Actions

Work Header

Σκοτεινά Σταυροδρόμια

Summary:

Όταν η αλήθεια αποκαλύπτεται, η Ελένη καλείται να βρει τον σωστό δρόμο για να προχωρήσουν. Δεν είναι όμως η μόνη που πρέπει να βρει το σωστό δρόμο ανάμεσα σε όλα τα σκοτεινά σταυροδρόμια της ζωής…

Work Text:

Τα πολλαπλά, διάχυτα και αντικρουόμενα συναισθήματα της Ελένης την είχαν τυλίξει σε ένα αποπνυκτικό κουβάρι φόβου και αβεβαιότητας. Ήξερε από την πρώτη στιγμή ότι δεν υπήρχε επιστροφή.

Ποιον δρόμο έπρεπε να ακολουθήσουν τώρα;

Η σιωπή μέσα στο σπίτι της ούρλιαζε, απαιτούσε εξηγήσεις για κάτι που δεν τις χωρούσε, που δεν μπορούσε να δεχτεί. Όμως η Ελένη ήξερε ότι πουθενά αλλού δεν μπορούσε να υπάρξει εκείνη τη στιγμή, σαν ένα μίασμα που έπρεπε να κρυφτεί μέχρι να ξεχαστεί. 

Όμως η Ελένη δεν ξεχνούσε. Μονάχα μία σκέψη την κατέκλιζε: Άννα, Άννα, Άννα. Ήταν καλά; Πού βρισκόταν; Περνούσε όσο δύσκολα όσο εκείνη; Πολεμούσε καθημερινά θεούς και δαίμονες, εσωτερικούς και εξωτερικούς όπως η ίδια; Δεν άντεχε να μην ξέρει. Αλλά η γνώση είχε ένα τίμημα.

Η πόρτα ξαφνικά χτύπησε και η Ελένη πετάχτηκε σαν ελατήριο. Κανείς άλλωστε δεν πήγαινε να επισκεφτεί την μοναχική Μέδουσα για να δει τι κάνει αλλά για να την εξωντώσει, όπως έκανε στο τέλος ο Περσέας. Παρόλα αυτά, η Ελένη πήγε και άνοιξε την πόρτα με τρεμάμενα χέρια.

Της κόπηκαν τα πόδια. Μπροστά της ο Νικηφόρος ένστολος, αμίλητος, αυστηρός, με το καπέλο κάτω από τη μασχάλη του. Παρόλα αυτά η Ελένη δεν λίγυσε. Τον κοίταξε στα μάτια εξίσου επίμονα, σαν να προσπαθούσε να προκαλέσει το πεπρωμένο της. Ο Νικηφόρος δεν την χαιρέτησε.

“Μπορώ να περάσω;” ρώτησε κοφτά. Η Ελένη δεν του απάντησε. Παραμέρησε μόνο για να περάσει. 

Ο ενωμοτάρχης βρέθηκε στη σπηλιά της Μέδουσας και τόλμησε να την κοιτάξει κατάματα και όχι πίσω από μία ασπίδα. Κάθισαν αντικριστά ο ένας από τον άλλον αμίλητοι και ανέκφραστοι, βουλιάζοντας στην τεταμένη σιωπή.

 

Ο Νικηφόρος συνέχισε να την καρφώνει με το επίμονο βλέμμα του σαν να προσπαθούσε να την ζυγίσει, να καταλάβει. Η Ελένη μπορούσε να ακούσει σχεδόν τις σκέψεις του. Δεν τράβηξε το βλέμμα της αλλά το ανταπέδωσε. Παραδόξως, δεν ένιωθε φόβο. Καθόλου. Ήταν τρομακτικά ήρεμη όπως ο ουρανός πριν μία καλοκαιρινή καταιγίδα. 

Ο Νικηφόρος έσφιξε τα χείλη του. “Τελικά τα πράγματα δεν είναι ποτέ όπως φαίνονται.”

Η Ελένη δεν του απάντησε. Δεν είχε σκοπό άλλωστε. Θα υπέμενε την κάθε προσβολή, την κάθε τιμωρία. Μόνο ένα πράγμα την ενδιέφερε πια.

“Όταν ήρθαμε εδώ πρώτη φορά, η Άννα είπε κάτι που τότε δεν κατάλαβα.” Δεν ξέφυγε της Ελένης ο τρόπος που είπε το όνομα της Άννας: φορτισμένα με ένταση αλλά και κάτι άλλο που δεν ήθελε να σκεφτεί, να φανταστεί, από φόβο μήπως χάσει την ψυχραιμία της. “Είπε ότι αυτό το μέρος θα άλλαζε τις ζωές μας. Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ με αυτόν τον τρόπο.”

Ποιος θα μπορούσε άλλωστε; Ούτε η ίδια η Ελένη θα μπορούσε να φανταστεί ότι εκείνη η μοιραία συνάντηση με την Άννα στο ξενοδοχείο θα άλλαζε την ζωή της με τρόπο ανεπανάλειπτο. 

Ξαφνικά ο Νικηφόρος απέστρεψε το βλέμμα του. “Τον άλλαξε λοιπόν. Ή μάλλον αποκάλυψε ορισμένα πράγματα που διαφορετικά δεν θα έρχονταν ποτέ στην επιφάνεια.” Έστρεψε το βλέμμα του ξανά πίσω στην Ελένη. “Ξέρεις τι σημαίνει να περνάς τόσα πολλά χρόνια κοντά σε έναν άνθρωπο, να πιστεύεις ότι θα είστε μαζί μέχρι το τέλος και να μαθαίνεις ότι δεν αισθάνεται τίποτα για σένα;”

“Δεν είναι αλήθεια αυτό.” Η φωνή της Ελένης ακούστηκε απόκοσμη, σχεδόν έξω από το σώμα της. “Η Άννα σε αγαπάει. Σε νοιάζεται. Αυτό δεν αλλάζει. Τα λόγια της, όχι τα δικά μου,” πρόσθεσε με στόμφο.

“Όχι όμως όπως πρέπει,” απάντησε ο Νικηφόρος και εκείνο το “πρέπει” αντιλάλησε στους ψυχρούς τοίχους. “Θα ήταν μία μικρή παρηγοριά αν δεν έδινε τον έρωτά της σε ένα…”

Δεν ολοκλήρωσε την σκέψη του. Την άφησε μετέωρη, φορτισμένη, να αιωρείται ανάμεσα στο “πρέπει” όμως εκείνη βούιζε στα αυτιά της Ελένης: σίχαμα. 

“Το μόνο που με ταλανίζει είναι το γιατί. Είναι το μόνο που προσπαθώ να καταλάβω,” παραδέχτηκε ο Νικηφόρος. “Τώρα όμως που έχω μία διαφορετική οπτική των πραγμάτων, τα κομμάτια του παζλ έχουν αρχίσει να έρχονται στη θέση τους.”

Η Ελένη δεν αποκρίθηκε. Περίμενε σχεδόν καρτερικά. 

“Όταν παντρευτήκαμε, δεν γνωριζόμασταν καιρό. Έτυχε να υπηρετήσω λίγο στην Κέρκυρα. Οι γονείς της ήθελαν πολύ αυτό το γάμο. Εδώ νομίζω ότι είναι οι διαφορά. Οι γονείς της, όχι εκείνη. Μόνο που δεν μου το είπε ποτέ.”

“Δεν μπορούσε να σου το πει,” είπε ήρεμα η Ελένη.“Ίσως,” συμφώνησε ο Νικηφόρος. “Πίστευα βέβαια ότι δεν είχε σημασία. Ότι τα πράγματα θα έρχονταν όπως πρέπει. Είχε όμως σημασία για αυτήν. Και αυτό μάλλον έκανε τη διαφορά.” Ίσιωσε τους ώμους του. “Μετά ήταν κι άλλα πράγματα. Το ότι ένιωθε ότι δεν την καταλάβαινα. Ότι ένιωθε ορισμένες φορές ότι δεν ήταν η προτεραιότητά μου. Ίσως το ότι πίστευε ότι την θεωρούσα δεδομένη. Τα λόγια της, όχι τα δικά μου,” επανέλαβε με πίκρα. “Ίσως και να είχε δίκιο,” παραδέχτηκε. “Μετά όμως ήρθες εσύ.” 

Αυτή τη φορά ο Νικηφόρος την κάρωσε με το βλέμμα της. Η Ελένη δεν αποτραβήχτηκε. Το ανταπέδωσε με την ίδια δύναμη, την ίδια φόρτιση. 

“Ήρθες εσύ,” συνέχισε ο Νικηφόρος, κρατώντας με τόση δύναμη το καπέλο του που τα χέρια του είχαν ασπρίσει. “Εσένα σε διάλεξε. Την άκουγες, την καταλάβαινες. Δεν την θεώρησες ποτέ δεδομένη. Μόχθησες για το σωστό ενάντια στη θέλησή σου. Εκείνη ήταν που υπέκυψε γιατί για πρώτη φορά της είχε δοθεί η επιλογή, η κατανόηση, η φροντίδα, η αποδοχή. Πράγματα που, από ό,τι φαίνεται, δεν θα μπορούσα να της δώσω ποτέ τελικά.”
Η Ελένη δεν αποκρίθηκε. Όχι γιατί δεν είχε το θάρρος αλλά επειδή δεν είχε τα κατάλληλα λόγια. Ο Νικηφόρος σηκώθηκε απότομα. Τον μιμήθηκε μηχανικά.

“Μην με παρεξηγείς. Αυτό δεν αλλάζει πολλά. Είμαι πολύ θυμωμένος,” ξεκαθάρισε ο Νικηφόρος. “Είμαι πολύ συγχυσμένος, πολύ…” άλλη μία προσβολή που άφησε ανολοκλήρωτη. “Αλλά έχω αρχίσει να καταλαβαίνω κάποια πράγματα και να τα αποδέχομαι. Ως ένα βαθμό. Για αυτό ήρθα εδώ σήμερα. Όχι για να συγχωρήσω, για να ξεκαθαρίσω.”

Η Ελένη έγνεψε. Ήξερε ότι οι δυο τους δεν θα ήταν ποτέ στο ίδιο στρατόπεδο, ειδικά μετά από όλα όσα είχαν συμβεί. Μπορούσαν όμως να φτάσουν σε ένα σημείο αλληλοκατανόησης. 

“Έχω ξεκινήσει τις διαδικασίες για το διαζύγιο,” την ενημέρωσε ο Νικηφόρος. “Εδώ που φτάσαμε, δεν υπάρχει άλλη επιλογή.”

Είχαν φτάσει πράγματι σε ένα σκοτεινό, ομιχλώδες αδιέξοδο. Όμως κάπου μέσα από την ομίχλη ξεγλιστρούσαν οι αχτίδες του ήλιου δειλά, διστακτικά. 

Ο Νικηφόρος έκανε να φύγει. Ξαφνικά δίστασε. Η Ελένη δεν τον είχε δει ποτέ να διστάζει. Κοκκάλωσε κι αυτή. Γύρισε και στράφηκε στην Ελένη για τελευταία φορά. “Να την προσέχεις,” είπε χαμηλόφωνα. Προτού προλάβει να του απαντήσει η Ελένη με σιωπή ή λόγια, είχε ήδη φύγει για τα σκοτεινά σταυροδρόμια από τα οποία θα έπρεπε σύντομα να ξεφύγει και η ίδια πολύ σύντομα.