το συρματόπλεγμα του φράκτη, ένα τζάκετ-σάββανο, ο θαρραλέος ήχος του τανγκό. Η αγάπη, πέρα απ’ όλα.Θυμόςστο κέντρο και η αγάπη, κι γύρω τα υπόλοιπα· απελπισία, ντροπή, ανάγκη, μοναξιά.
Δυόμισι μέρες στην πραγματικότητα, αυτό ήταν όλο κι όλο, δυόμισι μέρες και κάτι ψιλά.Όλα πάλλονται, διογκώνονται, αραιώνουν. Πάλλονται. Διογκώνονται. Αραιώνουν. Και στο κέντρο; Ο Λαζάρου. Και στο φόντο; Τίποτα.
-
Και η Ξένια, προφανώς.
Είναι και η Ξένια εκεί.
-
Ο Λαζάρου κοιμάται πολύ. Καπνίζει πολύ. Τρώει στα όρθια. Περιφέρεται. Όσο τα κάνει αυτά, ο Στέφανος και η Ξένια τον ακολουθούν. Συχνά τσακώνονται.
Δεν έχει πολλούς φίλους και, σίγουρα, δεν είναι καθόλου ικανοποιημένος από όποιες φιλίες του. Κάποιες φορές βρίσκει δουλειές σε θέατρα, οπότε και είναι όλη μέρα απλήρωτος σε πρόβες, τις περισσότερες φορές, όμως, είναι άνεργος – τότε κάνει δουλειές του ποδαριού ή δανείζεται λεφτά από την Ελένη.
Μένει σε ένα ταιριαστά σκονισμένο διαμέρισμα κλασικής αρχιτεκτονικής εγκατάλειψης στο Παγκράτι, γεμάτο από στοιβαγμένους τόμους, ξεχασμένα πιάτα και βρώμικα σεντόνια. Στο σαλόνι, μέσα στη βιτρίνα υπάρχει μια κορνίζα από την Ύδρα· το ξακουστό μπαλκόνι του Νεγκουλέσκο, όλα τα μέλη της οικογένειάς του παγωμένα στον χρόνο και ο Λάζαρος στη μέση σαν ένα κακό αστείο. Είναι πολύ μικρός. Ο Στέφανος σκέφτεται πως μοιάζει ευτυχισμένος. Ακριβώς δίπλα του είναι και η Ξένια, η οποία δεσπόζει σαν λάθος ανάμνηση.
«Ούτε μια φωτογραφία μου της προκοπής δεν έχει», επαναλαμβάνει συχνά, σαν για να την εκδικηθεί που δεν μπορεί να την σκίσει. «Δες εδώ χαμόγελα».
Ο Στέφανος έχει αρχίσει ήδη να κουράζεται μαζί της. Το διαμέρισμα της άνηκε αλλά δεν υπάρχει πλέον τίποτε δικό της εκεί μέσα. Κάπου στα αριστερά του, προς την πλευρά του γραφείου, ο Λαζάρου τσακώνεται στο τηλέφωνο με την αδερφή του.
«Εγώ τους γονείς μου τους είχα πορτρέτα στο σαλόνι», συνεχίζει η Ξένια ακάθεκτη παρά τη φασαρία. «Να με κοιτάνε και να τους κοιτάω. Αλλά κι αυτά τα κατέβασε. Γι’ αυτό σου λέω, λοχαγέ, καλύτερα να μην ξέρεις πολλά. Θα μπορούσες τώρα να ‘σουν στον καναπέ της γυναικούλας σου να την παρακολουθείς να σου διαλύει το σπίτι».
Πολύ καθαρά, παρά τους τοίχους που τους χωρίζουν, μπορεί να ακούσει τον Λαζάρου να φωνάζει: «Με ακούς; Να με κατηγορείς για τα υπόλοιπα αλλά όχι για – Ελένη! Δεν με ακούς. Έχω δουλειά λέω! Σου μιλάω!»
Η Ζωή, το πιο αχνό στοίχειωμα κάποιας μακρινής τροχιάς, λευκή σαν χιόνι, σαν άγραφο χαρτί, και ταυτόχρονα ολόκληρο το κέντρο του, κατακόκκινη και ζωτική σαν αίμα. Τόσο ισχνή που φοβάται πως, αν σταματήσει να τη σκέφτεται, θα χαθεί για πάντα. Τόσο καίρια που αν η μνήμη της εξαφανιζόταν η ύπαρξή του θα εξαϋλωνόταν σαν αέρας. Θυμάται τόσο λίγα γι’ αυτή: θυμάται τη φωτογραφία της, θυμάται πως ήταν η γυναίκα του συνταγματάρχη, πως ήταν νέα, πως ήταν όμορφη, πως την αγαπούσε και θα έφτανε στα όρια του εαυτού του για χάρη της. Τι άλλο; Τίποτα. Τίποτα… Κλείνει τα μάτια, τα δόντια του τρίζουν.
«Η Ζωή δεν ήταν γυναικούλα», λέει μόνο.
«Τη γυναικάρα σου τότε, πασά μου», του απαντάει η Ξένια όλο νεύρο. «Συγγνώμη που στην προσβάλαμε. Φαντάσου να είχες κολλήσει μ’ αυτή… Να την είχες να - ».
«Πάψε…»
« - τριγυρίζει ή χειρότερα να ξενοπη -»
«Πάψε είπα!»
Το απειλητικό σφίξιμο στα φρύδια του. Το τίναγμα του λαιμού του. Η Ξένια μοιάζει να παίρνει φόρα.
«Καλά», λέει, όλο ειρωνεία. «Μη θυμώνεις. Απλά λέω».
«Να μην λες. Έχω βαρεθεί να σ’ ακούω».
«Ώχου, βρε Στέφανε, να μη μιλάμε κιόλας; Να καθόμαστε σαν τους μουγκούς; Επειδή δεν σε αγαπούσε αυτή η Ζωή; Ούτε ο πρώτος είσαι ούτε ο τελευταίος».
«Μην την πιάνεις στο στόμα σου, Ξένια».
«Δίκιο έχεις». Τα μάτια της λάμπουν. Τι έχει να φοβηθεί άλλωστε μια νεκρή από απειλές; Έτσι είναι ο θάνατος που τον έχει φέρει σε ένα σωρό μειονεξίες. «Δεν την κατηγορώ. Τι φταίει κι’ αυτή; Ποιος ξέρει τι θα ‘σουνα για να καταλήξεις εδώ».
Τα χείλη του πεταρίζουν. «Τι ήμουν;!»
«Ναι, ποιος ήσουν, υπολοχαγέ. Ποιος ήσουν για να καταλήξεις να στοιχειώνεις τον πούστη τον γιο μου».
«Ό,τι και συ. Στο ίδιο μέρος βρισκόμαστε».
«Εγώ είμαι η μάνα του». Χασκογελάει. «Πού αλλού να πάω; Εσύ τι του ‘σαι; Ούτε τον αγαπούσες».
«Κοψ’ το, Ξένια. Σε προειδοποιώ».
«Κι εγώ σε βαρέθηκα, Στέφανε. Αυτά έχεις μόνο; Απειλές και κλάψες; Να γιατί δεν στοιχειώνεις έναν άνθρωπο της προκοπής».
Το χέρι του Στέφανου φεύγει μπροστά, κοπανάει πάνω στο γόνατό του. «Βούλωσ’ το, γαμώτο σου», φωνάζει, τόσο δυνατά που για μια στιγμή νιώθει ζωντανός. «Βούλωσ’ το, μην σε πάρει και σε σηκώσει!»
Η Ξένια το βουλώνει. Στο γραφείο ο Λαζάρου κοπανάει τη συσκευή. Ακούγεται το χέρι του πάνω στο έπιπλο, δυνατά, ξεκάθαρα και επαναλαμβανόμενα, μαζί με μια σειρά από βρισιές, ύστερα το χτύπημα της πόρτας. Μπαίνει στο σαλόνι, φουριόζος, περνώντας μέσα από το σχήμα της Ξένιας που στέκεται με το στόμα ορθάνοιχτο και σταματάει ανάμεσα στα πόδια του Στέφανου, σκύβει για να τραβήξει ένα κουτί από το κάτω μέρος του καναπέ. Τα παρακολουθούν και οι δύο, ξαφνιασμένοι με τους εαυτούς τους αλλά και με τον ίδιο τον Λάζαρο, όσο όλα συμβαίνουν αργά-αργά, σαν να μην συμβαίνουν στην πραγματικότητα. Ο Λαζάρου γυρνάει ανάποδα το κουτί χωρίς να το ανοίξει – πρώτα το καπάκι κι ύστερα δεκάδες χαρτιά πέφτουν και απλώνονται στο πάτωμα.
«Τι είναι;» ρωτάει η Ξένια, μοιάζοντας αληθινή. Αν μπορούσε, ίσως και να αναγούλιαζε.
«Ύδρα», διαβάζει ο Στέφανος την κεφαλίδα μιας τυχαίας σελίδας, σκύβοντας πάνω από το χέρι του Λαζάρου. Το βλέμμα του απαλύνει. «Είναι θεατρικό».
-
Είτε είναι πρωί είτε είναι βράδυ, ο Λαζάρου περνάει πολλές ώρες στο σπίτι. Μερικές φορές διαβάζει τα βιβλία του. Φοράει γυαλιά όσο διαβάζει και είναι βιαστικός, κακός αναγνώστης. Πού και πού γράφει το θεατρικό του. Ο Στέφανος δεν ξέρει πολλά πράγματα από συγγραφή αλλά μπορεί να καταλάβει πως είναι μάλλον διστακτικός, κακός συγγραφέας. Όταν γράφει, συνήθως το κάνει ξαπλωμένος στο κρεβάτι και τότε ο Στέφανος προτιμάει να ξαπλώνει στην άκρη του στρώματος και να τον παρακολουθεί όσο δουλεύει. Τότε του κάνει και όσες ερωτήσεις ξέρει πως δεν θα πάρουν ποτέ απάντηση.
Μετά, όταν τον παίρνει επιτέλους ο ύπνος, πάει στο λιμάνι. Παρακολουθεί το σκοτάδι του νερού και τον παγωμένο αέρα. Όταν κάνει τις ίδιες ερωτήσεις προς τη θάλασσα, εκείνη του τις γυρίζει πίσω μαζί με τον βρώμικο, άπλετο παφλασμό της.
Ο Λαζάρου δεν δουλεύει μεθοδικά το θεατρικό. Το έχει χειρόγραφο. Σηκώνεται από το κρεβάτι, περιφέρεται στο δωμάτιο, μαζεύει μερικά πεταμένα ρούχα, στέκεται στο παράθυρο ακουμπώντας το μέτωπό του στο τζάμι, καπνίζει. Βγάζει φωτογραφίες από κουτιά και τις κοιτάει. Γνωστοί άγνωστοι και ξεχασμένα μέρη. Η θεία Ζίνια και ο θείος Πέρσι. Το λιμάνι της Ύδρας. Ασπρόμαυρες ακρογιαλιές με λαμπερά βράχια. Ένα κατάμεστο, καλοκαιρινό σαλόνι. Αντρικές γάμπες. Η Ξένια. Παντού η Ξένια. Έχει τόσες φωτογραφίες της σε αυτά τα κουτιά, που ο Στεφανος δεν τις θυμάται όλες κι ας τις βλέπει εκατομμύρια φορές εκείνες τiς μέρες όσο ο Λαζάρου ασχολείται με την «Ύδρα». Υπάρχουν λιγότερες φωτογραφίες του πατέρα του, και ο Στέφανος δεν μαθαίνει ποτέ το όνομά του.
Όταν ο Λαζάρου έχει κοιτάξει καλά τις φωτογραφίες, γυρνάει στο κρεβάτι. Γράφει μια αράδα. Μητέρα, είσαι πολύ όμορφη σήμερα. Κάτι τέτοιο. Ας χορέψουμε. Ύστερα τα σβήνει όλα.
Είναι κακό θεατρικό. Δεν χρειάζεται καμιά τρομερή λογοτεχνική αντίληψη για να το καταλάβει. Απλώς είναι ένα θεατρικό για τη μητέρα του.
-
Μέσα στους επόμενους μήνες ο Λαζάρου γράφει. Ο Στέφανος μαθαίνει πως να είναι φάντασμα.
Μαθαίνει -
Να τι μαθαίνει -
Στην αρχή αγριεύει, πιάνεται στα λόγια με την Ξένια, υψώνει συνεχώς τη φωνή του, προσπαθεί να αρπαχτεί από κάπου, να υποστηρίξει, κι άρα, βέβαια, να αποδείξει κάτι. Μετά βαριέται. Κουράζεται. Η Ξένια κυρίως λείπει. Όσο ο Λαζάρου γράφει, αποτραβιέται στο πιο μακρινό δωμάτιο και προσποιείται τη μοναξιά της, χαμένη στα δικά της, αλλότρια παρελθόντα. Εκεί διαφέρουν. Ο Στέφανος, όταν φεύγει το βράδυ, ελεύθερος από τη μνήμη, δεν έχει παρελθόντα για να αναλογιστεί· στοχάζεται μόνο τη θάλασσα, την ελευθερία ενός ρευστού, ασταθή κόσμου.
Νιώθει θυμό, απελπισία, μοναξιά και αυτά γυρίζουν όλα μαζί, γύρω-γύρω, πάνω από την κορφή του Έβρου. Δεν έχει ακούσει τον Λαζάρου να μιλάει ποτέ για τίποτα. Δεν ξέρει τι σκέφτεται. Δεν ξέρει γιατί τον κρατάει εκεί, δεμένο σε αυτή την σκιερή αλυσίδα. Έχει δυόμισι ημερών ρεπερτόριο σκέψεων, το οποίο στριφογυρίζει μέχρι που θολώνει, απομακρύνεται, χάνεται, αφήνει πίσω του μόνο την αέναη μοναξιά, χρυσή, σαν πυρήνα, και μια παράξενη, θολή θλίψη. Μαθαίνει πως να είναι φάντασμα, που σημαίνει πως όσο στοιχειώνει, στοιχειώνεται. Περιφέρεται σαν κουφάρι και ύστερα, σιγά-σιγά, μέσα στις αναλλοίωτες μέρες, γίνεται ένα.
-
Όταν ο Λαζάρου τελειώνει με το θεατρικό, το δίνει στην Ελένη. Εκείνη το διαβάζει στην κουζίνα, καθισμένη κάτω από το κίτρινο φως της σκονισμένης λάμπας, με τα μανίκια της μαζεμένα.
Δεν του μοιάζει. Είναι λίγο μικρότερη σε ηλικία. Φοράει διακριτικό, μελετημένο μακιγιάζ με όσο πρέπει κοκκινάδι, κρατάει ένα μικρό τσαντάκι και τα παπούτσια της έχουν συντηρητικό, λεπτό τακούνι. Ο Στέφανος κάθεται στην καρέκλα δίπλα της και παρακολουθεί την κίνηση των ματιών της. Η Ξένια, ως συνήθως, δεν είναι εκεί. Έτσι απουσιάζει για να παρακολουθήσει τη συγκρατημένη απογοήτευση στο βλέμμα της κόρης της όταν τελειώνει την ανάγνωση. Διπλώνει το χειρόγραφο και το αφήνει στο τραπέζι.
«Δεν είσαι σοβαρός, Λάζαρε», λέει, αρκετά ήρεμα. «Δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά».
Ο Λαζάρου κάθεται στην απέναντι καρέκλα, ξύνοντας τον πάτο απ’ ένα βαζάκι γλυκού του κουταλιού φραγκοστάφυλο. Την κοιτάει μέσα από τις βλεφαρίδες του.
«Δεν είναι ολοκληρωμένο», δικαιολογείται, έχοντας την ευπρέπεια να δείχνει αμήχανος.
Το βλέμμα της Ελένης σκληραίνει. «Δεν γελάω», επιμένει. Καθαρίζει τον λαιμό της. Ο Στέφανος εντυπωσιάζεται από την ψυχραιμία της. «Ανησυχώ. Πρέπει να δεις τι θα κάνεις».
«Μην μου κάνεις κήρυγμα, Ελένη».
«Από αγάπη στο λέω. Δεν είσαι καλά».
«Έχω δουλειά».
«Κάθεσαι όλη μέρα σπίτι και γράφεις ασυναρτησίες».
«Δουλεύω ταξιθέτης».
«Δουλειά είναι αυτή; Λάζαρε; Κοίταξε με».
Ο Λαζάρου δεν την κοιτάει. Σπρώχνει το κουτάλι του μέσα στο βαζάκι, γλύφει τα χείλη του. Είναι άυπνος και το πρόσωπό του έχει αδυνατίσει. Τις τελευταίες μέρες, όσο το έργο του έμοιαζε να φτάνει σε μια πυρετώδη κατάληξη, έχοντας αποκτήσει τη δική του ορμή, τόσο ξαγρυπνούσε για να την ακολουθήσει, σαν παιδί που κυνηγούσε την πέτρα όσο αυτή κατρακυλούσε την πλαγιά. Έτρεχε λαχανιάζοντας και ίδρωνε, έχανε το βήμα του. Η Ελένη, που μπορεί να δει μόνο την αναπόφευκτη πρόσκρουση, επιμένει:
«Λάζαρε». Ανοίγει τα χαρτιά και τα απλώνει προς το μέρος του.
Ο Λαζάρου σηκώνει το βλέμμα του.
«Όλα αυτά που γράφεις εδώ μέσα…», συνεχίζει, σιγά-σιγά, αγγίζοντας το χειρόγραφο τρυφερά, λες και είναι κάτι ζωντανό. «Κοίτα εδώ… Τι είναι όλα αυτά;»
Ο Λαζάρου σφίγγει τα χείλη του. «Θέατρο».
«Δεν ήταν έτσι η Ύδρα».
«Δεν είναι η Ύδρα». Αναστενάζει. Ακουμπάει τα χέρια στο τραπέζι και βάζει το πρόσωπο μέσα στις παλάμες του. Ο Στέφανος σκέφτεται πως δείχνει κουρασμένος και πως τον λυπάται. Τον λυπάται πολύ. «Έργο είναι. Δεν γράφω ό,τι έγινε».
«Έτσι τα θυμάσαι;»
«Ελένη, δεν είναι αληθινά…»
«Γιατί όμως να τα γράψεις όλα αυτά;» επιμένει. Απλώνει το χέρι της για να τον αγγίξει, αλλά το μετανιώνει. Το αφήνει να πέσει ανάμεσά τους. Σκύβει πάνω από το τραπέζι. «Γιατί να τα γράψεις έτσι;» συνεχίζει, μιλώντας αργά. «Τόσες ιστορίες θα μπορούσες να γράψεις για την Ύδρα. Θυμάσαι που πηγαίναμε βόλτες με τον μπαμπά; Με το καΐκι του κυρ Φώτη; Θυμάσαι που μαγειρεύατε με τη μαμά;»
Ο Λαζάρου κουνάει το κεφάλι του. Τα δάχτυλα χώνονται στα μαλλιά του και σφίγγουν. Παίρνει μια ανάσα. Ο Στέφανος τον αναλογίζεται όπως ήταν το προηγούμενο βράδυ, ξαπλωμένος δίπλα απ’ τα χαρτιά στο κρεβάτι, έχοντας την παλάμη ακουμπισμένη πάνω τους. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό και το αεράκι έκανε τα μαλλιά του να ανεμίζουν, λεπτά-λεπτά, σαν νεογέννητα χορτάρια. Έμοιαζε με μικρό παιδί τότε. Τώρα μοιάζει εξουθενωμένος.
«Άστο, Ελένη», λέειτελικά, σηκώνοντας το κεφάλι του. «Παράτα το. Δεν έπρεπε να στο είχα δώσει».
«Προσπαθώ να καταλάβω», επιμένει εκείνη σε κάτι σαν τελευταία προσπάθεια. «Προσπαθώ να καταλάβω τι σου συμβαίνει».
«Δεν μου συμβαίνει τίποτα. Έγραψα ένα θεατρικό και εσύ δεν θέλεις να το διαβάσεις».
Οι υποψίες περί των προθέσεων γίνονται μεγάλο μπέρδεμα μέσα στην κουζίνα τους. Η Ελένη, μάλλον ήδη κουρασμένη απ’ όλη την αξιοθαύμαστη ψυχραιμία της, εξοργίζεται. Απομακρύνει το χέρι της. Πέφτει πίσω στην καρέκλα.
«Τι να διαβάσω, Λάζαρε;», απαντάει, απότομα. «Πως η μητέρα μας σου φόραγε φορέματα ή πως ο πατέρας μας δεν θυμόταν το όνομά σου; Έχεις τρελαθεί; Αυτά έχεις να πεις γι’ αυτούς;»
Ο Λαζάρου καγχάζει. «Εσύ είχες πάντα καλύτερη σχέση μαζί τους».
Αλλά εκείνη έχει σταματήσει να τον ακούει. «Ξέρεις πως δεν είναι αυτό», λέει, καθώς σηκώνεται όρθια. «Κάτι πρέπει να κάνεις», συνεχίζει, μοιάζοντας ξαφνικά πραγματικά θυμωμένη. «Ξεκουνήσου. Προχώρα. Δεν θα είσαι για πάντα παιδί που παραθερίζει στην Ύδρα. Πρέπει να δεις τι θα κάνεις με τη ζωή σου».
Ο Λαζάρου σπρώχνει το γλυκό του κουταλιού στην άκρη. Απότομα. Τελειώνοντας τη συζήτηση.«Εγώ δεν σου λέω τι να κάνεις με τη ζωή σου, Ελένη».
«Γιατί;», απαντάει εκείνη, φορώντας την τσάντα της χιαστί πάνω στο στήθος. «Θα ήξερες τι να μου πεις;»
-
Όλα αυτά παραμονή Πρωτοχρονιάς. Το βράδυ ο Λαζάρου βγαίνει στο λασπωμένο πάρκο, σφίγγει την καπαρντίνα γύρω από όλα τα ευπαθή του άκρα, ακροπατεί, τριγυρνάει στο σκοτάδι και ψωνίζεται. Κάπου οι άνθρωποι γιορτάζουν· σε ένα άλλο μέρος, αληθινό μάλλον και ζεστό, όπως κάποια μέρη που ο Στέφανος δεν γνωρίζει, παρά μόνο φαντάζεται. Πετυχαίνει τον άγνωστο άντρα που στέκεται κάτω από το δέντρο, κοιτάει διερευνητικά τον Λαζάρου μέσα από ένα λευκό, άπλετο βλέμμα, αφήνει το τσιγάρο του να λάμψει, πλησιάζει.
Η Ξένια κάθεται στο νοτισμένο χορτάρι, με τα πόδια μαζεμένα στο στήθος της. Μουτρωμένη.
«Έχω βαρεθεί», λέει, περνώντας το χέρι της πάνω από το χορτάρι. Ο Στέφανος κοιτάει μακριά, πέρα από το πάρκο, σκέφτεται για κάποια θάλασσα. «Τουλάχιστον κοίταζε με όταν σου μιλάω».
«Ακούω».
«Δεν ακούς», επιμένει εκείνη. «Ούτε επίτηδες να το ΄κανε, να με αναγκάζει να μοιράζομαι την αιωνιότητα με κάποιον που ποτέ δεν ακούει. Έχει πολλά ελαττώματα ο Λάζαρος, αλλά δεν ήταν ποτέ εκδικητικός». Ανασηκώνει το κεφάλι της για να κοιτάξει τον γιο της, έτσι όπως στηρίζει τα χέρια του πάνω στον κορμό. «Πιστεύεις πως εγώ φταίω;»
«Ναι».
Την ακούει να γελάει. «Έχεις δίκιο. Ποιος θα φταίει; Εγώ φταίω. Η μάνα τα σκατά και η μάνα και το φταίξιμο». Ακουμπάει το κεφάλι της στα γόνατά της. «Ήταν ήσυχος μικρός, ξέρεις. Καλό παιδί. Νόμιζα ότι ήταν ευτυχισμένος».
«Μπορεί και να ήταν».
«Μου είναι δύσκολο να καταλάβω πού ακριβώς έκανα λάθος. Ίσως ήμουν υπερβολικά ελαστική μαζί του. Ίσως έκανα λάθος με τον περίγυρό μας».
Ο Στέφανος λυπάται. «Στην Ύδρα;»
«Α», λέει εκείνη γελώντας. «Εκεί σίγουρα».
Ο αέρας κινεί το χορτάρι, κάνει τα φύλλα να πλαταγίσουν σαν μακρινά, ήρεμα κύματα. Η Ξένια τα παρατηρεί, μοιάζοντας παράταιρα νέα και άδολη, όπως θα ‘ταν κάποτε, σε ένα κοντινό νησί. Ίσως να φορούσε φορέματα τότε. Ίσως και όχι. Ίσως να περπατούσε με μικρά, ντελικάτα πέλματα στην αμμουδιά, αφήνοντας πίσω της εύθραυστα μονοπάτια. Τα μαλλιά της, βέβαια, είναι πιο μακριά απ’ της Ελένης, αλλά έχουν ακριβώς το ίδιο χρώμα.
«Το διάβασες το θεατρικό;» τον ρωτάει τελικά, ψιθυριστά, σαν να ‘ναι μυστικό.
«Ναι».
«Και;»
«Ήταν κακό».
Την ακούει να γελάει. Νιώθει ζαλισμένος μαζί της, σαν αγκιστρωμένο ψάρι που σύρθηκε μες στα κύματα. Και κουρασμένος. Αναρωτιέται πώς να νιώθει ο Λαζάρου με το στόμα του αγνώστου στο δικό του, ρευστά και επαναλαμβανόμενα, σαν κύματα μιας μακρινής ακτής· αν το χέρι στον σβέρκο του πονάει. Ένα στόμα. Πάνω σε ένα άλλο στόμα. Ένα νησί. Μία ακτή. Πράγματα που δεν έζησε. Που δεν ξέρει πώς μοιάζουν.
«Υπήρχε μια σκηνή…», παραδέχεται. «Είχε χορό».
«Χορό, ε; Για πες».
«Τανγκό».
«Τανγκό στην παραλία;»
Ο Στέφανος σαστίζει. «Είναι πραγματική;»
Η Ξένια ανασηκώνει τους ώμους, χώνοντας τα ακροδάχτυλά της σε κάποιο παρελθόν. «Του άντρα μου του άρεσαν αυτά», εξηγεί. «Καμιά φορά».
«Το χόρευες με τον γιο σου στο θεατρικό», την αποπαίρνει ο Στέφανος, ενοχλημένος που τον έκανε να αμφιβάλλει. Δεν ξέρει πότε πρόλαβε να θυμώσει. «Είσαι εσύ ο άντρας. Εκείνος βάζει το χέρι του στον σβέρκο σου και αρχίζεις να κλαις».
Η Ξένια συνοφρυώνεται. Μοιάζει ενοχλημένη.
«Ο γιος μου ο συγγραφέας», καγχάζει.
Ο Στέφανος βάζει τα χέρια στις τσέπες του, νιώθοντας παγωμένος, με έναν παραπλανητικό τρόπο. Όπως όλα τα φαντάσματα, δεν αισθάνεται φυσιολογικά τη θερμοκρασία. Το ‘χασε κι αυτό – μαζί με όλα τα υπόλοιπα. Αποφασίζει να την πλησιάσει. Στέκεται μπροστά της, με τα πόδια ανοιχτά και η Ξένια αναγκάζεται να γύρει το κεφάλι της προς τα πίσω για να τον ανταμώσει. Παρατηρεί το πρόσωπό της, το οποίο είναι μελαψό, ευχάριστα ηλιοκαμένο και όμορφο με έναν άγριο τρόπο, σαν πρόσωπο στραμμένο προς τον ήλιο στο βάθος του καλοκαιριού. Τον τελευταίο καιρό, όταν πηγαίνει στη θάλασσα, αναλογίζεται τη Ζωή, που είναι λευκή και κόκκινη, αλλά η εικόνα της μοιάζει όλο και πιο μακρινή, σαν φωτογραφία που φθίνει με το πέρασμα του χρόνου. Αν η Ξένια πάει να τον ακουμπήσει, το χέρι της θα περάσει μέσα από το πόδι του. Οπότε δεν το κάνει. Τον παρατηρεί ήρεμα.
«Ξέρεις πως δεν είμαστε αληθινοί, έτσι δεν είναι;»
Η Ξένια χαμογελάει. «Εσύ δεν είσαι αληθινός, υπολοχαγέ Στέφανε Καραμανίδη».
Ο Στέφανος την αγνοεί. Έχει κουραστεί μαζί της, άλλωστε. Είναι τυλιγμένη γύρω του σαν εντόσθια τα οποία κινούνται και πάλλονται όσο ο οργανισμός γύρω τους μασάει, καταπίνει, δυσκολεύεται, αδυνατεί να χωνέψει. Τον έχει φέρει στο τέλος του εαυτού του κι εκεί, σαν απελπισμένος άνθρωπος, προσπαθεί να την ξορκίσει ανακαλώντας χιόνι.
«Με γνώρισε στον Έβρο», λέει νιώθοντας τη λάσπη κάτω από τις μπότες του. Λάσπη σαν αυτή του πεδίου βολής, καλυμμένη με ομίχλη.
Η Ξένια συμφωνεί. «Τον Δεκέμβριο του 1970». Καγχάζει. «Θα μου πεις παραμυθάκι για καληνύχτα;»
«Αγαπούσα μια γυναίκα που την έλεγαν Ζωή», συνεχίζει θαρραλέα, παρακολουθώντας τη να αγγίζει διστακτικά τη λάσπη και να συνοφρυώνεται.
«Εννοείς τη γυναίκα σου;»
Ο Στέφανος γνέφει αρνητικά. «Ήταν η σύζυγος του Συνταγματάρχη στου Βάτη»
Δες πόσο σοβαρά είναι τα παραμυθάκια μου, θέλει να της πει, αλλά νομίζει πως το καταλαβαίνει. Και αν δεν το καταλαβαίνει αυτό, αντιλαμβάνεται σίγουρα τον τόπο γύρω τους που είναι σκοτεινός, βρεγμένος και γεμάτος χώματα. Την περιμένει να φέρει κάποια αντίρρηση αλλά, καθηλωμένη από την περιέργειά της, κλείνει το στόμα της. Έτσι μπαίνουν σιγά-σιγά στα όρια, κι η Ξένια τον ακολουθεί κατά πόδας. Η ομίχλη γλύφει αργά γύρω από τις μπότες του αλλά υποχωρεί, αφήνοντας τους να περάσουν.
«Ήθελα να χορέψω μαζί της στο Χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν», συνεχίζει την αφήγηση που είναι πράγματι καθαρή όσο τίποτε άλλο στο μυαλό του, όσο η Ξένια τον ακολουθεί, τσαλαπατώντας στα μονοπάτια με τη σταθερότητα του βλέμματός της. «Τίποτα δεν ήξερα. Ούτε να σέρνω τα πόδια μου. Ούτε πώς να τη ζητήσω να χορέψουμε».
«Τανγκό», λέει εκείνη ξαφνικά, έχοντας κάποια παράξενη επιφοίτηση. «Τανγκό χορέψατε».
«Ζήτησα από τον Λάζαρο να μου μάθει». Εκείνη ανασηκώνει τα φρύδια της, τα μάτια της είναι ανοικτά και συγκεντρωμένα. Το σώμα της γέρνει προς τα μπροστά. Σαν για να δει καλύτερα μέσα στην ομίχλη. Μόνο που αυτή έχει ήδη υποχωρήσει. Όλα είναι καθαρά γύρω τους. «Εκείνος ήταν άρρωστος. Είχε πνευμονία. Πολύ άρρωστος. Κόντεψε να πεθάνει».
Τον ακολουθεί όσο της μιλάει, αλλά το βλέμμα της ταξιδεύει. Βλέπει κάπου παραπέρα, πέρα από τον ώμο του, κάπου μακριά κι αντίθετα, μάλλον προς ένα άγνωστο στον ίδιο παρελθόν. Το μάτι της σκέψης της, στραμμένο πέρα από το τέλος του ορίζοντα. Στην άλλη άκρη του πεδίου. Σε έναν τόπο πέρα από κάθε τόπο που θα μπορούσε να γνωρίζει ο Στέφανος. Αλλά τον ακούει. Νεύει σε κάθε λέξη.
«Χορεύαμε πολλή ώρα. Κάποια στιγμή σήκωσε το χέρι του και με ακούμπησε εδώ». Αγγίζει με τα δάχτυλα τον σβέρκο του, βρίσκοντας τον δίχως αίσθηση. Σέρνει το άγγιγμα πάνω στο δέρμα του. Τα μάτια της Ξένιας ακολουθούν την κίνησή του. «Με χάιδεψε», τελειώνει, συνεπαρμένος με την καθαρότητα της ανάμνησης. «Ακούμπησα στον ώμο του, τον πήρα αγκαλιά και… έκλαψα».
Το στόμα της Ξένιας ανοίγει λίγο. Είναι και αυτή συνεπαρμένη, αλλά με κάτι μακρινό από τον Έβρο, με άλλες, άγνωστες σκέψεις κι αλλότρια παρελθόντα. Σαστίζει. Μαζεύεται. «Ό,τι και να κάνουμε, ο λεκές θα μείνει για πάντα εκεί», ψιθυρίζει.
«Τι;»
Τα μάτια της Ξένιας ανοίγουν. Κλείνει το στόμα της. Μοιάζει λες και τον ξέχασε, λες και της γλίστρησε μες στον χρόνο. Το ίδιο γρήγορα τον αναγνωρίζει. «Τίποτα, αγόρι μου», λέει ήρεμα με μια ολοκαίνουρια τρυφερότητα. Κουνάει το κεφάλι για να διώξει την ανάμνηση. «Κάτι που θυμήθηκα. Τι σε βασανίζει;»
Ο Στέφανος σαστίζει. Ψάχνει το κουράγιο του.
«Γιατί έκλαψα, Ξένια;» την ρωτάει τελικά, με λασπωμένα μάτια. «Ποιος είμαι;»
Μόνο που εκείνη δεν πτοείται. Του χαμογελάει.
«Είσαι ένα φάντασμα, υπολοχαγέ Στέφανε Καραμανίδη», του απαντάει τρυφερά. «Δεν είσαι κανένας».
-
Αργότερα, ο ύπνος τον απελευθερώνει, αλλά εκείνος δεν απομακρύνεται αμέσως.
Οι πανηγυρισμοί έχουν τελειώσει, επιτρέποντας στη νύχτα να ησυχάσει. Το δωμάτιο είναι ήρεμο. Ο Λάζαρος Λαζάρου κοιμάται σκόπιμα, σαν άνθρωπος που έχει πολλά να αποφασίσει. Κάθεται δίπλα του στο κρεβάτι, περνώντας το χέρι του πάνω απ’ τα μαλλιά του, όπως είχε περάσει η Ξένια το δικό της πάνω από τα νοτισμένα χορτάρια.
«Δεν το παίρνεις στα σοβαρά, Λαζάρου», του ψιθυρίζει, έχοντας, όμως, στην πραγματικότητα ήδη ηττηθεί. «Πάρ’ το στα σοβαρά, παλιομαλάκα», συνεχίζει, τρυφερά. «Είμαστε χαμένοι αν δεν το πάρεις στα σοβαρά».
Ύστερα σηκώνεται. Φοράει το παλτό του. Ξεκινάει για το λιμάνι.
