Work Text:
Είχε νυχτώσει.
Έτσι γράφαν’ τα ρολόγια έξω απ’ το παράθυρο, διασκορπισμένα σ’ όλη την γειτονιά που με τα κόκκινα τους σύμβολα φώτιζαν σαν λάμπες την Γκρίζα πολιτεία.
Ο Οδυσσέας μετρούσε τις εκπνοές του που συνόδευαν την απόλυτη σιωπή του τόπου σε ένα ψυχοπλακωτικό βαλς.
Έπρεπε να κοιμηθεί αλλά η αγωνία έκαιγε στην καρδιά του και τρυπούσε τα πνευμόνια του σαν γυάλινα μαχαίρια. Αύριο θα ηταν η στιγμή που θα άλλαζαν πολλά, ή το πιο μικρό πράγμα που χωρούσε η φαντασία του.
Ο,τι και να ακολουθούσε η ημέρα που πλησίαζε ολοένα και πιο κοντά θα καθόριζε τα πάντα μα ακόμα περισσότερο τον ίδιο.
Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του τέσσερις τοίχοι τον περιέκλειαν παρόμοιοι στην ιδέα με ένα ευρύχωρο μπουντρούμι.
Η πραγματική δυσκολία της υπόθεσης ηταν η έλλειψη ελευθερίας.
Απ’ τήν μια πλευρά, κάθε μέρα όλη μέρα επαναλαμβανόταν στο ίδιο μοτίβο. Η ώρα που ξυπνούσε,η στιγμή που θα έτρωγε, πότε θα έπαιζε και όλες οι ανάλογες δραστηριότητες τοποθετημένες σε ένα απόλυτο, καταπιεστικό πρόγραμμα απ’ το οποίο δεν μπορούσε να ξεφύγει. Από την άλλη το δωμάτιο του θύμιζε υπόβαθρο θεάτρου απ’ το οποίο ο μόνος τρόπος να αποδράσει είναι να ορίσει το τέλος του ρολού του.
Παρόλο που σαν χώρος είχε ο,τι μπορεί να ονειρευόταν, κάθε υλικό αγαθό, έλειπε κάποιος στο πλευρό του, ένας φίλος ή εχθρός, ένας άνθρωπος που θα έβλεπε τον κόσμο με δικά του μάτια και θα ένιωθε με δικά του χέρια, όχι μόνο άδειες σιλουέτες που κινούταν σαν ξεψυχισμένες μαριονέτες. Όλα αυτά όμως αύριο για πρώτη φορά θα αλλάζανε.
Δύο από αυτές τις ανθρωπόμορφες μαριονέτες έμπαιναν στον ρόλο των γονιών του και σε κάθε άλλη ειδικότητα που θα χρειαζόταν στην ζωή του παρέχοντας του ο,τι μπορεί να επιθυμούσε ενώ παράλληλα τον καθοδηγούσαν.
Η γυναίκα ήτανε ψιλή και λεπτοκαμωμένη με μαλλιά μαύρα, μακριά και ίσια που θύμιζαν μαστίγια. Το δέρμα ηταν χλωμό, σχεδόν σάπιο ,ενώ τα μάτια της γκρι και άτονα. Φορούσε ένα σκουρόχρωμο φουστάνι από σκληρό ύφασμα που έφτανε το πάτωμα .Είχε λεύκες,δαντελωτές λεπτομέρειες στο στερνό της που κατέληγαν σε έναν δερματικό κορσέ . Τα μανίκια κάλυπταν τα χεριά της αφήνοντας τα ισχνά της δάχτυλα να προεξέχουν.
Ο υποτιθέμενος πατέρας του είχε τα ίδια στοιχεία εκτός απτό μάκρος των μαλλιών που έφτανε μέχρι τα αφτιά του και η φορεσιά του που αποτελούταν από ένα πολυχρονεμένο εκρού πουκάμισο με ένα ανθρακί, υφασμάτινο παντελόνι και ένα σακάκι στην ίδια απόχρωση. Περπατούσαν σαν να αιωρούνταν με τα χεριά τους να ακολουθούν κάθε βήμα. Είχαν μια ψυχρή αύρα και η φωνή τους θύμιζε σκονισμένο κρύσταλλο οψιδιανού. Διέφεραν από κάθε άλλο ον που είχε δει στην περιορισμένη ζωή του καθώς ηταν τα μονά άτομα με τα οποία αλληλεπιδρούσε.
Όλα αυτά τα χρόνια οι δικοί του τον γέμιζαν με ιστορίες. Άλλες φορές για πλάσματα αλλόκοτα με άσχημες προθέσεις, άλλες για ανθρώπους που πέφταν στην παγίδα της ημιμάθειας και έπρεπε να ακολουθήσουν δυσάρεστες πορείες.
Μια από αυτές τις ιστορίες ξεχώριζε στο μυαλό του μικρού μας ήρωα,τόσο για την οδυνηρότητα του όσο και για την οικειότητα που είχε αναπτύξει ακούγοντας την ξανά και ξανά . Αφορούσε ένα αγόρι που έχασε τον εαυτό του στον δρόμο για να βρει ο,τι πάντα έψαχνε. Ένα άτομο που μαύρισε την καρδιά του ως αντάλλαγμα την ελευθερία του.
Οι ώρες περνούσαν, ο ύπνος του περνούσε από διάφορα στάδια έως που ένας οξύς ήχος διέκοψε την αδράνεια στην οποία βρισκόταν και αντικαταστάθηκε με ένα αβέβαιο χαμόγελο και μια κίνηση προς το ρόλοι που τσίριζε πάνω στο κομοδίνο του. Ένα κύμα αμφιβολίας τον διαπέρασε καθώς το μυαλό του ξυπνούσε και λίγο λίγο του ψιθύριζε πως σήμερα ήταν η μέρα του. Έτσι, τήρησε την πρωινή του ρουτίνα και προτού βγει από το μπάνιο ενσωματωμένο στο δωμάτιο του ένας χτύπος ακουστικέ στην πόρτα.
Η γυναικεία φωνή ηταν ψυχρή όπως πάντα κρύβοντας λίγη στοργή σε μια απ’ τής συχνότητες της πολύ αληθοφανείς σε σύγκριση με τις υπόλοιπες αποτυχημένες προσπαθείς της να αισθανθεί.
Κι ας ηταν κάτι μικρο έκανε εντύπωση στον Οδυσσέα, ηταν η πρώτη φορά που ένιωθε τόσο συναίσθημα στο περιβάλλον του. « Καλέ μου, μόλις είσαι έτοιμος συνάντησε μας στο σαλόνι ».
Το σαλόνι; Σκέφτηκε, δεν είχε ξαναβγεί από αυτόν τον χώρο και τώρα όχι μόνο του το επέτρεπαν αλλά το απαιτούσαν κιόλας ; Χωρίς δεύτερη σκέψη έτρεξε και άνοιξε την πόρτα διάπλατα και με δειλά βήματα έσπασε της φανταστικές αλυσίδες που δημιούργησαν τα χρόνια απαγόρευσης και εξερεύνησε το ίδιο του το σπίτι ψάχνοντας για τους γονείς του.
Το πράγμα που παρατήρησε μόλις τους βρήκε ηταν ένα σακίδιο ξαπλωμένο στο πόδι του χαμηλού τραπεζίου μπροστά απ’ τον καναπέ. Ύστερα συνειδητοποίησε πως ηταν αντιμέτωπος με όλα τα βλέμματα, τέσσερα μάτια, που δεν έκαιγαν όπως τις υπόλοιπες φορές άλλα έδειχναν απελπισία με μια ιδέα ενοχής.
Διστακτικά μετακινήθηκε προς τα πίσω και σούφρωσε τα φρύδια του ερωτηματικά προσπαθώντας να ενώσει τα κομμάτια του παζλ ώστε να έχει την πλήρη εικόνα του τι
συνέβαινε. Ο πατέρας του τίναξε τον καναπέ ανάμεσα σε αυτόν και την σύζυγο του υπονοώντας πρόσκληση ανάμεσα τους. Έκανε όπως του έταξε και στριμώχτηκε όσο περισσότερο μπορούσε με σκοπό να μην διαφύγει η μελαγχολία που αδυνατούσε να καλύψει.
Τοποθέτησε τα χέρια του στα γόνατα του και επέτρεψε στην σιωπή να μιλήσει για αυτόν.
- Κάθε αγόρι φτάνει στην θέση να χαράξει τον δικό του δρόμο ... Ο άντρας μίλησε και χάιδεψε την πλάτη του παιδιού στο κέντρο σχεδόν σαν να το εννοεί. Η μόνη απάντηση που έλαβε είναι μια ματιά γεμάτη απορία
- Είναι η σειρά σου όπως καταλαβαίνεις, μπορείς να συνεχίσεις την ζωή που σου χαρίζουμε ή να προχωρήσεις το μονοπάτι της κάθαρσης, συνέχισε. Μόνο η σκέψη να ζήσει σε αυτή την μονοτονία του προκαλούσε ναυτία παρόλο που το στομάχι του ήταν άδειο.
Μερικά λεπτά απόλυτης σιωπής πέρασαν και ο μικρός έκανε πως αναλογιζόταν την επιλογές του γνωρίζοντας πολύ καλά πως το μυαλό του δεν θα ήταν ποτέ καθαρό σε αυτό το κομμάτι ενώ η ανθρώπινη περιέργεια του έλεγχε την μελλοντική του απόφαση.
- Μου εξηγείτε καλύτερα τι θα γίνει αν μείνω ή αν φύγω ;τα λόγια του ηταν ακατέργαστα και γεμάτα νευρικότητα. Φαινόταν μονόδρομος το μέλλον του ως τώρα μα μόνο η ύπαρξη δεύτερης επιλογής τον έβαλλε σε συλλογισμούς.
- Βλέπεις, σου έχουμε ετοιμάσει κάποια πράγματα απαραίτητα αν αποφασίσεις να εξερευνήσεις το μέρος ,Είπε η γυναίκα και έκανε μια μικρή παύση για να δώσει έμφαση στην τσάντα μπροστά τους και να δείξει με το λιγνό της δάχτυλο έναν χάρτη τυλιγμένο στην άκρη του τραπεζίου .
- Η άλλη λύση είναι να επιστρέψουμε στην ρουτίνα μας και να αγνοήσουμε ο,τι γίνεται τώρα, ένα όχι κόντεψε να ξεφύγει απ’ τα χείλια του άλλα ο λαιμός του σφίχτηκε , δεν άντεχε, η επανάληψη στοίχειωνε την υπομονή του, ήθελε να διαταραχθεί η αληθινά του, χρειαζόταν ενστικτωδώς αναστάτωση και αλλαγή.
- Δώστε μου λίγο χρόνο και θα είμαι έτοιμος, μουρμούρισε και πήγε πίσω στην τρύπα του. Θα έφευγε, η καρδιά του ούρλιαζε ανάμεσα στα πνευμόνια του απ’ την συνειδητοποίηση του πόση δύναμη είχε στα χέρια του. Μια ακόμα φορά αποχαιρέτησε το μοναδικό του σπίτι μη γνωρίζοντας τι τον περιμένει. Με ένα βαρύγδουπο βήμα έφτασε στην εξώπορτα αρπάζοντας το σακίδιο και τοποθετώντας άτσαλα τον χάρτη στην μπροστινή του θήκη.
- Κάτσε, Περίμενε, η μητέρα του αναφώνησε ξαφνιασμένη. Με την παλάμη του να χαϊδεύει ελαφρά το πόμολο της πόρτας έστρεψε το κεφάλι του.
- Δεν θα μας δώσεις ένα φιλάκι προτού φύγεις; Την κοίταξε παραξενευμένος αλλά συμβάδισε με τα λεγόμενα της και τους πλησίασε . Στηρίχτηκε στους ώμους τους και έσκυψε δίνοντας και τους δύο ένα αποχαιρετιστήριο φιλί στο μάγουλο. Έπειτα αντέγραψε τις προηγούμενες κινήσεις του μέχρι να φτάσει να φοράει ένα ζευγάρι παπούτσια, δεν είχε ξαναβάλει παπούτσια ως τώρα . Άνοιξε την πόρτα και ξεκίνησε το ταξίδι του χωρίς επίγνωση του τι του επιφύλασσε η μοίρα.
Κατέβηκε προσεκτικά τα σκαλιά που συνάντησε ρίχνοντας το βάρος του στον χειρολισθήρα αφού δεν είχε εμπειρία στο να κατεβαίνει σκάλες .
Μια γυάλινη πόρτα θα σήμανε την έξοδο του, γύρισε μια τελευταία φορά και έσπρωξε την πόρτα με το βάρος του σώματος του. Ένα δροσερό αεράκι διαπέρασε το ένδυμά του πιάνοντας τον απροετοίμαστο και ανατρίχιασε.
Τα μάτια του εξερεύνησαν τριγύρω σε έκσταση. Ο δρόμος ήταν πιο τραχύς απ’ τα μαρμάρινα πατώματα στο διαμέρισμα του και παραξενεύτηκε που το ένιωθε ενώ φορούσε παπούτσια.
Ο χώρος θύμιζε χειροτεχνία αντί για μια τρισδιάστατη πραγματικότητα. Ένα μουντό φως ερχόταν από κάθε πλευρά του ουρανού στη θέση μιας πύρινης σφαίρας. Αποχρώσεις του άσπρου και μαύρου πλημμύριζαν το μέρος άλλα του φάνηκε φυσιολογικό γιατί έτσι ηταν μαθημένος.
Αποφάσισε να περπατήσει τον πιο αληθοφανή δρόμο που επεκτείνονταν επ’ αορίστου.
Στον ορίζοντα όλα αναμιγνύονταν στο χρώμα του ουρανού, δεν είχε ξαναδεί τόσο μακριά και η όραση του θόλωνε ανά διαστήματα στην προσπάθεια να εστιάσει.
Βάδισε μπροστά και σχεδόν αμέσως το μόνο που έβλεπε ηταν ομίχλη και σιλουέτες δέντρων στο βάθος με ηλεκτρονικά ρολόγια σαν αυτά του δωματίου του να κρέμονται και να φωτίζουν την ώρα. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει πιο δυνατά που σχεδόν άκουγε κάθε παλμό.
Πίσω η Πόλη είχε αφανιστεί ομαλά άλλα αφύσικα γρήγορα. Πήρε και ξετύλιξε τον χάρτη, δεν έγραφε τίποτα, ένα μαύρο τετράγωνο βρισκόταν στα δεξιά σαν να ήθελε να βγει απτό χαρτί. Που ήταν όλα;
Έχοντας ελπίδα και απειρία με μία απότομη στροφή έτρεξε προς τα πίσω απεγνωσμένα και ρίγος τον διαπερνούσε για κάθε δευτερόλεπτο που δεν συναντούσε αυτό που έψαχνε.
Είχε διανύσει μια σχετικά μεγάλη απόσταση από το σπίτι του άλλα μόλις κάποια λεπτά πριν αποχαιρετούσε τα προάστια της πόλης. Σύντομα λαχάνιασε και ιδρώτας έσταζε στο μέτωπο του λούζοντας τις άκρες των μαλλιών του.
Δεν θυμόταν να ιδρώνει ως τώρα και ήθελε να σταματήσει άλλα η αδρεναλίνη και η μετάνοια δεν του το επέτρεπε. Τα συναισθήματα του δεν ηταν ξεκάθαρα, απολάμβανε ο,τι γινόταν, το διαφορετικό. Είχε πίστη στην κατάσταση, δεν περίμενε να τελειώσει καλά μα ήθελε να πέσει θύμα της μοίρας βαθιά μέσα του.
Ο κόπος του ήταν ανούσιος, βρισκόταν χαμένος στην μέση του πουθενά μόνος και αβοήθητος. Σύντομα κατάλαβε πως ο μόνος δρόμος ηταν αυτός μπροστά και όχι πίσω , δεν είχε απομείνει τίποτα , σαν κάποιος να πήρε το κουκλόσπιτο στο οποίο μεγάλωσε.
Αποφάσισε πως ένα διαλάλημα θα ηταν κατάλληλο για να χαλαρώσουν οι αγύμναστοι μυείς του και να δει τι άλλες προμήθειες είχε μαζί του. Κουλουριάστηκε στο τσιμεντένιο πάτωμα και έφερε την τσάντα διπλά του. Βρήκε πράγματα όπως φαγητά, νερο, ζακέτα, πρώτες βοήθειες, μαχαίρι... Μαχαίρι; ξαφνιάστηκε, θα ερχόταν σε θέση να πολεμήσει σαν τα βιβλία που του διάβαζαν μικρό; Δεν ήξερε να υπερασπίζεται και να προστατεύει τον εαυτό του ,πώς θα επιβίωνε;
Σίγα σίγα τον κυρίευσε υπνηλία, με ένα βιαστικό βλέμμα στο πιο κοντινό ρόλοι τοποθέτησε την τσάντα του στην πλάτη του και ξάπλωσε στο πάτωμα με το πανοφόρι του ως κουβέρτα παρόλο που είχε ζέστη. Τον έκανε να νιώθει ασφάλεια, κάτι που είχε ανάγκη την συγκεκριμένη στιγμή. Αύριο θα ταξίδευε πολύ και έπρεπε να είναι ξεκούραστος. Σύντομα κοιμόταν αγνοώντας τις άθλιες συνθήκες.
Τον ξύπνησε ο ίδιος ήχος που τρυπούσε τα αφτιά του κάθε πρωί, για μια στιγμή δεν θυμόταν την προηγούμενη μέρα άλλα μόλις έτρεψε το σώμα του και ένιωσε τα χαλίκια κολλημένα στο δέρμα του και έσφιξε τα χείλια του μέχρι να γίνουν μια γραμμή. Τι πήγαινε λάθος; Όταν τα ,μάτια του συνήθισαν το φως αναμνήσεις γέμισαν το μυαλό του. Είδε την ώρα στο ίδιο ρολόι που τον υπνώτισε χθες και ξεκίνησε να προετοιμάζεται για την περιπέτεια του. Πήρε ένα γεύμα περιτυλιγμένο σε θαμπό αλουμινόχαρτο, έβαλε τον σάκο στην πλάτη του και ξεκίνησε την πορεία προς το άγνωστο.
Ο δρόμος έκανε ελαφριά ζιγκ-ζαγκ αριστερά και δεξιά αλλά παρέμενε στο ίδιο ύψος. Είχε την εντύπωση πως ο χώρος επαναλαμβανότανε διαστήματα σαν μοτίβο, γυμνά δέντρα με ρολόγια κρεμασμένα στα κλαδιά τους, η πυκνή ομίχλη αναμεμιγμένη με στάσιμο αέρα, μικροί ήχοι που έσπαγαν την απολυτή σιωπή.
Ο πειρασμός να αφήσει το μονοπάτι του και να ανακαλύψει κάθε γωνιά αυτού του τόπου τον κυρίευε ολοένα και πιο πολύ. Καθώς οι σκέψεις του στροβίλιζαν ένιωσε το πόδι του να μην ακουμπάει με τον ίδιο τρόπο το επίπεδο έδαφος. Έριξε το βάρος του σε μία πλευρά και έφερε το παπούτσι στο ύψος της λεκάνης του για να δει τι συνέβη.
Το πρώτο πράγμα που αντίκρισε πέρα απτό την λευκή του σόλα ήταν μια καφετί κηλίδα γλοιώδες υγρού. Του πήρε λίγα λεπτά να συνειδητοποιήσει πως είχε πατήσει έναν γεωσκώληκα. Είδε τα σωθικά του να διαλύονται όταν έτριψε το παπούτσι του στα πετραδάκια με στόχο να ξεφορτωθεί κάθε ίχνος του. Η αηδία του αναπληρώθηκε από τύψεις, Τα απομεινάρια του φαινόντουσαν πολύ αληθινά για να μην έχει ψυχή.
Σκότωσε; Τελικά για αυτό δεν τον άφηναν οι γονείς του να εγκαταλείψει το δωμάτιο του; ηταν κακός; Δεν ήθελε να σκεφτεί την πράξη του, ακόμα και να μην είχε αυτή την πρόθεση πλέον το πιο ζωντανό πλάσμα που είχε συναντήσει χάθηκε εξ αίτιας του.
Η θλίψη του ξεθύμανε όταν έδωσε προτεραιότητα στον κόσμο γύρο του. Μουρμούριζε έναν σκοπό που του τραγουδούσαν για να κοιμηθεί μικρός, τον έκανε να νιώσει ασφάλεια. Τελείωσε το φαγητό του και άφησε το περίβλημα στην άκρη του δρόμου ώστε να σιγουρευτείτε πως δεν έκανε κύκλους στο μέλλον, ήξερε πως δεν υπήρχαν πολλές πιθανότητες να εξαφανιστεί με την στάσιμη ατμοσφαίρα και την έλλειψη άλλων οργανισμών πέρα από μικροσκοπικά πλασματάκια μοιρασμένα ομοιόμορφα. Αυτή η εικασία του διαλύθηκε με έναν θόρυβο στο βάθος. Τον κυνήγησε απερίσκεπτα περίεργος να μάθει την πηγή του.
Ένα ποντίκι βούτηξε την κουφάλα ενός δέντρου.
Έβαλε το χέρι του για να το φτάσει και να σιγουρευτεί πως δεν ήταν απλά η φαντασία του. Πήρε το ζώο στην χούφτα του και με τον αντίχειρα του έτριψε ελαφρά την γούνα του για να το καθησυχάσει .
Γλίστρησε με την πλάτη του αργά στον, πλεκτό από ράβδους ξύλου, κορμό του δέντρου που κατέληγε σε ένα άτυπο κάθισμα από σκούρες ρίζες και αποξηραμένα βρύα. Έφερε την τριχόμπαλα μπροστά του και κοίταξε καλά την μουσούδα του βαμμένη γκρι με μια ροζ μύτη να προεξέχει και δυο κατάμαυρα, γυαλιστερά μάτια να βλέπουν τα δικά του. Καθίσαν κάποια ώρα έτσι, ο Οδυσσέας ευχαριστιόταν στην ζεστασιά του ζώου που κούρνιαζε στις παλάμες του και την μικρή κίνηση ανά κάθε χτύπο της καρδιάς του που του
κρατούσε συντροφιά.
Το ρολόι κρεμασμένο με άκαμπτη πετονιά σε ένα κλαδί του δέντρου έγραφε πως είχε ήδη μεσημεριάσει. Έτριψε το πρόσωπο του με ένα απτά χέρια του το οποίο ύστερα χρησιμοποίησε ως στήριγμα για να σηκωθεί.
Δεν άφησε στιγμή το ποντίκι μη θέλοντας να τον αποχωριστεί . Περιπλανήθηκε ψάχνοντας για το τσιμεντένιο χαλί που ακολουθούσε ως τώρα μα είχε εξαφανιστεί. Βρισκόταν περιτριγυρισμένος από ένα απέραντο νεφέλωμα και διασκορπισμένα νεκρά φυτά. Το πάτωμα αποτελούταν από ραγισμένο και ξερό χώμα ενώ ο ουρανός κρατούσε την ίδια ουδετερότητα μη βοηθώντας τον να προσανατολιστεί.
Περπατούσε αδιάκοπα σε γρήγορο ρυθμό τόσο από πείσμα όσο και φόβο. Τα πόδια του έτρεμαν λόγο της κόπωσης μα δεν σκόπευε να σταματήσει. Το ποντίκι παρέμενε στην, πλέον,σφιγμένη γροθιά του.
« Άουτς » κραύγασε και τίναξε το χέρι του προς τα κάτω με όλη την δύναμη που του είχε απομείνει.
Κοίταξε τον δείκτη απ’ όπου πήγαζε ο πόνος. Ένα κόκκινο τρύπημα σιγά σιγά γέμιζε με σκούρο κόκκινο αίμα. Στο πάτωμα ο φίλος του, το ζώο ξάπλωνε ανάσκελα. Αγνόησε το ερέθισμα και έσκυψε να το βοηθήσει. Ήταν αναίσθητο και το κεφάλι του είχε στραβώσει.
Το κράτησε και δάκρυα κύλισαν στα μάγουλά του. Ήταν νεκρό; Τον δάγκωσε; Αφού ήταν φίλος του. Εν τέλη, μετά από προσπάθειες να επαναφέρει το ποντίκι στην ζωή τα παράτησε και το τοποθέτησε απαλά κάτω. Η στεναχώρια πήρε την μορφή θυμού, ένιωθε προδομένος. Νοιάστηκε για αυτό και δεν το τραυμάτισε, γιατί τον πόνεσε; Δεν του άρεσε να στεναχωριέται, ήταν πιο πικρό από οτιδήποτε είχε νιώσει ως τώρα, κάθε χτύπημα, κάθε συναίσθημα.
Προτίμησε να μην αφήσει την δυστυχία να τον περιορίσει κι άλλο, ήταν ούτως ή άλλως καταδικασμένος απ’ την παράλογη μοίρα που τραβούσε τα σκοινιά. Πάλι τα έχασε όλα, τον δρόμο του, τον φίλο του, το σπίτι του, την άνεση και κάθε τι απέκτησε ποτέ.
Μετάνιωνε για την κάθε πράξη του, δεν έπρεπε να αντιδράσει τόσο απότομα ούτε να φύγει απ τον δρόμο ούτε να βγει απ’ την πόλη αλλά αρχικά, δεν έπρεπε να εγκαταλείψει το σπίτι του χωρίς να ξέρει τι τον περιμένει. Για πρώτη φορά εκτιμούσε τους κανόνες που είχαν θέσει οι γονείς του.
Όλα αυτά τα χρονιά περίμεναν να ωριμάσει μέχρι να μπορεί να κάνει δικές του επιλογές, όμως, ακόμα και όταν ήρθε η ώρα δεν ηταν έτοιμος. Γιατί ήταν τόσο απερίσκεπτος; αναρωτήθηκε ενώ περπατούσε σε μία νοητή γραμμή. Σιγά σιγά τα δέντρα άρχισαν να πυκνώνουν και το φως λιγόστεψε.
Θύμιζε ζούγκλα μα δεν έμοιαζε πλούσια και ευχάριστη όπως στις εικόνες των παραμυθιών στα ράφια του δωματίου του. Αντιθέτως, φαινόταν σαν να είχε ρουφηχτεί κάθε ίχνος ζωής από πάνω της. Ενστικτωδώς, έβγαλε το μαχαίρι απ’ την τσάντα του και το κράτησε γερά. Τα παραμύθια μιλούσαν για διάφορα τέρατα της φύσης που κατοικούσαν σε τέτοια μέρη.
Οι αναπνοές του ηχούσαν σαν ψίθυροι ανάμεσα στα ξύλα. Τα βήματα του έτριζαν λόγω των ξεραμένων φύλλων που κάλυπταν τα πάντα. Με κάθε απρόβλεπτο πάτημα κάποιου κλαδιού ή πετράς έσφιγγε περισσότερο το στιλέτο του. Η φαντασία του μετέτρεπε τις σκιές σε διάφορα θηρία.
Ξαφνικά, ένας κρότος ακούστηκε στο βάθος. Προτού το επεξεργαστεί, μικρές κινήσεις συνοδευόμενες από γρυλίσματα απέσπασαν την προσοχή του.
Μετακινήθηκε προς τα πίσω και κράτησε το όπλο στο στήθος του. Το ζωντανό ερχόταν όλο και πιο κοντά ακολουθώντας περίεργες πορείες πάνω στα δεντρά και κρατώντας μια ασφαλή απόσταση απ’ το θύμα του. Για κάποια στιγμή δεν μπορούσε να ξεχωρίσει το ευέλικτο σώμα του απ’ τα κλαδιά. Πήρε αμυντική στάση.
Δύο χέρια γραπωθήκαν στους ώμους του μικρού και το βάρος τον έριξε στα φύλλα.
Δίπλα του μια μαϊμού κοιτούσε επιθετικά. Άπλωσε το μαχαίρι προς το μέρος της ενώ σερνόταν προς την αντίθετη πλευρά.
Η μαϊμού με τον ίδιο ρυθμό πλησίαζε ολοένα και περισσότερο. Τα πόδια του ζώου τεντωθήκαν και με ένα άλμα βρέθηκε πάνω του διώχνοντας το στιλέτο απ’ τα χέρια του. Το πλάσμα άρχισε να κραυγάζει και η μυρωδιά την ανάσας της και οι σταγόνες στο στόμα του αηδίασαν το αγόρι. Τράβηξε με όλη του την δύναμη τον καρπό του απ’ την λαβή της μα ήταν ανώφελο.
Είχε κλειδώσει το χέρι του με το καλάμι της και είχε τον πήχη πιεσμένο στον λαιμό του. Η όραση του άρχισε να θολώνει και να σκοτεινιάζει απ’ την έλλειψη οξυγόνου. Χωρίς να το σκεφτεί, έφερε τα πόδια του στο στήθος και πέταξε την μαϊμού στο πάτωμα.
Άρπαξε το μαχαίρι και σηκώθηκε.
Δέχτηκε μια τελευταία επίθεση και με την λεπίδα έσκισε το δέρμα του ζώου στην κοιλιά. Η μαϊμού ούρλιαξε και σωριάστηκε κάτω με αίμα να βάφει την σταχτί γούνα της. Δεν έφταιγε αυτός άλλωστε, απλά ήθελε να επιβιώσει, σκεφτικέ συνεχίζοντας να περπατάει στο μονοπάτι που σχημάτιζαν τα δέντρα.
Ένα κτίσμα στο τέλος της ζούγκλας τον γέμισε ελπίδα και τα βήματα του μετατράπηκαν σε κάτι πιο αποφασιστικό. Ίσως κάποιος φιλόξενος άνθρωπος ήταν πρόθυμος να του δείξει τον δρόμο της επιστροφής. Τα ξύλα αραίωναν με κάθε βήμα του επιτρέποντας πιο πολύ φως να περάσει.
Αφού πλέον έβλεπε καθαρά άνοιξε το σακίδιο του για να βάλει το μαχαίρι και ξαναείδε τον χάρτη. Έμοιαζε σαν να τον κοιτούσε παρόλο που δεν είχε μάτια, σαν να ζητούσε την προσοχή του. Τον πήρε στα χέρια του και τον ξετύλιξε προσεκτικά. Προς έκπληξη του το λευκό του χαρτιού είχε αντικατασταθεί με το δάσος που περπάτησε και το μαύρο τετράγωνο βρισκόταν πιο κοντά στο κέντρο του χάρτη.
Σήκωσε το κεφάλι του για να το συγκρίνει με το κτίριο στο βάθος. Ίσως τελικά αυτός ήταν ο προορισμός του εξ’ αρχής. Σύντομα, βρέθηκε μπροστά στον σμάλτινο πύργο. Ήταν τόσο ψηλός που ο Οδυσσέας αδυνατούσε να ξεχωρίσει το τέλος του με την ομίχλη που το περιέβαλλε.
Μία επιβλητική πύλη από σκούρο γρανίτη γυάλιζε προκλητικά. Πλησίασε και χτύπησε δύο φορές. Η πόρτες άνοιξαν αργά και ένα τρίξιμο συνόδευε την κίνηση τους. Μέσα υψωνόντουσαν πυλώνες από ψαμμίτη που φώτιζαν την σκοτεινή σάλα. Αχνό, ξεθωριασμένο, κόκκινο φως έσταζε από σχισμές στους τοίχους. Πλατιά σκαλοπάτια οδηγούσαν σε έναν θρόνο. Άφησε την τσάντα του και έβγαλε το μαχαίρι για να είναι σε ετοιμότητα. Όσο πήγαινε προς τις σκάλες παρατήρησε μια φιγούρα, ανθρώπινη φιγούρα!
Φορούσε μία μεταλλική μάσκα με πλαστική προσωπίδα που καθρέφτιζε τον χώρο γύρο με μια ροζ χροιά σύμφωνη με την δερμάτινη πανοπλία του.
- Τι σε φέρνει εδώ ξανά; Δεν μαθαίνεις απ’ τα λάθη σου; Πάλι έπεσες στην παγίδα ..., είπε η σίγουρα με μια βαριά φωνή και κάθισε ορθότερα. Ο Οδυσσέας τον κοίταξε με απορία, τι εννοούσε με το ξανά; δεν είχε ιδέα που βρισκόταν.
- Δεν ξέρω τι παιχνίδια παίζεις μαζί μου, ξένε, Φώναξε τρομαγμένος και ξεκίνησε να ανεβαίνει ένα-ένα τα σκαλιά.
- Εσύ είσαι αυτός που παίζει το παιχνίδι, εγώ είμαι άπλα ένα πιόνι, απάντησε και σηκώθηκε.
-Αυτό θα το μάθουμε τώρα, απάντησε και όρμηξε προς το μέρος του με το μαχαίρι. Ο ξένος απέκρουσε την επίθεση και πήρε θέση μάχης. Ο Οδυσσέας έπεσε με τα μούτρα και γεύτηκε το αίμα να τρέχει πάνω από τα δόντια του άλλα ξανασηκώθηκε. Έσφιξε τις γροθιές του κρατώντας το όπλο του πιο απειλητικά και προσπάθησε να τον ξαναχτυπήσει μα απέτυχε. Ο αντίπαλος του ήταν σαν να γνώριζε κάθε του κίνηση. Αυτό επαναλήφθηκε πολλές φόρες μέχρι που μια ιδέα του γεννήθηκε, στην επόμενη του επίθεση δεν θα στόχευε το κεφάλι αλλά την περιοχή κάτω απ’ το πλευρό του. Έτσι σηκώθηκε και με ένα άλμα οδήγησε την γροθιά του στο κεφάλι του ξένου, τον απέκρουσε πάλι αλλά αυτό που δεν περίμενε είναι το τρύπημα της λεπίδας.
Τα χέρια του άφησαν τον Οδυσσέα και γονάτισε. Οι λυγμοί του ήχησαν στον χώρο, οι παλάμες του αγκάλιαζαν την πληγή προσπαθώντας να σταματήσουν την ροή του αίματος.
-Δεν έχεις ιδέα τι έκανες.
Ο Οδυσσέας κοίταξε την αντανάκλαση του στην μάσκα και αυτό το πικρό συναίσθημα της λύπης τον κυρίευσε, ο λαιμός του έκαιγε και βούρκωσε.
-Συγγνώμη , είπε χαμηλόφωνα. Ο ετοιμοθάνατος δεν είχε χτυπήσει ούτε μία φορά, μόνο αμυνόταν και τώρα πέθαινε εξ’ αιτίας του. Προσεκτικά του έβγαλε το κράνος και όλο του το σώμα άρχισε να τρέμει. Το πρόσωπο του τον κοιτούσε κατάματα.
- Μα ποιος είσαι ; Ρώτησε και ο ξένος έβαλε το δάχτυλο στο στέρνο του
-Είμαι εσύ και έκανα το ίδιο λάθος μία ακόμα φορά, του ψιθύρισε και έκλισε τα μάτια του παντοτινά. Φόρεσε την περικεφαλαία για να κρύψει το πρόσωπο του, δεν ήθελε κανένας να τον δει ποτέ ξανά, ούτε καν ο ίδιος.
Θρήνησε το πτώμα για ώρες γεμίζοντας την μάσκα με αμέτρητα δάκρυα.
Τέλος, έκατσε στον θρόνο του έχοντας χάσει κάθε λόγο για να ζει.
Δεν είχε καν την όρεξη να κουνηθεί, κατάλαβε πως όλη του η ζωή ήταν ένα στημένο παιχνίδι που τον έφερνε εδώ ξανά και ξανά, μία λούπα. Ό
λα ήταν γραμμένα ήδη, πατούσε στα χνάρια του εαυτού του, δεν έχανε τον δρόμο του, ο δρόμος του χανόταν και πάντα τον οδηγούσε εδώ. Οι γονείς του το ήξεραν, όλοι το ήξεραν, ακολουθούσε την πλοκή της αγαπημένης του ιστορίας, είχε χάσει τον εαυτό του στο ταξίδι για να βρει την ελευθερία του και αυτό θα συνέβαινε πάλι απ’ την αρχή...
