Work Text:
«Είναι πολύ απλό, θα δείτε!»
Όλα τα παιχνίδια του Παρασκευά ξεκινούν με τον ίδιο ενθουσιώδη τόνο και την ίδια, απαράλλακτη υπόσχεση. Το βλέμμα του Ταγματάρχη διαγράφει μία κυκλική τροχιά και πέφτει πάνω στους υπόλοιπους όσο ο- πρώην- Πρόσκοπος εξηγεί τους κανόνες της νέας δραστηριότητας που μόλις προ ολίγου επινόησε.
Είναι αξιοθαύμαστο, σκέφτεται, παρατηρώντας κάποιες ματιές συγχυσμένες κι άλλες όλο γνήσια προσήλωση, ενώ δεν λείπουν τα χασμουρητά εδώ και εκεί, ο άλλος άνδρας να πίστευε εξαρχής, με τόσο σθένος, ότι όλες αυτές οι ολωσδιόλου διαφορετικές μεταξύ τους, αταίριαστες προσωπικότητές τους είναι εφικτό να συμμετέχουν σε τέτοιου είδους παίγνια δίχως να επέλθει το απόλυτο χάος. Έως και τη σήμερον ημέρα, κάποιος θα υπάρξει που θα τα θεωρήσει δυσνόητα, κάποιος θα είναι πιότερο οκνηρός το συγκεκριμένο απόγευμα, κάποιος πιθανότατα απλώς θα αποχωρήσει αθόρυβα- και αδιάφορα- από το δωμάτιο in medias res, κάποιοι θα σχηματίσουν «πηγαδάκια».
Ο Παρασκευάς, ωστόσο, θα παραμείνει ακλόνητος. Έχει ηθικόν ακμαιότατον, ωσάν στρατιώτης που ποτέ δεν εγκαταλείπει τη μεραρχία του- αυτή στην οποία του έτυχε να εβρίσκεται- και ρίχνεται στη μάχη.
Ο Αθανάσιος θαρρεί πως δε θα το παραδεχτεί ποτέ και σε κανέναν, ζωντανό ή νεκρό, ότι ενίοτε επιπλήττει τον εαυτό του που φθονεί την ελπίδα του άλλου άνδρα. Δεν μπορεί να δώσει μία σπιθαμή της έστω σε εκείνον;
Τέλος πάντων. Το παίγνιο πρόκειται τωόντι για μιαν υπόθεση απλούστατη: εξ αφορμής μίας πρόσφατης ανακαλύψεως του Παρασκευά, καλούνται, όσοι επιθυμούν, να αναζητήσουν στις τσέπες τους «κρυμμένους θησαυρούς»- λόγια του ιδίου, όχι του Ταγματάρχη.
Όταν ξεστομίζει τέτοια πράγματα, με εκείνη την ιδιάζουσα, ολίγον τι παιδαριώδη χροιά, ο Αθανάσιος τον συμμερίζεται. Διακρίνει τη μελαγχολία, όπως ακριβώς κάνει τις στιγμές που η Καλλιρρόη, καθήμενη δίπλα του, σχολιάζει τις νεαρές στο Shopping Star λες και παρευρίσκεται σε κάποια χοροεσπερίδα της βασιλίσσης∙ ή τις φορές που η Θεοφανία απολαμβάνει τόσο τη βόλτα στους κήπους και τις μικρές εργάτριες της φύσης τις ηλιόλουστες μέρες του χρόνου, και η Μπήλιω πλησίον της νουθετεί τη Μαρίνα περί του κατάλληλου τρόπου καλλιέργειας τομάτας∙ ή όταν ο Απόστολος χορεύει καμαρωτός τα ζεϊμπέκικά του, και ο Βαγγέλης επιλέγει να περάσει το απόγευμά του συνομιλώντας με τα δέντρα, τα μόνα που τον ξεπερνούν σε δακτυλίους ζωής∙ ή τις ώρες που ακόμα και αυτός ο συχνά φορτικός ποιητής του παραλόγου, ο Γεράσιμος, μένει στη μεγάλη βιβλιοθήκη του πάνω ορόφου, δίχως να μπορεί να χαθεί στις σελίδες μίας αγαπημένης ανθολογίας.
Σε όλους λείπει κάτι όμορφο που έγινε αιθέρας μαζί με τον χαμό τους, σε μια στιγμή. Αυτή η πρότερη ζωή μοιάζει αιώνες πίσω-
Ναι. Ο Παρασκευάς καταντά αρκετά μελοδραματικός όταν διοργανώνει τέτοιες δραστηριότητες, μα δεν υπάρχουν καλύτερες επιλογές προς ώρας, με την απουσία του Χάρη και της Μαρίνας, κι ίσως καμιά φορά να αξίζει να υπενθυμίζουν στους εαυτούς τους τις παλιές βραδιές ψυχαγωγίας π. Μ., όπως χαρακτηρίζει ενίοτε η Θεοφανία την περίοδο που προηγείται της εγκατάστασης του ζεύγους στο αρχοντικό. Επιπροσθέτως, μπορεί τούτη η νύχτα να αποτελεί μοναδική ευκαιρία να ξεσκονιστούν, τρόπος του λέγειν, τα ενδύματά τους.
Το μόνο που δε σε βαραίνει όντας νεκρός είναι το περιεχόμενο των τσεπών σου. Πιθανώς.
Αρχίζει ο τέως Ενωμοτάρχης, ώστε να δώσει και το παράδειγμα. Αφού ψάχνει για λίγα λεπτά περισσότερα απ’ ό,τι ενδεχομένως θα επιθυμούσε, εντοπίζει τα κλειδιά του λεωφορείου που οδήγησε εκείνη τη μοιραία μέρα. Αστειεύεται πως θα είναι σαν «ξαναζεσταμένη σούπα» τούτη η αφήγηση για όλους, και τα μάτια των υπολοίπων επιστρατεύουν όση συμπόνοια έχουν όσο τους εξιστορεί περί της απόκτησης του φθαρμένου ως και σαράντα σχεδόν έτη πριν προσκοπικού του μπρελόκ.
Σειρά έχουν έπειτα δύο λίαν αποτυχημένες συμμετοχές. Αυτή του Βαγγέλη, που δεν έχει τσέπες ή κάποιο σημείο που είναι δυνατό να βρίσκεται το οτιδήποτε κρυμμένο, είναι πρώτη.
«Αν είχα» προσθέτει, χαχανίζοντας ήδη (έξοχα) «θα είχα ένα καθρεφτάκι, για να κοιτάω την ωραία μου μουρίτσα όποτε μου κάνει κέφι».
«Ασχολίαστο» και «Μουχρίτσα, θες να πεις» ξεστομίζουν ταυτοχρόνως η Καλλιρρόη και ο Απόστολος, αντίστοιχα.
Ο Ακέφαλος, στη συνέχεια, αποτυγχάνει παταγωδώς στην προσπάθειά του να συντονιστεί με το σώμα του, με αποτέλεσμα το κεφάλι του να φεύγει για άλλη μια φορά από τη θέση του και να κυλά στο ξύλινο πάτωμα, αγκομαχώντας να κυνηγήσει το άλλο του μισό στο υπόλοιπο σπίτι.
Μετά από αυτή τη μικρή σκηνή, σειρά έχει ο Απόστολος, ο οποίος εμφανίζει από τη μία και μοναδική τσέπη του- Θεέ και Κύριε!- χειροπέδες με- είναι αυτό πράσινο γουνάκι;! Κανείς δεν επιθυμεί τις ιστορίες που ενδέχεται να τις συνοδεύουν, οπότε η Μπήλιω παίρνει ταχύτατα τον λόγο αποτρέποντας οποιαδήποτε αντίσταση, αποκαλύπτοντας ένα μαχαίρι για χόρτα που έκρυβε στην αριστερή κάλτσα της. Η κλασική καφέ, ξεθωριασμένη από τη χρήση λαβή του μοιάζει με εκείνου που είχε η γιαγιά του Αθανάσιου στο χωριό.
«Δεν επρόλαβα να τα μαζέψω» δηλώνει απλοϊκά, κι όλοι γνέφουν με κατανόηση. «Βέβαια, πολύ πιο καλύτερα- για να ‘μουνα και πεθαμένη και καμένη και μια λεκάνη χόρτα να!» προσθέτει, λίγο πιο ανάλαφρα από πριν.
Όλοι κρατούν την ανάσα που πια τους είναι παντελώς άχρηστη σαν φτάνει η σειρά του Γεράσιμου. Ωστόσο, αυτός επιλέγει να μην (ξανα)παρουσιάσει το Γράμμα, αλλά ένα μεταξωτό λευκό μαντήλι με ραμμένα στην άκρη τα αρχικά του. Στην αρχή, πασχίζει να τους πείσει ότι επρόκειτο για την απλόχερη προσφορά από την εξίσου λευκή χείρα μίας νεαράς ονόματι Γ. Ζ., αλλά τον γνωρίζουν όλοι σαν τις δικές τους χείρες, κι έτσι παραδέχεται πως είναι «δώρο της μητέρας, από τότε που καταγινόταν μανιωδώς με την κλωστοϋφαντουργική τέχνη». Ένα χρυσοκέντητο μαντήλι παρουσιάζει και η Καλλιρρόη, με την ειδοποιό διαφορά να είναι πως αυτή έχει πράγματι μία αξιόλογη ιστορία να το συνοδεύσει. Ο Ταγματάρχης δεν καταλαβαίνει τον λόγο που δε γελούν με τα ξεκαρδιστικά χωρατά της που στολίζουν την αφήγηση.
Η Θεοφανία, στη συνέχεια, βρίσκει προς μεγάλη της έκπληξη ένα λαμπερό, και δη για τα δεδομένα της εποχής, κόσμημα, που μάλλον διακοσμούσε περίτεχνα το στεφάνι από τις πλεξούδες στα μαλλιά της. Δε γνωρίζει ποιος μπορεί να το καρφίτσωσε στο εσωτερικό της ζώνης της, αλλά τη χαροποιεί τα μάλα η πράξη.
«Παραδόξως υπέροχο» σχολιάζει η Καλλιρρόη, και ο Αθανάσιος, θαμπωμένος και κρυφός στη ζωή του λάτρης των αξεσουάρ, συμφωνεί και επαυξάνει με το δεύτερο μέρος.
Οι κοπέλες στο Shopping Star χρειάζεται να αρχίσουν να παρουσιάζουν κάτι επίσης αξιόλογο. Αρκετά πια με τη μάστιγα των αδιάφορων μονόχρωμων μπαντανών!
Να, λοιπόν, που έφτασε αισίως η σειρά του. Το ρολόι απέναντί του σημαίνει το πέρασμα μιάμισης ώρας, μα του φάνηκε πως ο χρόνος κύλησε πολύ γρηγορότερα.
Προσφέρθηκε εξ αρχής να είναι τελευταίος, εξαιτίας της χωρητικότητας της στολής του. Μολονότι έχει αρχίσει την αναζήτηση από τότε που η Θεοφανία ολοκλήρωσε την ανακάλυψή της, η προσπάθειά του μάλλον θα αποβεί άμεσα μάταιη. Βρίσκει μονάχα μία παραμάνα που τοποθετούσε στην άκρη του σακακιού κάποιες φορές, ώστε να είναι οι στολές στα μέτρα του κι εκείνος καθώς πρέπει. Δε θα ήθελε να χρειαστεί να επινοήσει κάτι ευφάνταστο για το συγκεκριμένο αδιάφορο αντικείμενο, αλλά αν και η εσωτερική τσέπη του πουκαμίσου του δεν-
Θαρρεί πως προτιμά την ιδέα της αφήγησης των περιπετειών του με την παραμάνα, τώρα που τον έχει λούσει- αδύνατον- κρύος ιδρώτας.
Γιατί, Παναγία Μεγαλόχαρη, είσαι ξαφνικά κωμική φιγούρα; Γιατί, αναρωτιέται με τρεμάμενα χέρια και ένα ομοιοπαθές σαγόνι, βρίσκεται εδώ μέσα καταχωνιασμένη τόσα χρόνια αυτή η-
«Ταμπακιέρα; Άτ’ σα ο Ταγματάρχας!»
«Ουυ, βίντατζ! Καλά, πολύ πρώτο, δικέ μου!»
«Ω, είχα λησμονήσει ότι κάπνιζες, χρυσέ μου. Άσχημη και επιβλαβής συνήθεια!»
«Άσε μας, ρε Καλλιρρόη, με τις ηθικές σου αξίες πάλι- λες και δεν είναι πεθαμένος ο άνθρωπος, εσύ θα του το πεις!»
«Καλέ, κόφτε, αυτός έχει πανιάσει!»
«Ω, Θεέ! Είναι κάτι τέτοιο ακόμα εφικτό;»
«Ταγματάρχη; Ουυυ! Αχ, δε μιλάει-»
Δεκαετία του ‘40
«-Του απαντά τότε ο Στρατηγός ‘Τι; Τι μου λέτε; Δεν έχει στεγνώσει-» ο Καφαντάρης πασχίζει να βγάλει φωνή μέσα από τα πνιχτά γέλια του- «ακόμα η μπογιά στο παγκάκι;’»
Ο Ταγματάρχης βεβαιώνεται πως οδεύει προς επικίνδυνα μονοπάτια τη στιγμή που του κόβεται η ανάσα από τα γέλια και το βλέμμα του αναζητά αυθόρμητα αυτό του άλλου άνδρα, που χαχανίζει ωσάν μικρό παιδί στην καρέκλα δίπλα του- αν έλεγε ή είχε τη δυνατότητα να δείξει με κάποιον τρόπο ότι έχει δει ομορφότερα και καθαρότερα μάτια, ακόμα και τούτη τη στιγμή, που είναι δακρυσμένα και σχεδόν μισόκλειστα, θα ήταν ανώτερος της Κοτοπούλη.
Διάολε, ήταν αναγκαίο να έχει επίσης αίσθηση του χιούμορ; Πώς θα ξεφύγει από τη λαχανιασμένη καρδιά του τώρα;
Πασχίζουν κι οι δυο να συμμορφωθούν και να ανασάνουν ομαλά. Αποφεύγουν να ξανακοιταχτούν για αρκετή ώρα, ώστε να μην ξεσπάσουν για άλλη μια φορά σε υστερικά γέλια, διότι τότε είναι που θα λάβουν επίσημη επίπληξη από τους ανωτέρους του Ταγματάρχη, με τη διαμεσολάβηση της αναφοράς της βραδινής σκοπιάς και των υπολοίπων στο τέλος του διαδρόμου.
Ο Αθανάσιος βάζει το παρατημένο τσιγάρο του ανάμεσα στα χείλη του. Παρατηρεί τα έγγραφα και τα πρόχειρα σχέδια εμπρός τους και όλα του μοιάζουν ξαφνικά αλλόκοτα. Έχει την αίσθηση ότι το υπόλοιπο βράδυ δε θα είναι καθόλου παραγωγικό. Απολογείται εσωτερικά στον «Οδυσσέα», όταν η άκρη του ματιού του εντοπίζει τα μακριά δάχτυλα του Καφαντάρη να παγιδεύουν ένα τσιγάρο από την ταμπακιέρα που έχει τοποθετήσει δίπλα στο μολύβι του.
«Με ρέγουλα, στρατιώτη» τον συμβουλεύει μισοαστεία μισοσοβαρά ο Ταγματάρχης. «Δεν είναι εποχές για άσκοπες απολαύσεις».
Ο Καφαντάρης καρφώνει το βλέμμα του στο δικό του όσο το σπίρτο φλέγεται ανάμεσα στα χείλη του. Η προσπάθειά του στέφεται με επιτυχία έπειτα από αρκετά δευτερόλεπτα που ο Αθανάσιος παρακολουθεί με αιδώ αλλά και περιέργεια τον χορό που έχουν στήσει οι κόρες του, και κουνά το χέρι του πάνω κάτω για σβήσει τη φωτιά.
«Με συγχωρείτε, κύριε» λέει, σκύβοντας- ασυναίσθητα, είναι σίγουρο- λίγο προς το μέρος του. «Με ενέπνευσε η καλή παρέα» προσθέτει, και τραβά μια τζούρα από το φρέσκο τσιγάρο, που αφήνει στο διάβα του τις στάχτες της καρδιάς του Αθανάσιου.
Ο Ταγματάρχης κάνει μια απόπειρα να μιλήσει με πιο ανάλαφρο τόνο. «Με είχαν προειδοποιήσει πως είστε ολίγον τι ετοιμόλογος πριν έρθετε, αλλά όσο περνούμε περισσότερο χρόνο μαζί, δείχνετε ολοένα και πιο πολύ την… ευστροφία σας αυτή, Λοχαγέ» σχολιάζει.
Αυτός ο χαρακτηρισμός ισχύει πως του αποδόθηκε από νωρίς, πριν καν αντικρίσει για πρώτη φορά το- υπέροχο, Θεέ μου συγχώρεσέ με- πρόσωπό του∙ προτού γνωρίσει τον Καφαντάρη, πριν ακόμη ο «Οδυσσέας», για τον οποίο συναντήθηκαν απόψε, υπήρξε έστω σαν σπέρμα της ιδέας στην οποία έχει πια εξελιχθεί, ο Συνταγματάρχης Γρηγοριάδης στόλισε με πολλές λεπτομέρειες τον φάκελο του άλλου άνδρα. Μεταξύ μας, ίσως κάποιες να είτο ολίγον τι αχρείαστες. Ο Συνταγματάρχης είναι πανθομολογούμενη αλήθεια πως έχει αδυναμία στο άχαρο κουτσομπολιό. Πιθανώς να έχει μία αδυναμία και στο θαυμάσιο έγγραφο με την ετικέτα «Καφαντάρης». Ο Αθανάσιος δε θα τον αδικούσε αν ίσχυε πράγματι αυτό.
(Μα δεν μπορεί να συμβαίνει, ασφαλώς γιατί ουδείς δεν ταλανίζεται από τις πιο μύχιες σκέψεις του αργά τη νύχτα ή νωρίς το πρωί στη διάρκεια μίας έκτακτης άσκησης ή την τέταρτη συνεχόμενη μέρα που γεύεται φακόρυζο στην κουζίνα όταν δεν υπάρχει κανείς εκεί να του αποσπάσει την προσοχή.)
Ο Ταγματάρχης, έως και τη σήμερον ημέρα, προσπαθεί να ανακαλύψει μόνος του τις πτυχές που φανερώνει, και ιδίως αυτές που κρύβει, αυτός ο άνθρωπος που έχει τώρα τη χαρά και το προνόμιο να βρίσκεται απέναντί του. Μοναδική προσωπικότητα, είναι κάθε φορά το συμπέρασμα εις το οποίο καταλήγει.
Δεν επιθυμεί να αφήσει τον νου του να διαφύγει των σαφών, πολύ σαφών, ορίων που έχει θέσει τούτη τη στιγμή. Δεν πρέπει.
Ο Καφαντάρης χασκογελά στο άκουσμα του σχολίου. «Μία φορά τολμά κανείς στα νιάτα του να εκφράσει απορία περί των τρωκτικών που καταναλώνουν ασύστολα τις πατάτες στο μαγειρείο, και όποιος έχει αυτιά πρέπει να μάθει για τον φημισμένο ‘γλωσσοκοπάνα’ του ελληνικού στρατού» λέει ανεμίζοντας την παλάμη του για έμφαση, ωθώντας ένα χαμόγελο έκπληξης και ανακούφισης να σχηματιστεί κάτω από το μουστάκι του Ταγματάρχη.
Νιώθει το πρόσωπό του να σκοτεινιάζει. Η απόπειρα να αποφύγει την ενοχή που του δημιουργεί όλη αυτή η στιγμιαία ευτυχία όταν είναι μαζί του, ενώ έξω από τους τέσσερις αυτούς τοίχους μαίνεται η καταστροφή- η αιματηρή, βασανιστική πραγματικότητα, όχι αυτή που βιώνει από την άνεση ενός γραφείου- αποτυγχάνει παταγωδώς.
Παρηγορητικό αποτελεί το γεγονός ότι, σκέφτεται, καλύπτοντας την έκφρασή του με τις στενογραφημένες σημειώσεις που βρίσκει διαθέσιμες εμπρός του, ο Λοχαγός του δε δείχνει ποτέ να δίνει σημασία στις διακυμάνσεις της διάθεσής του.
Επικρατεί σιγή ιχθύος, κι ήχοι ξεφυλλίσματος και γραψίματος γεμίζουν το δωμάτιο για αρκετή ώρα. Προσπαθεί να συγκεντρωθεί στην κωδικοποίηση των πιο πρόσφατων σχεδίων τους, όταν το αριστερό του χέρι και η ξεχασμένη γόπα ανάμεσα στα δάχτυλά του τυλίγονται από μία ζεστασιά όμοια της οποίας δεν έχει ποτέ άλλοτε βιώσει.
Ο αντίχειρας του Καφαντάρη διαγράφει απαλά σχήματα στην τραχιά παλάμη του. Δεν τολμά να κουνήσει το χέρι του, μήπως ονειρεύεται. Το νόημα πίσω από τα ορνιθοσκαλίσματά του χάνεται ως και για τον ίδιο.
Πόσο μάταιο να προσπαθείς να εργαστείς όταν έχεις όλον τον κόσμο στα δάχτυλά σου;
Δεν ειπώνεται τίποτα άλλο εκείνο το δίωρο. Δε μετακινείται τίποτα άλλο εξαιρουμένων των χαρτιών και των ακούραστων μολυβιών.
«Με συγχωρείτε» σπάει τη σιωπή βραχνά ο Καφαντάρης «πρέπει να-»
«Φυσικά!» τον διακόπτει ο Αθανάσιος, και διαλύει, με απότομο μάλλον τρόπο, τον δεσμό των χεριών τους. «Σας απασχόλησα περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο απόψε. Απολογούμαι».
Ο Καφαντάρης του χαμογελά, ισιώνοντας το πουκάμισό του και τοποθετώντας το υπόλοιπο μέρος της στολής του. Παρά την προφανή κούραση στο πρόσωπό του, πόσο καλοσυνάτος και… όμορφος είναι τις πρωινές ώρες. Ο Αθανάσιος κλείνει για μια στιγμή τα μάτια, αποθηκεύοντας την εικόνα στο ένοχο μνημονικό του.
«Θα σας πω μονάχα αυτό» αρχίζει ο Λοχαγός, αποφασιστικά. «Δεν είμαι όμηρός σας. Είναι τιμή μου να δουλεύω δίπλα σας το πλάνο μας, κύριε. Γι’ αυτό» χαμηλώνει τη φωνή του, και ο τόνος του ταυτοχρόνως γλυκαίνει «μην ξαναζητήσεις συγγνώμη, σε παρακαλώ. Πάντα θα θυμάμαι αυτές τις βραδιές».
Ο Ταγματάρχης αγνοεί, θα αντιληφθεί αργότερα, τον τρόπο που κατεβάζει το βλέμμα του στην τελευταία του δήλωση. Για την ώρα, δεν τον επιπλήττει για τον ενικό, και γνέφει καταφατικά. Έχει αποστομωθεί. Ο Καφαντάρης σηκώνει το κεφάλι του, χαιρετά στρατιωτικά και βαδίζει προς την πόρτα.
Μία νέα ημέρα απλώνει το φως της στο μικρό γραφείο. Η πρωινή άσκηση αχνοφαίνεται στον ορίζοντα, και τα ράδια περιμένουν. Η Ελλάδα περιμένει. Ίσως δεν γνωρίζει πια τι.
Ο Ταγματάρχης εντοπίζει την ταμπακιέρα του Καφαντάρη τακτοποιώντας τα έγγραφα ύστερα από λίγη ώρα. Την κρατά στην τσέπη του, και τον πληροφορεί περί αυτής όσο οι στρατιώτες είναι απασχολημένοι με τους κοιλιακούς μύες τους στο γρασίδι απέναντι.
«Ξέρετε- μισό λεπτό, κύριε. Σκουφά! Μην έχεις την ψευδαίσθηση ότι δε σε έχουμε παρατηρήσει να μη συμμετέχεις επανειλημμένα και αδικαιολόγητα στην πρωινή σωματική άσκηση! Τρεις γύρους του προαυλίου, και σβέλτα!»
Ο νεαρός κάνει απόπειρα να προβάλει αντίσταση, αλλά το βλέμμα του Καφαντάρη υπόσχεται να τους μετατρέψει σε έξι.
«Στις διαταγές σας, κύριε Λοχαγέ!»
Ο άλλος άνδρας στρέφει ξανά την προσοχή του στον Ταγματάρχη. Τα μάτια του μαλακώνουν, και οι ώμοι του χαλαρώνουν. Ξάφνου, οι κόρες του διαστέλλονται και τα φρύδια του φθάνουν το ύψος της κορυφής των μαλλιών του.
«Με συγχωρείτε, κύριε, δε ζήτησα την άδειά σας!»
Ο Ταγματάρχης χτυπά φιλικά τον ώμο του, και αγνοεί την παλάμη του, που ακόμα καίει. «Ούτε λόγος, Λοχαγέ. Πράξατε δίκαια. Αρκετά με αυτό το.. σκασιαρχείο τόσες εβδομάδες! Δε θα σας εξαναγκάσω σε αγώνα δρόμου. Για την ώρα…»
Από τη μύτη του Καφαντάρη ακούγεται ένα μικρό ρουθούνισμα, το οποίο σπεύδει να καλύψει με την παλάμη του. Ο Ταγματάρχης, για να αλλάξει τη ροή της συζήτησης, προς κίνδυνο εμφάνισης μιας κρίσης γέλιου όπως της χθεσινοβραδινής, αφαιρεί με προσοχή την ταμπακιέρα από την τσέπη του.
«Κρατήστε τη. Ούτως ή άλλως, ένα έχει μέσα.»
«Ένα; Μόνο ένα;»
«Θα το κόψω, το αποφάσισα. Με νουθέτησε σωστά ένας σοφός» τον πειράζει ο Λοχαγός.
«Δε σας έχει συμβουλεύσει ο σοφός να μη χαρίζετε άσκοπα τα αντικείμενα αξία σας;»
«Δεν είναι άσκοπο όταν πρόκειται για το εν λόγω πρόσωπο».
Ο Ταγματάρχης δείχνει ξαφνικά μεγάλο ζήλο για την παρακολούθηση της γυμναστικής στον κήπο.
«Κρατήστε τη. Επιμένω» λέει χαμηλόφωνα, και μάλλον σοβαρότερα ο Καφαντάρης, κι η κουβέντα λήγει εκεί.
Ο Ταγματάρχης αγνοεί ότι, σε κάποιους μήνες από τώρα, τώρα που αποφεύγει το ζεστό, γεμάτο οίκτο βλέμμα του, θα επιθυμεί, για λίγα λεπτά της ώρας, τόσο έντονα να υπάρξει τρόπος και νόμος της φύσης να την κάψει στην ανύπαρκτη φωτιά στο τζάκι, την αναθεματισμένη.
Ο τέως Λοχαγός του θα φύγει για την αφρικανική ήπειρο με τα απολύτως απαραίτητα: τη στολή του και το πηλήκιό του, που θα έχει στη μικρή εσωτερική τσέπη του τη φωτογραφία της μικρής του αδερφής και μία σκισμένη σελίδα με ακαταλαβίστικα στα μάτια τρίτων ορνιθοσκαλίσματα∙ δυο κονσέρβες με ρεβίθια∙ ένα βαρύ και ασήκωτο ως και για πυγμάχο όπλο στον ώμο∙ ένα ζευγάρι φθαρμένες αρβύλες με χαλίκια στον πάτο που θα αρνείται να καθαρίσει∙ εσώρουχα, και κρυμμένη μέσα μια φυσαρμόνικα που θυμήθηκε τελευταία στιγμή∙ κανένα τσιγάρο.
Θα ανοίξει τη βαλίτσα του, και πάνω πάνω θα γυαλίζει μία ασημένια ταμπακιέρα, με μισό μονάχα ακάπνιστο τσιγάρο στο εσωτερικό της.
Σήμερα
«Α!»
«Τι έπαθες, αγάπη μου; Α, φάντασμα μπίζνες. Κατάλαβα. Πάω μέσα».
Μία βαριά πόρτα ακούγεται να τρίζει στο βάθος.
«Τι κάνεις μόνος σου έξω στο καταχείμωνο, άνθρωπέ μου;» ακούγεται μια- λίγο ενοχλημένη, λίγο ανήσυχη- φωνή πολύ κοντά. «Μη μου πεις ότι πάλι φυλάγατε σκοπιά- αφού σου είπα, βάλαμε κάμερες. Δεν έχεις να φοβάσαι κάτι, πέσε για… ύπνο; Ύπνο θα πω, ναι».
Ο Αθανάσιος επανέρχεται στην πραγματικότητα απότομα όταν ένα χέρι εισέρχεται άγαρμπα στο οπτικό του πεδίο.
«Μαρίνα» λέει, με τον ήχο να είναι πιο βραχνός απ’ ό,τι ιδανικά θα επιθυμούσε «επιστρέψατε κιόλας;»
Τα φρύδια της σμίγουν. «Καλέ μου, είναι πέντε το πρωί. Εσύ θα μας είχες κάνει ένα κήρυγμα να με το συμπάθιο» απαντάει, και ανοίγει τα χέρια της για έμφαση «αν μας έβλεπες να γυρνάμε τέτοια ώρα».
Ο Ταγματάρχης τη λοξοκοιτά με όση δύναμη του απομένει. «Δε χρειάζεται να γίνεσαι χυδαία, νεαρά». Σκέφτεται λίγο. «Αφαιρέθηκα, αυτό είναι όλο».
Το κεφάλι της Μαρίνας γέρνει προς τα αριστερά. Οι μπούκλες της ανακατεύονται από έναν ισχυρό αλλά σύντομο άνεμο, και ενοχλείται, τυλίγοντας το πανωφόρι της πιο σφικτά γύρω της. Ίσως πράγματι να είναι τόσο παγωμένη η αποψινή νύχτα. Μακάρι να βρίσκεται στο δωμάτιό της λίαν συντόμως, και να λησμονήσει μια για πάντα αυτό το αξιολύπητο θέαμα.
Κάποιο μέρος του εαυτού του φαίνεται πως δεν τον υπακούει, ωστόσο. «Είμαι τόσο δειλός, Μαρίνα».
Η γυναίκα δείχνει να εκπλήσσεται. «Πώς σου ήρθε αυτό τώρα;»
Ο Ταγματάρχης ξεφυσά. Τουλάχιστον αξιοθρήνητο εκ μέρους του. «Σηκώθηκα κι έφυγα. Δεν έχω ιδέα τι μπορεί να σκέφτονται ή, ακόμα χειρότερα, να φαντάζονται».
Η Μαρίνα κάνει τη μαγική ερώτηση που περίμενε η γλώσσα του χρόνια τώρα, σαν να διψούσε.
«Για ποιο πράγμα;»
Μόλις φτάνει στο πέρας της αφήγησής του- μιας αφήγησης από την οποία παραδέχεται πως φύλαξε πολλές λεπτομέρειες μόνο για εκείνον- περιμένει, για κάποιον οδυνηρό λόγο η Μαρίνα να τον χλευάσει, και να προσκαλέσει και όλους τους ζωντανούς και τους νεκρούς της πλάσης να κάνουν το ίδιο εις βάρος του και της φθαρμένης του αξιοπρέπειας.
Αντ’ αυτού, η Μαρίνα κάθεται στο κάτω σκαλί από αυτό που έχει καταλάβει όλες αυτές τις ώρες, και τον κοιτά κατάματα. Αποπειράται να αποφύγει το βλέμμα της, μα η ζημιά έχει γίνει. Δε δύναται να του επιστραφεί τίποτα από όσα βρίσκονται πια στην κοινή τους κατοχή.
«Σε ευχαριστώ» του λέει, παραδόξως. «Σε ευχαριστώ που μου μίλησες. Δεν πρέπει να σου είναι εύκολο, ό,τι κι αν σου λέω εγώ τώρα».
Γνέφει καταφατικά.
«Και» συνεχίζει η γυναίκα «δεν είσαι δειλός. Ντάξει, μπορεί να είσαι λίγο ξινός και λίγο κολλημένος, και πολλές φορές σνομπ δίχως αύριο, και-»
Ο Ταγματάρχης βγάζει μια κοφτή ανάσα, και η Μαρίνα χασκογελά. Έχει πάλι την ταμπακιέρα στα χέρια του.
«Θαρρώ πως μου την επέστρεψε. Όταν…»
«Ήσασταν μαζί τότε;» ρωτά αυθόρμητα η Μαρίνα, αλλά αντιλαμβάνεται μάλλον πως δεν επιθυμεί να της απαντήσει. «Βλακεία. Σόρι».
«Δε νιώθω έτοιμος για όλο αυτό. Στη ζωή μου ετοιμαζόμουν συνέχεια για την επιβίωση, για έναν πόλεμο, για τον χαμό. Δεν ξέρω πώς να ετοιμαστώ για…» αναγνωρίζει, και τα χέρια του στροβιλίζονται σε μια προσπάθεια επεξηγηματικής χειρονομίας.
Το χαμόγελο της Μαρίνας φαίνεται τόσο θερμό. Τον κάνει σχεδόν να δακρύζει όταν σηκώνεται και του δηλώνει με τον δικό της, φυσικό τρόπο πως «δε χρειάζεται να βιάζεται» και ότι «η απόφαση είναι δική του για το αν ποτέ θα νιώσει έτοιμος να μοιραστεί το οτιδήποτε». Έπειτα από λίγη ώρα, τον καληνυχτίζει με ένα φιλί στον αέρα και έναν απαράδεκτο και ασυντόνιστο στρατιωτικό χαιρετισμό, οριακά τρέμοντας από το κρύο. Η δύστυχη. Ελπίζει να μην αρρωστήσει από την καλοσύνη της καρδιάς της.
Ελπίζει. Όμορφο πράγμα.
Ο ήλιος απλώνει σιγά σιγά τη λάμψη του και ζωντανεύει η πλάση ακόμα και μες στην καρδιά του Φεβρουαρίου, όπως έκανε τόσες φορές πριν και θα κάνει τόσες φορές μετά από σήμερα.
Κοιτάζει το κομμένο τσιγάρο στα χέρια του, προτού επιστρέψει στην τσέπη του και το ξαναβγάλει για να το ξαναπαρατηρήσει.
Αναρωτιέται εάν το άλλο μισό βλέπει κι αυτό το φως του ήλιου ή το φεγγάρι σε κάποιον άλλον τόπο ή χρόνο, ίσως και σε μιαν άλλη ζωή.
