Work Text:
Το ανοιξιάτικο εκείνο πρωινό βρήκε το Παρίσι μέσα σε έναν χώρο από φύλλα ανθισμένων αμυγδαλιών που κάλυπταν τα πάντα μέσα σε ενα ρόδινο πέπλο.
Η Άννα χτένιζε αφηρημένα τα μαλλιά της καθισμένη μπροστά στον καθρέφτη της, κοιτώντας περιστασιακά έξω από το παράθυρο χαζεύοντας την θέα με ένα αφηρημένο χαμόγελο. Μπροστά της γυάλιζαν στον πρωινό ήλιο πέντε φωτογραφίες. Στα αριστερά της, η Ελένη με τον μπαμπά της και τα αδέρφια της, πάντα συνοδευόμενες από μία φωτογραφία της μητέρας της και μία της Κατρίν. Στα δεξιά, μία φωτογραφία της Άννας και της Ελένης και άλλη μία οι τρεις τους με την Αλεξάνδρα - την Σάντρα τους όπως ήθελε να την φωνάζουν πια. Εκείνες οι φωτογραφίες έκαναν την καρδιά της Άννας να χτυπά πιο δυνατά μέσα στα αυτιά της, μία μουσική που δεν μπορούσε να βαρεθεί ποτέ.
Η πόρτα του δωματίου άνοιξε και τα βήματα της Ελένης συγχρονίστηκαν με το καρδιοχτύπι της Άννας. Η αντανάκλαση της Ελένης της χαμογέλασε προτού σκύψει να την φιλήσει στην κορυφή του κεφαλιού της.
“Η Σάντρα δεν θέλει να σηκωθεί να πάει σχολείο σήμερα,” είπε η Ελένη κάπως ανήσυχη. “Ευτυχώς κατάφερα να την πείσω.”
Η Άννα έπιασε το χέρι της και το φίλησε. “Μην στεναχωριέσαι. Πήγαινε εσύ να ετοιμαστείς.”
Η Ελένη την φίλησε ξανά και έκανε να φύγει. Η Άννα όμως την τράβηξε κοντά της από το χέρι και της έριξε ένα πεταχτό φιλί στα χείλη. Η Ελένη της έσφιξε τον ώμο με ένα χαμόγελο και έφυγε βιαστικά για να βοηθήσει την Σάντρα να ετοιμαστεί για το σχολείο. Η Άννα τελείωσε με τα μαλλιά της, άφησε την βούρτσα της στο έπιπλο και έριξε την ζακέτα της Ελένης στους ώμους της προτού βγει κι αυτή βιαστικά στην κουζίνα.
Το διαμέρισμά τους ήταν λίγο μεγαλύτερο από αυτό που έμενε η Ελένη στο Καρτιέ Λατέν πριν δύο χρόνια. Είχε δύο δωμάτια και η κουζίνα ήταν ευρύχωρη και άνετη. Βρισκόταν σε ένα εξαιρετικό σημείο, προσβάσιμο στο σχολείο της Σάντρας αλλά και στη Σορβόννη όπου δούλευε η Ελένη. Την πρώτη φορά που είχαν επισκεφτεί το διαμέρισμα, η Άννα ανησυχούσε ότι παρά ήταν καλό για να είναι αληθινό και ότι δεν θα μπορούσαν ποτέ να ανταποκριθούν στο νοίκι του. Όμως κάτι που η Ελένη έγινε επίκουρη καθηγήτρια, κάτι που η ίδια μπόρεσε να εξασφαλίσει κάποιες ώρες σε ένα συνοικιακό ωδείο και κάποια ιδιαίτερα μαθήματα, κάτι που ο καλόγαθος ηλικιωμένος νοικάρης τους που τους έκανε μία πιο καλή τιμή όταν έμαθε για την Σάντρα, όλα τα κομμάτια του παζλ είχαν έρθει στη θέση τους.
Όταν η Άννα μπήκε στην κουζίνα, η Ελένη χτένιζε τα μαλλάκια της Σάντρας ενώ εκείνη καθόταν υπομονετικά σε μία καρέκλα. Εκείνες τις ημέρες, τα χαμόγελα δεν περίσσευαν από τα χείλη της. Έσκυψε και φίλησε την Σάντρα προτού ανοίξει το μάτι της κουζίνας. Μένοντας μόνη της όλα αυτά τα χρόνια, η Ελένη είχε μάθει να μαγειρεύει αλλά η Άννα λάτρευε να τους μαγειρεύει και δεν την άφηνε πάρα τις διαμαρτυρίες της. Τα δε πρωινά λόγω του περιορισμένου χρόνου που διέθεταν, η Ελένη είχε πάψει να προσπαθεί να της αλλάξει γνώμη και είχε στρέψει όλη την προσοχή της στο να βοηθάει την Σάντρα να ετοιμαστεί για το σχολείο.
Εκείνο το πρωί δεν ήταν πολύ διαφορετικό από τα άλλα. Η Άννα ετοίμασε πρωινό και η Ελένη χτένισε και έπλεξε τα μαλλιά της Σάντρας. Κάθισαν όλες μαζί απολαμβάνοντας τον πρωινό καφέ τους. Η Σάντρα ήταν παραδόξως ήσυχη και έδειχνε βαριεστημένη.
“Αγάπη μου, γιατί δεν τρως;” ρώτησε η Άννα.
Η Σάντρα, που σαν την Ελένη δεν μπορούσε να πει ψέματα, κοκκίνησε. “Βαριέμαι να πάω σχολείο σήμερα,” είπε, κοιτάζοντάς την παρακλητικά.
Η Ελένη και η Άννα αντάλλαξαν ένα βλέμμα φορτωμένο με άπειρες λέξεις, ένα σύστημα που είχαν τελειωποιήσει χρόνια τώρα, πολύ πριν η Άννα έρθει στο Παρίσι.
“Γλυκιά μου, ξέρεις ότι όλα τα παιδάκια πρέπει να πηγαίνουν στο σχολείο,” απάντησε διπλωματικά η Άννα. “Ακόμα και τις μέρες που δεν θέλουν. Εκτός αν είναι άρρωστα.”
“Ωραία. Je suis malade,” απάντησε αμέσως η Σάντρα.
Η Άννα και η Ελένη έκαναν μεγάλο κόπο να μην γελάσουν με την απάντησή της. Από τότε που ξεκίνησε να πηγαίνει σχολείο στο Παρίσι έμπλεκε συχνά τα Ελληνικά με τα Γαλλικά στο σπίτι με αξιολάτρευτα αποτελέσματα. Η Άννα είχε αρχίσει να ανησυχεί ότι κάποτε δεν θα μπορούσε να την καταλάβει καθώς οι δικές τις γνώσεις στην γλώσσα δεν προχωρούσαν με τους ίδιους ραγδαίους ρυθμούς. Ακόμα και η Ελένη που είχε ζήσει κοντά δέκα χρόνια στο Παρίσι θαύμαζε την πρόοδό της στα Γαλλικά.
“Σάντρα μου, γιατί δεν θέλεις να πας σχολείο; Νόμιζα ότι σου άρεσε,” ανταπάντησε με μεγάλη προσπάθεια η Ελένη.
“Σας είπα. Κουράστηκα. Βαρέθηκα,” κατσούφιασε η Σάντρα.
Η Ελένη γονάτισε δίπλα στην καρέκλα της και έπιασε το χεράκι της. “Λοιπόν, θα κάνουμε μία συμφωνία, εντάξει;” Το κορίτσι έγραψε. “Θα κάνεις λίγη υπομονή αυτήν την εβδομάδα στο σχολείο. Και το επόμενο Σαββατοκύριακο θα πάμε μία εκδρομούλα στη Λυών. Τι λες;”
Η Σάντρα έγραψε καταφατικά με έναν μικρό δισταγμό. Η Ελένη την φίλησε στο μάγουλο και σηκώθηκε. Η Σάντρα τελείωσε το πρωινό της και έτρεξε να πάρει την τσάντα της.
“Της έχεις υπερβολική αδυναμία. Σε κάνει ό,τι θέλει,” την ψευτομάλωσε η Άννα, βάζοντας την κούπα της μέσα στο νεροχύτη.
Η Ελένη γέλασε μαζεύοντας τα πιάτα. “Δεν φταίω εγώ. Και αν με έκανε όντως ό,τι ήθελε, θα με έπειθε να μην την πάμε σχολείο σήμερα,” πρόσθεσε.
Η Άννα απλώς κούνησε το κεφάλι της χαμογελώντας.
Ύστερα από λίγο επέστρεψε η Σαντρα με την τσάντα στους ώμους της, έτοιμη να κατακτήσει την ημέρα. Η Άννα της διόρθωσε τον γιακά και την έστειλε να φορέσει τα παπούτσια της. Λίγη ώρα αργότερα, οι τρεις τους βρέθηκαν στους θορυβώδεις δρόμους του Παρισιού. Η χαοτική ατμόσφαιρα της γαλλικής πρωτεύουσας ακόμα και στην σχετικά ήσυχη συνοικία τους δεν είχε σχέση με καμία από τις ελληνικές εμπειρίες τους. Η Άννα είχε χρειαστεί πολύ για να συνηθίσει τους παριζιάνικους ρυθμούς ζωής.
Ευτυχώς δεν ήταν ποτέ μονής της ενάντια στις δυσκολίες της ζωής. Όχι πια.
Σε κάθε δρόμο που έπρεπε να διασχίσουν μέχρι το σχολείο της Σάντρας, της έπιαναν η καθεμιά τα χεράκια της και για μία στιγμή στη θέση της Σάντρας βρισκόταν ο Κυριάκος μικρός και μία παράξενη νοσταλγία πλημμύριζε την καρδιά της Άννας. Είχαν αλλάξει τόσα πολλά που μερικές φορές ένιωθε λες και ζούσε σε κάποιο όνειρο. Ένα όνειρο που προχωρούσε μονάχα μπροστά.
Το προαύλιο του δημοτικού σχολείου θηλέων “Ιωάννα της Λωρραίνης” ξεπρόβαλε στο βάθος του δρόμου. Δεκάδες άλλα κοριτσάκια με τις γεμάτες τσάντες τους κατευθύνονταν προς τα εκεί. Η Σάντρα έτρεξε να χαιρετίσει τις φίλες της μπροστά στην είσοδο και η Άννα έμεινε να την χαζεύει. Πόσο γρήγορα μεγάλωνε…
Η Ελένη της έπιασε το μπράτσο και της χαμογέλασε αχνά. Ήταν μία παρηγοριά για εκείνη να ξέρει ότι μοιράζονταν τις ίδιες σκέψεις.
Η Σάντρα επέστρεψε κοντά τους για να τις αποχαιρετήσει. Η Άννα έσκυψε και την αγκάλιασε σφιχτά, φιλώντας τα μαλλιά της.
“Να είσαι καλό κορίτσι. Η μαμά σε αγαπάει πολύ.”
“Εντάξει, μαμά.”
“Δώσε ένα φιλάκι και στη θεία Ελένη.”
Δεν χρειαζόταν να της το ζητήσει δεύτερη φορά. Το γέλιο της Ελένης ήταν σαν αρμονία μέσα στο πρωινό χάος και η αγκαλιά τους βράχος ενάντια στην τρικυμία.
“Γειά σου μαμά, γειά σου θεία Ελένη!” Φώναξε στα ελληνικά η Σάντρα προτού τρέξει πίσω από τις φίλες της. Έμειναν για λίγο εκεί να την χαζεύουν μέχρι που η μορφή της χάθηκε μέσα στο πλήθος των μαθητριών και μέσα στο κτήριο. Αφού βεβαιώθηκαν ότι ήταν πράγματι ασφαλής, γύρισαν από τον ίδιο δρόμο που είχαν έρθει. Η Άννα έπιασε αγκαζέ την Ελένη και μαζί κατευθύνθηκαν προς την συνοικία τους.
“Δεν καταλαβαίνω τι την έχει πιάσει,” είπε. “Πάντα αγαπούσε το σχολείο.”
“Είναι παιδί. Όλα τα παιδιά κάποτε κουράζονται με το σχολείο,” την καθησύχασε η Ελένη. “Μην ανησυχείς. Με αυτήν την εκδρομή θα αλλάξει λίγο παραστάσεις και θα της περάσει.”
“Σοβαρολογούσες, λοιπόν, με τη Λυών.”
“Φυσικά. Αν το θέλεις κι εσύ, εννοώ.” Τα μάγουλα της Ελένης έγιναν ρόδινα. “Είναι μία τόσο όμορφη πόλη. Θα είναι μια καλή ευκαιρία για όλες μας.”
Η Άννα χαμογέλασε γλυκά. “Μαζί σου θα πήγαινα μέχρι το τέλος του κόσμου,” της απάντησε ανοιχτά, ξεδιάντροπα, εκεί όπου κανείς δεν μπορούσε να τις καταλάβει ή να τις κρίνει. Η Ελένη της έσφιξε το μπράτσο με εκείνο τον τρόπο που έλεγε περισσότερα από όσα οι λέξεις.
Γύρισαν μαζί στην ήσυχη συνοικία τους για να κάνουν μερικά ψώνια. Έπειτα, συναντήθηκαν με την Κολέτ και τον αρραβωνιαστικό της, τον Ζαν-Πολ, για έναν γρήγορο καφέ στα γνωστά τους στέκια στο Καρτιέ Λατέν.
Ήταν πραγματικά μία πανέμορφη ημέρα. Ο ήλιος έλαμπε με θαλπωρή, προμηνύοντας την αναγέννηση της φύσης. Ήδη οι αμυγδαλιές είχαν δώσει το έναυσμα ενώ τα πρώτα φύλλα είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους δειλά δειλά στους γύρω δρόμους.
Η Άννα λάτρευε την άνοιξη στο Παρίσι.
Γύρω τους οι άνθρωποι φαινόταν ότι είχαν την ίδια ανάγκη όπως και τα φυτά για την ζεστασιά που ερχόταν μετά τον χειμώνα. Έτσι τα περισσότερα μπριστρό ήταν γεμάτα εκείνο το πρωί με παρέες όπως την δική τους. Η Κολέτ φλυαρούσε ακατάσχετα όπως πάντοτε, φανερά ενθουσιασμένη με το σχέδιό τους να περάσουν το Σαββατοκύριακο στη Λυών. Είχε να τους προτείνει πολλά μέρη να δουν και να επισκεφτούν και η Ελένη και η Άννα την άκουγαν προσεκτικά. Ο Ζαν-Πολ από την άλλη φαινόταν να ακούει μόνο και να μιλάει ελάχιστα, ακόμα και τις στιγμές που η αρραβωνιαστικιά του σταματούσε. Ήταν ένας άνθρωπος που υπήρχε στη σιωπή, μία σιωπή γεμάτη αγάπη και κατανόηση. Ίσως για αυτό να τον συμπαθούσε τόσο πολύ η Άννα.
Παρά την όμορφη ημέρα, έπρεπε να γυρίσουν σπίτι κι έτσι αποχαιρετίστηκαν με την υπόσχεση να βρεθούν ξανά για να πουν τα πάντα στην Κολέτ για τη Λυών. Με τις σακούλες στο χέρι, η Ελένη και η Άννα επέστρεψαν στο διαμέρισμά τους για να τακτοποιήσουν τα ψώνια.
“Άφησε τα, θα το κάνω εγώ,” είπε η Άννα στην Ελένη. “Εσύ πήγαινε να ετοιμαστείς.”
“Δεν υπάρχει περίπτωση,” αποκρίθηκε η Ελένη, τακτοποιώντας τα πράγματα σε ένα ντουλάπι και η Άννα ένιωσε την καρδιά της φουσκώνει.
Αυτές οι μικρές στιγμές ήταν που την παρηγορούσαν τις δύσκολες στιγμές, όταν αναρωτιόταν αν είχε πράξει το σωστό.
Η Ελένη έφυγε για να ετοιμαστεί ενώ η Άννα φόρεσε την καινούργια της πόδια, δώρο της Κολέτ όταν έμαθε ότι λάτρευε την μαγειρική. Η Ελένη επέστρεψε σύντομα με τον χαρτοφύλακα και τα βιβλία της.
“Θα αργήσω λίγο σήμερα,” ανακοίνωσε νευρικά στην Άννα. “Θα προλάβω όμως να πάρω την Σάντρα από το σχολείο.”
Η Άννα την πλησίασε για να της διορθώσει τον γιακά προσεκτικά. Έπειτα την φίλησε στο μάγουλο. “Καλό μάθημα,” της είπε γλυκά. “Je t'aime,” πρόσθεσε, κερδίζοντας εκείνο το χαμόγελο της Ελένης που αξίζει όσο χίλια τρόπαια.
“Κι εγώ σ'αγαπώ,” της απάντησε και την φίλησε κανονικά. Έκανε να φύγει αλλά η Άννα την κράτησε λίγο παραπάνω. “Αγάπη μου, θα αργήσω,” ψιθύρισε η Ελενη.
“Συγγνώμη, Μαντμαζέλ Παυλίδη, δεν θα επαναληφθεί,” την πείραξε η Άννα, αφήνοντάς της αυτή τη φορά.
Ξεπροβόδισε την Ελένη όπως έκανε κάθε φορά και έπειτα επέστρεψε στην κουζίνα για να μαγειρέψει. Είχε επίσης εκεί στην άκρη του πάγκου ένα ραδιοφωνάκι που της είχε κάνει δώρο η Ελένη στα γενέθλιά της το οποίο άνοιξε, έχοντας για συντροφιά τους γαλλικούς σκοπούς της εποχής που τόσο την συνέπερναν.
Αφού τελείωσε το μαγείρεμα και τις πρωινές δουλειές της, η Άννα ετοιμάστηκε κι αυτή για τα απογευματινά της μαθήματα, συγκεντρώνοντας τις σημειώσεις και τις παρτιτούρες της. Ευτυχώς είχε μόνο δύο εκείνη την ημέρα και έτσι θα είχε χρόνο να αφιερώσει στην οικογένειά της.
Στην οικογένειά της. Πόσο τρυφερό ακουγόταν αυτό, πώς γέμιζε η ψυχή της με αυτή τη σκέψη.
Με αυτή τη σκέψη παρηγοριά πέρασε το υπόλοιπο της ημέρας μόνη, τρέχοντας από τη μια συνοικία στην άλλη μέσα στον λαβύρινθο του Παρισιού, ένα αστέρι ανάμεσα σε εκατομμύρια αλλά.
Όταν επέστρεψε στο σπίτι με πόδια μουδιασμένα από το περπάτημα, η Άννα μπήκε στο σπίτι έτοιμη για την αγαλλίαση που της πρόσφερε η εικόνα της Ελένης να διαβάζει με την Σάντρα στο τραπέζι της κουζίνας. Ωστόσο, το διαμέρισμα ήταν ασυνήθιστα άδειο και σκοτεινό.
“Ελένη; Σάντρα μου;” φώναξε αλλά απάντηση δεν πήρε.
Παράξενο. Θα έπρεπε να είχαν γυρίσει μέχρι τωρα. Εκτός κι αν η Σάντρα είχε καταφέρει όντως να τουμπάρει την Ελένη και είχαν παραστρατήσει κάπου στο δρόμο…
Πίσω της, άκουσε την πόρτα να ξεκλειδώνει και ετοιμάστηκε να τις κατσαδιάσει. Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε η Ελένη.
Μόνη της και αλαφιασμένη.
"Ελένη;”
“Άννα, το παιδί…” είπε ανάμεσα σε ένα αναφιλητό. Η Άννα έτρεξε κοντά της.
“Ελένη, τι συμβαίνει;” ρώτησε η Άννα που είχε αρχίσει να πανικοβάλλεται.
“Εγώ φταίω. Άργησα παραπάνω από ό,τι περίμενα,” θρήνησε η Ελένη. “Και όταν έφτασα στο σχολείο, η Σάντρα δεν ήταν εκεί.”
Η Άννα ένιωσε να χάνει τον κόσμο κάτω από τα πόδια της. “Και πού είναι;”
Η Ελένη κούνησε το κεφάλι της. “Δεν ξέρω. Ρώτησα τους δασκάλους της, κανείς δεν την είδε. Αχ Άννα, εγώ φταίω για όλα…”
Παρά το αρχικό σοκ, η Άννα μπόρεσε να πάρει αγκαλιά της Ελένη. “Πάψε τώρα, δεν ξέρουμε τι συνέβη. Πρέπει πρώτα να την βρούμε.”
Η Ελένη έγνεψε και σκούπισε τα δάκρυα της. Η Άννα άρπαξε την ζακέτα της και βγήκαν σχεδόν τρέχοντας στους δρόμους.
Χτένισαν όλη τη συνοικία. Πήγαν ξανά στο σχολείο, ξαναρώτησαν αλλά δεν έμαθαν τίποτα καινούριο. Κάθε στιγμή που περνούσε η αγωνία μεγάλωνε και η Άννα μπορούσε να ακούσει την καρδιά της μέσα στο αυτιά της ολοένα και πιο δυνατά.
Δεν ήξεραν πόση ώρα έψαχναν, μόνο ότι έπρεπε να συνεχίσουν, ότι ίσως έπρεπε να πάνε στην αστυνομία. Ξαφνικά η Ελένη σταμάτησε σαν να θυμήθηκε κάτι.
“Το πάρκο. Είναι το μόνο μέρος που δεν ψάξαμε,” είπε ξέπνοα.
“Ας μην χάνουμε χρόνο λοιπόν,” είπε η Άννα πιάνοντάς την από το χέρι.
Σχεδόν έτρεξαν μέχρι το πάρκο. Κι εκεί ευτυχώς το βασανιστήριό τους τελείωσε.
Η Σάντρα καθόταν μόνη της σε μία κούνια κοιτώντας τα παπούτσια της. Όταν άκουσε τις φωνές τους αναθάρρυσε. Ξαφνικά τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Κατέβηκε από την κούνια και έτρεξε προς το μέρος τους.
“Maman! Μανούλα!” είπε με λυγμούς. Η Άννα και η Ελένη έσκυψαν μαζί και την έσφιξαν στην αγκαλιά τους.
Εκείνη τη στιγμή δεν έγιναν ερωτήσεις ούτε επιπλήξεις. Μονάχα αγκαλιές και φιλιά μέσα στην ήρεμη νύχτα. Η Άννα σήκωσε την Σάντρα στην αγκαλιά της παρά το μέγεθός της
και η Ελένη πήρε την τσάντα της. Στα μισά της διαδρομής άλλαξαν χέρια κι έτσι η Ελένη μπήκε στο διαμέρισμα με την Σάντρα στην αγκαλιά της.
Μέσα στην ασφάλεια του σπιτιού, όλες οι άμυνες κατέρρευσαν και τα συναισθήματά ξεχείλισαν.
“Μα τι στο καλό σκεφτόσουν!” Φώναξε η Άννα. “Κοντέψαμε να πεθάνουμε από την αγωνία! Θα μπορούσες να πάθεις κάτι κακό!”
“Συγγνώμη,” κλαψούρισε η Σάντρα.
“Δεν το περίμενα ποτέ αυτό από σένα, Αλεξάνδρα. Ποτέ,” είπε με στόμφο η Άννα.
Η Ελένη αγκάλιασε την Σάντρα από τους ώμους. “Άννα μου, σε παρακαλώ…” είπε μονάχα. Παρά τον εκνευρισμό της, η φωνή της Ελένης ήταν σαν μια ανακούφιση. Η Άννα αναστέναξε και κάθισε μαζί τους στον καναπέ.
“Αλεξάνδρα μου, γιατί δεν περίμενες την θεία Ελένη να σε πάρει από το σχολείο και έφυγες μόνη σου;” ρώτησε πιο μαλακά αυτή τη φορά.
“Περίμενα στην είσοδο του προαυλίου,” απάντησε η Σάντρα φυσώντας την μύτη της. “Και όσο περίμενα ήταν και κάτι άλλα κορίτσια της έκτης και με κοιτούσαν που περίμενα μόνη μου.”
Η Άννα αντιλήφθηκε την αλλαγή στην έκφραση της Ελένης και της έπιασε το χέρι πίσω από την πλάτη της Αλεξάνδρας για να την καθησυχάσει. “Με κοιτούσαν και γελούσαν. Κάποια στιγμή ήρθε μία και άρχισε να με κοροϊδεύει. “Τι, σε ξέχασε ο μπαμπάς σου;” μου είπε και γέλασαν περισσότερο. Δεν ήθελα να μείνω εκεί, να βλέπω τα άλλα κορίτσια να τα παίρνουν οι μπαμπάδες τους από το σχολείο, ούτε ήθελα να με δουν να κλαίω. Έτσι, έφυγα. Συγγνώμη μαμά, συγγνώμη θεία Ελένη…”
Η καρδιά της Άννας διαλύθηκε σε χίλια κομμάτια. Ξαφνικά ο θυμός της εξανεμίστηκε, έγινε φτερό στον άνεμο, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Αυτή η απώλεια ήταν τόσο δύσκολη να την διαχειριστεί ένα παιδί, πόσο μάλλον όταν υπήρχε το στίγμα. Πάντοτε η Άννα και η Ελένη ήταν πολύ προσεκτικές ώστε να προστατέψουν την Σάντρα. Δεν μπορούσαν όμως να την προστατέψουν από τα πάντα. Αντάλλαξαν ένα πονεμένο βλέμμα με την Ελένη και αγκάλιασαν την Αλεξάνδρα. Σφιχτά.
“Είναι τόσο κακό που δεν έχω μπαμπά;” ψιθύρισε η Σάντρα.
“Αγάπη μου,” απάντησε η Άννα φιλώντας το κεφαλάκι της. “Κάθε οικογένεια είναι διαφορετική. Δυστυχώς, πολλά παιδάκια δεν έχουν μπαμπά. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν έχουν άλλους ανθρώπους που τους αγαπούν εξίσου.”
Η Σάντρα έριξε ένα βλέμμα στην Ελένη. Εκείνη πήρε το χεράκι της και το φίλησε. “Τότε γιατί γελούσαν μαζί μου;” ρώτησε. Μία ερώτηση που δεν είχε μία τόσο απλή απάντηση.
“Γιατί κάποια παιδάκια δεν έχουν μάθει να είναι ευγενικά,” απάντησε η Ελένη, σφίγγοντας το χεράκι τους. “Γιατί δεν ξέρουν με ποιον άλλο τρόπο να έχουν φίλους. Και ίσως γιατί κάποια από αυτά δεν καταλαβαίνουν πώς νιώθουν οι άλλοι.”
Ήταν μία πολύ επιφανειακή μα και απλή απάντηση που όμως φάνηκε να βγάζει νόημα στο μυαλουδάκι της Σάντρας.
“Για αυτό δεν ήθελες να πας στο σχολείο;” ρώτησε η Άννα χαϊδεύοντας τα μαλλιά της.
Η Σάντρα έγνεψε καταφατικά. “Συγγνώμη. Τελικά… δεν θα πάμε εκδρομή;” ρώτησε χαμηλόφωνα.
Η Ελένη κοίταξε την Άννα και χαμογέλασαν αχνά. “Θα το σκεφτούμε,” απάντησε. “Ξέρεις ότι της υποσχέσεις μου τις κρατάω,” πρόσθεσε, τσιμπώντας της τρυφερά στο μάγουλο.
Η Σάντρα χαχάνισε και αναθάρρησε. “Δεν θα μπω δηλαδή τιμωρία;”
“Όχι αυτή τη φορά,” την καθησύχασε η Άννα. “Θέλω όμως να μας υποσχεθείς ότι από εδώ και στο εξής θα μας λες ό,τι σε απασχολεί και δεν θα μας το κρύβεις. Εντάξει;”
“Εντάξει, μανούλα,” απάντησε η Σάντρα με έναν αναστεναγμό και ξάπλωσε στα πόδια της, εξαντλημένη από όλα όσα είχε περάσει εκείνη την ημέρα. Η Άννα και η Ελένη αναστέναξαν όλη την νευρικότητα και την αγωνία εκείνης της ημέρας.
Την επόμενη μέρα, η Σάντρα δεν παραπονέθηκε για το σχολείο. Ακολούθησαν την καθημερινή τους πια ρουτίνα όπως κάθε άλλη μέρα. Οι τρεις τους βρέθηκαν για άλλη μια φορά έξω από το προαύλιο της “Ιωάννας της Λωραίνης”, με την Άννα να ισιάζει την φούστα της Σάντρας και την Ελένη να καμαρώνει.
Ξαφνικά μία παρέα λίγο μεγαλύτερων κοριτσιών πέρασε από μπροστά τους, ψιθυρίζοντας και χαχανίζοντας, κοιτώντας την Σάντρα. Τα αυτιά της Σάντρας έγιναν κατακόκκινα και απέστρεψε το βλέμμα της. Προτού προλάβει η Άννα να αντιδράσει, η Ελένη πέρασε στην αντεπίθεση.
“Συγγνώμη, δεσποινίδες μου,” τις κάλεσε αυστηρά.
“Ελένη,” ψιθύρισε η Άννα, φοβούμενη μήπως κάποιος από τους γονείς τους ήταν εκεί κοντά και αντιδρούσε. Όμως η Ελένη δεν άκουγε τίποτα και κανέναν. Είχε εκείνον τον αποφασιστικό, παγωμένο θυμό, σαν απρόσμενη, καταστροφική χιονοστοιβάδα που δεν τον σταματούσε σχεδόν τίποτα.
Η Ελένη μιλούσε στα κορίτσια της έκτης για αρκετή ώρα, γρήγορα και κοφτά. Η Άννα δεν καταλάβαινε τι τους έλεγε, όμως έπιασε στο τέλος ένα “Αν μάθω ότι ενοχλήσατε την ανιψιά μου ξανά, σας το υπόσχομαι ότι θα το μετανιώσετε. Έγινα κατανοητή;”
Τα κορίτσια έγνεψαν καταφατικά με μία έντονη νευρικότητα και εξαφανίστηκαν στο προαύλιο του σχολείου. Η Ελένη στράφηκε και πάλι στην Άννα και στην Σάντρα και το βλέμμα της μαλάκωσε ευθύς αμέσως. Έσκυψε και φίλησε την Σάντρα προτού την πάρει μία σφιχτή αγκαλιά. Το κουδούνι χτύπησε και αναγκάστηκε να την αφήσει. Η Σάντρα τις χαιρέτησε με τον ένθερμο τρόπο της και έτρεξε στο προαύλιο. Η Άννα και η Ελένη έμειναν να την χαζεύουν. Όταν χάθηκε από τα μάτια τους, η Άννα πήρε το χέρι της Ελένης στο δικό της. Αυτό έδειξε να λιώνει όλη την ένταση και το θυμό από τους ώμους της.
“Η Σάντρα είναι πολύ τυχερή που σε έχει,” ψιθύρισε.
Η Ελένη κούνησε το κεφάλι της. “Εγώ είμαι η τυχερή.”
Μία εβδομάδα αργότερα, καθώς περπατούσαν αγκαζέ μέσα από το Parc de Hauteurs στην Λυών, κοντά στη Βασιλική Notre-Dame de Fourvière, η Άννα ένιωθε περισσότερη τυχερή από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο στον κόσμο. Η Σάντρα περπατούσε λίγο πιο μπροστά τους, συνεπαρμένη από όλα τα νέα ερεθίσματα και τις εμπειρίες.
“Τελικά είχες δίκιο,” είπε η Άννα στην Ελένη. “Αυτή η εκδρομή έχει κάνει πολύ καλό στην Αλεξάνδρα.”
“Και όχι μόνο,” συμπλήρωσε η Ελένη με ένα χαμόγελο γεμάτο νόημα.
Την ένταση της στιγμής διέλυσε η φωνούλα της Σάντρας που έτρεξε προς το μέρος τους με λαχτάρα, κρατώντας δύο πορτοκαλί λουλουδάκια στα χέρια της.
“Maman! Μανούλα! Κοιτάξτε!” αναφώνησε.
Για μία στιγμή η Άννα και η Ελένη πάγωσαν. Την πρώτη φορά που είχε χρησιμοποιήσει η Σάντρα αυτόν τον συνδυασμό λέξεων δεν είχαν δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα, αποδίδοντάς το σε ένα απλό μπέρδεμα της γλώσσας λόγω της συναισθηματικής έντασης της στιγμής, μπερδεύοντας τις δύο γλώσσες για να αναφερθεί στην Άννα.
Όμως δεν ήταν μπέρδεμα. Ο διαχωρισμός αυτός δεν ήταν τυχαίος. Ήταν η αλήθεια που είχε ξεγλιστρήσει ανάμεσα από τις χαραμάδες την πιο ειλικρινή στιγμή. Και δεν το είχαν καταλάβει μέχρι εκείνη τη στιγμή στο Parc de Hauteurs.
“Γλυκιά μου, είναι πανέμορφα,” είπε η Άννα βλεφαρίζοντας τα δάκρυά της προτού καταλάβει η Σάντρα το οτιδήποτε. Η Ελένη δεν μπορούσε όμως να μιλήσει. Άφησε την Σάντρα παρόλα αυτά να της βάλει το λουλούδι στα μαλλιά της. Όταν η μικρή έτρεξε και πάλι μπροστά, άφησε ένα μοναδικό δάκρυ να κυλήσει.
“Όπως έλεγα, πολύ τυχερή,” ψιθύρισε. Η Άννα της έσφιξε το μπράτσο και της έριξε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο.
