Actions

Work Header

το τραγούδι της ερήμου

Chapter 2: και δεν θα σου λείπω...

Notes:

για την έρη και για όποιον άλλον ήθελε ένα δεύτερο κομμάτι για την ιστορία :)

Chapter Text

Νιώθω ότι πρέπει να παραλλάξω λίγο την πλοκή του παιχνιδιού για να ρέει πιο φυσικά η ιστορία. 

Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι έχουν περάσει χρόνια από την στιγμή στις πυραμίδες, ότι ο Tighnari εξ αρχής ήταν πολύ επιφυλακτικός απέναντι στο δίδυμο (λόγω των προφητειών) και ότι ο Cyno δεν βρισκόταν στο παλάτι του alcazarzaray όταν ο Tighnari χτυπήθηκε από την αστραπή. Επίσης, ο Cyno έψαξε για τον Tighnari πολύ καιρό. Πήγε σε κάθε σορό γίγαντα, ακόμη και έξω από την χώρα, και έστελνε γράμματα στο σπίτι του, παρακαλώντας για μία στιγμή να μιλήσουν, να καταλάβει γιατί έπρεπε ο Tighnari να φύγει.

 

Το ξανθό δίδυμο είχε αποχαιρετήσει την ομάδα στα σύνορα της απέραντης ερήμου. Μαζί με την ομάδα των ερευνητών, στέκονταν μία ψηλή, γεροδεμένη φιγούρα, ο στρατηγός με τα άσπρα μαλλιά, ένα κορίτσι και το αγόρι με το μεγάλο καπέλο. Δεν χρειάστηκαν λόγια. Οι ερευνητές προσέφεραν τα δώρα τους στο περιπλανώμενο δίδυμο και αντάλλαξαν μία αμήχανη χειραψία. το χαμόγελο και η αγκαλιά από τον υψηλόβαθμο γραμματέα ήταν ανεκτίμητα· όλοι το γνώριζαν αυτό. Ο στρατηγός έγνεψε το κεφάλι του, όπως και το αγόρι. Όλοι ήταν έτοιμοι για την αποχώρηση του ταξιδεμένου παιδιού με την ταραχοποιό συντροφιά της.

Η μικροσκοπική φιγούρα του κοριτσιού υψώθηκε στον αέρα, τα χέρια της ανοιχτά, μα τα μάτια της κλειστά. Τα μαλλιά της πέταξαν προς όλες τις κατευθύνσεις· στα χέρια της μεγάλωνε ένα φυτό από φως. Το δίδυμο δεν μίλησε. Με τα κεχριμπαρένια μάτια διεσταλμένα, προσπαθούσε να απορροφήσει την μαγικότητα της στιγμής. Το φυτό στα χέρια του κοριτσιού μεγάλωσε, λούζοντας σε φως όσους στέκονταν τριγύρω. Δημιούργησε ένα δωμάτιο από πράσινο φως, μέσα στο οποίο κάποιος ξεχνούσε τον έξω κόσμο.

Την ίδια στιγμή που ξεφύτρωσαν λουλούδια στα πόδια του, εμφανίστηκαν δάκρυα συγκίνησης στο πρόσωπο του διδύμου. Είχε εγκαταλείψει τις προηγούμενες χώρες σιωπηλά, σχεδόν διωγμένο, με μόνη ώθηση την ελπίδα να δει, έστω και για ακόμα ένα δευτερόλεπτο, το έτερον ήμισυ

Τίποτα δεν είχε κρατήσει το νέο αυτό παιδί όσο τρυφερά όσο το φως της γνώσης και των ονείρων. Κανείς δεν το είχε δεχτεί όπως η χώρα αυτή. Η θεότητα είχε ζητήσει για βοήθεια, όπως, εξάλλου, και κάθε άλλη θεότητα στο τρελό μονοπάτι που είχε τραβήξει στον άγνωστο αυτό κόσμο. Έτσι, την είχε προσφέρει με κάποια καχυποψία. Ό,τι έλαβε όμως ως αντάλλαγμα ήταν αρκετό να κατευνάσει την ανησυχία αυτή. Η ελπίδα είχε φυτρώσει όπως τα φυτά στην αθώα καρδιά του.

Με νέα γνώση, δύναμη, μα το πιο σημαντικό από όλα, με στηρίγματα που θα το έπιαναν όσο ψηλά και αν σκαρφάλωνε, όσο χαμηλά και αν έπεφτε, το ξανθό δίδυμο άνοιξε τα φτερά του, ταξιδεύοντας πάνω από τα μαγικά νερά της θάλασσας που χώριζε την σοφία, τα όνειρα και την απολυτικότητα από την δικαιοσύνη, την σχετικότητα και το θέατρο, με ηθοποιούς και ταχυδακτυλουργούς τόσο ικανούς ώστε ένας φόνος να χρειαζόταν μία καλή πλοκή παρά κάποιον καλό δικηγόρο. Αναχωρώντας προς την χώρα των δακρύων που ανέλυαν αναμνήσεις και υπάρξεις, το δίδυμο άφησε πίσω του την ομάδα που είχε σχηματιστεί. 

Ο γραμματέας, το αγόρι και η θεότητα αποχώρησαν μετά την ομάδα των ερευνητών, που είχαν φύγει δίχως τον κυνηγό, τον προδότη , για τα δεδομένα της ιστορίας.

Πάνω στον λόφο της απέραντης άμμου, ατενίζοντας το απέραντο γαλάζιο και τους καταρράκτες της χώρας με τις μάσκες, στέκονταν ο στρατηγός και ο κυνηγός. Ο αέρας έπαιζε με τα μαλλιά τους και σφύριζε όσο τους μαστίγωνε με κόκκους άμμου. Κανείς δεν μιλούσε, μα κανείς δεν ήθελε να φύγει. Βρίσκονταν και πάλι στην έρημο, μόνοι τους, μα η φωτιά του παρελθόντος (κυριολεκτικά και μεταφορικά), είχε σβήσει.

Ο ήλιος ξεκίνησε να δύει όταν ο Tighnari αποφάσισε να κάτσει στο πάτωμα. Καθ’ όλη  την διάρκεια της ημέρας, είχαν σταθεί εκεί, τα μάτια τους στραμμένα προς το τίποτα, τα μυαλά τους σε υπερένταση από κατανόηση. Πιο πολύ από την μεριά του στρατηγού, βέβαια, καθώς οι προφητείες είχαν εκπληρωθεί και όλα τα συμβάντα του παρελθόντος αποκτούσαν μία λογική, μα και ο Tighnari σκεφτόταν την αντίδραση του, με ένα αμυδρό χαμόγελο να στολίζει τα χείλη του. Αναπολούσαν το παρελθόν, τότε που τα πάντα ήταν καλά, τότε που ο έρωτας νικούσε τις διαφορές τους.

Οι στιγμές που είχαν περάσει μαζί ζωντάνεψαν για άλλη μία φορά μπροστά τους.

Είχε περάσει το σούρουπο και είχε πέσει κρύο στην έρημο, όταν ο Cyno παρατήρησε ότι κάτι τον κρατούσε ζεστό και κάτι έλαμπε ενάντια στο σκοτάδι της νύχτας. Γύρισε διστακτικά το κεφάλι του. (εδώ θα μιλούσα για την ουρά του,,, όχι. Δεν θα μιλήσω για ουρά ανθρώπου στα ελληνικά.). Το θέαμα μπροστά του ήταν απερίγραπτο· ο Tighnari έλαμπε, κυριολεκτικά, από την κορφή ως τα νύχια. Στο κεφάλι του ξεκινούσε ένα αυλάκι που έσπαγε τα μαύρα του μαλλιά καθώς έλαμπε με ένα τυφλωτικό βιολετί. Όπως μία αστραπή, διαχωριζόταν με άπειρες γραμμές και λογικά κάλυπτε ολόκληρό του το κορμί, καθώς έλαμπε από κάθε τετραγωνικό εκατοστό, με μία αχνή λάμψη κάτω από τα ρούχα του.

Τα αυτιά του πρέπει να ήταν το μόνο κομμάτι που δεν έλαμπε. Το θέαμα ήταν εκθαμβωτικό. Ο Tighnari δεν είχε αντιδράσει στην απόκοσμη λάμψη. Την κουβαλούσε μαζί του εδώ και έναν χρόνο. Είχε γίνει μέρος του, την είχε αποδεχτεί. Πρέπει να είχε ξεχάσει ότι ο Cyno βρισκόταν δίπλα του. Κοιτούσε το κενό, τα μάτια του άδεια, το σώμα του κατακλυσμένο από κούραση. Γύρισε σιωπηλά, και έπιασε την ματιά του Cyno πάνω σε όλο του το σώμα. Το στόμα του ήταν ανοιχτό, το χέρι του ανασηκωμένο, σαν να ήθελε να τον αγγίξει.

“Πρέπει να φύγω.” Η φωνή του Tighnari ήταν απαλή, τα μίση του παρελθόντος ξεχασμένα.  Το ύφος του ήταν απολογητικό· ίσως ήθελε να μείνει λίγο ακόμα. Ίσως να έμενε κιόλας, αν το ζητούσε ο Cyno. μα εκείνος απλά έγνεψε, το στόμα του ακόμα ανοιχτό, δίχως λέξεις μπροστά από το απόκοσμο θέαμα της ενέργειας που εξέπεμπε ο κυνηγός.

Έτσι, εκείνος έφυγε, αφήνοντας πίσω του μικρά παρτίδια πράσινης συμπυκνωμένης ενέργειας, όπως παλιά, όταν η μαγεία του ξεχυνόταν από το παγουρίνο του (αναφέρομαι στο στρογγυλό αντικείμενο του elemental skill του). Ο ήλιος ανέτειλε και πάλι. Τον ένιωθε πάνω στην πλάτη του. Οι ακτίνες χάιδευαν όλο του το σώμα, το οποίο επιτέλους σταμάτησε να τρέμει με τον κρύο αέρα. Το βράδυ είχε περάσει, και εκείνος απλώς κοιτούσε μπροστά. Κάποια στιγμή, οι καταρράκτες εξαφανίστηκαν, μαζί τους ο ουρανός, και το μόνο… η μόνη μορφή μπροστά στα μάτια του στρατηγού ήταν ο Tighnari.

Αιωρούνταν μπροστά του. Η μορφή του θύμιζε εκείνες από τα αρχαία παραμύθια, από την εποχή του βασιλιά . Όπως τότε, όταν ο μαρασμός κατέφαγε τα μυαλά των ανθρώπων και μόνη ελπίδα υπήρξαν τα δέντρα και οι κηπουροί, έτσι και τώρα, που το μυαλό του στρατηγού κατακλύστηκε από κάποιο είδος… σκοτεινής άγνοιας , η μορφή του Tighnari παρείχε φως και τον βοηθούσε να κατανοήσει βαθύτερα όσα είχαν συμβεί. O Cyno δεν γνώριζε την προφητεία του σπαθιού του λυκόφωτος , δεν γνώριζε ότι το δικό του ταξίδι είχε ολοκληρωθεί. Δεν γνώριζε τον σκοπό του στο Teyvat, αγνοούσε ότι πλέον ήταν ελεύθερος για κυριολεκτικά τα πάντα, είτε αυτό ήταν θάνατος είτε ήταν ζωή. Δεν είχε πια σημασία. Ήταν… άχρηστος. Δίχως χρήση. ( spent)

 

Επομένως, το κενό που ένιωθε μέσα του αυτήν την στιγμή, όταν για ίσως τελευταία φορά αποχαιρέτησε το δίδυμο και το οδήγησε ως το τέλος αυτού του σταθμού, ήταν, για εκείνον, ανεξήγητο. Ήταν, πράγματι, άχρηστος. Το καταλάβαινε ο ίδιος. Επιπλέον, κανείς δεν θα ενδιαφερόταν αν θα επέστρεφε στο άδειο του σπίτι, αποκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο. Μα και εδώ, στο σημείο που είχε μείνει, δεν είχε επιστρέψει κανείς. Η ζωή συνεχιζόταν, και η επιλογή να μείνει απ’έξω ήταν δικιά του, αποκλειστικά.

Ο ήλιος είχε ταξιδέψει ψηλά στον ουρανό όταν η μορφή του Tighnari που είχε επινοήσει κινήθηκε προς το μέρος του. Τόση ώρα, απλώς αιωρούνταν στο κενό, τα μάτια του στο πρόσωπό του, με το βλέμμα του στρατηγού φανερό πάνω στα χείλη του. Κάθισε δίπλα του, σιωπηλά. Πώς να μιλούσε, άλλωστε; τα χρόνια είχαν περάσει, και ο στρατηγός είχε ξεχάσει την απαλή, μονότονη φωνή του άνδρα που τόσο είχε αγαπήσει. Κάποτε, θα μπορούσε να έχει συζητήσεις με εκείνον για ώρες, για οτιδήποτε, έτσι, για να ακούσει την φωνή του. Μα να που όλα τελείωσαν.

“Τα πάντα έχουν ένα τέλος.” είπε εν τέλη, πιο πολύ στον εαυτό παρά για κάποιον να τον ακούσει. Η φιγούρα του Tighnari δεν αντέδρασε. Ο Cyno δεν ξαναμίλησε. Απλώς τον κοιτούσε, όσο το περίγραμμά του τρεμόπαιζε με το φύσημα του αέρα. Χίλιες σκέψεις έτρεχαν μέσα στο μυαλό του. Όχι τόσο από τον χωρισμό τους. Μα από τις στιγμές που είχαν μοιραστεί. Θυμήθηκε τα πρώτα βράδια που συζούσαν, πόσο ντροπαλοί ήταν, παρά τα τέσσερα χρόνια που είχε διαρκέσει η σχέση τους και τα προηγούμενα χρόνια της στενής φιλίας τους. 

Να που τώρα έμενε μόνος του, μακριά από την πόλη που κάποτε κατείχε όλα όσα επιθυμούσε. Δουλειά, φίλους, αγάπη. Πλέον, αυτοεξόριστος στην άλλη άκρη της ερήμου, με θέα την απέραντη άμμο και τα φλεγόμενα όρη του Natlan, δεν είχε τίποτα. Η Candace του παρείχε χρήματα και φαγητό ως αντάλλαγμα σε μικρές αγγαρείες. Και έλεγε στον εαυτό του ότι όλα ήταν εντάξει. 

Θυμήθηκε κάθε φορά που χτυπούσε, ή θύμωνε, ή απελπιζόταν, κάθε φορά που είχε ως στήριγμα τα απαλά χέρια του Tighnari, την απαλή φωνή του. Δεν υπήρχε κανένα ζήτημα στο οποίο δεν θα μπορούσε να τεθεί λύση. Δεν υπήρχε λόγος για ανησυχία. Θυμήθηκε κάθε φορά που τα χείλη τους συναντιώνταν, απαλά, υπογράφοντας την αγάπη τους, ξανά και ξανά. Θυμήθηκε το απαλό δέρμα του αγαπημένου του, τον καφέ που έπιναν μαζί το πρωί. 

Τα επιτραπέζια παιχνίδια, οι βόλτες στην ύπαιθρο, τα ραντεβού σε κομμάτια της πόλης ανεξερεύνητα. Όλες οι δραστηριότητες που τους είχαν συνυφάνει, για πάντα, κάποτε, τώρα ξεχασμένες. Μα ήταν ξεχασμένες, αν εκείνος της ξαναζούσε; ίσως και ο κυνηγός να τον σκεφτόταν. Ο ήλιος έβαψε τον ουρανό πορτοκαλί, μωβ, κόκκινο. Ο Tighnari των αναμνήσεών του δεν ξεκίνησε να λάμπει. Παράξενο. 

Το κρύο της ερήμου τον έκανε να ανατριχιάσει. Ένας απαλός αέρας φύσηξε, και έτσι όπως χάιδεψε το πρόσωπό του, ο στρατηγός κατανόησε την επικινδυνότητα της κατάστασης στην οποία βρισκόταν. Ίσως η άμμος να τον βοηθούσε. Μα το τελευταίο πράγμα που σκεφτόταν εκείνος τώρα ήταν η ζεστασιά. Σίγουρα, θάνατος από υποθέρμανση ήταν ατιμωτικός. Μα θάνατος από βίαιο φόνο, ανυπεράσπιστος, ήταν… αναπόφευκτος; 

Το κρύο της νύχτας είχε συνοδέψει ένα κράξιμο του ανεπιθύμητου Hilichurl Rogue , όμοιο με εκείνα που είχε σκοτώσει χίλιες φορές. Προσπαθούσε η Celestia να τον αναγκάσει να ζήσει; ή, ίσως, να τον αφανίσει; δεν είχε αρκετό χρόνο να το σκεφτεί, καθώς εκείνο άνοιξε τον μανδύα του, φανερώνοντας τα φτερά του. 

Τα φτερά του, όμοια με τον πλούσια κεντημένο και διακοσμημένο βεραμάν μανδύα του, τον σήκωσαν εύκολα. Κάθε χτύπημα των φτερών του προκαλούσε μικρούς στρόβιλους από άμμο. Τα ουρλιαχτά συνεχίστηκαν, καθώς μπάλες συγκεντρωμένης αέρινης ενέργειας βρήκαν τον δρόμο τους από το ανοιχτό στόμα του προς το δάπεδο, όπου πρωτύτερα στεκόταν ο στρατηγός. Με μία απότομη κίνηση του χεριού του, ο στρατηγός προσπάθησε να κλητεύσει το όπλο του, με το οποίο είχε σκοτώσει ομοίους του αμέτρητες φορές. Προσπάθησε , επαναλαμβάνω. Γιατί το όπλο του στεκόταν στην κουζίνα του σπιτιού του, όπου το είχε ξεχάσει το προηγούμενο πρωί.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε. Ήδη βρισκόταν σε κακό σημείο, κουρασμένος από τον ήλιο που τον έκαιγε για δύο συνεχόμενες μέρες, δίχως φαγητό, δίχως νερό, δίχως συντροφιά. Στα πρόθυρα της τρέλας, μία τέτοια επίθεση από ένα τόσο δυνατό αντίπαλο, που μάλιστα αιωρούνταν στον αέρα και επομένως δεν μπορούσε να σκοτωθεί δια χειρός, αποτελούσε χτύπημα κάτω από την ζώνη. Το κεφάλι του ξεκίνησε να πάλλεται, ή έστω, έτσι το ένιωθε. Σαν να υπήρχε μία καμπάνα μέσα του και να χτυπούσε επανειλημμένα, μαύροι κύκλοι θόλωσαν την όραση του και αποδέχτηκε το γεγονός ότι η ζωή του είχε τελειώσει.

Είχε φτάσει στο τέλος του⸱ είχε ολοκληρώσει τον σκοπό του, και η ζωή του πλέον ήταν ασήμαντη. Το θυμήθηκε αυτό τότε. Ίσως για αυτό να μην τον έψαξε κανείς. Στα μυαλά των ανθρώπων, εκείνος είχε ήδη διαγραφεί, αποτελούσε ανάμνηση. Έτσι φαινόταν. Ίσως η αντίσταση να μην είχε αποτέλεσμα. Εξάλλου, δεν μπορούσε να τρέξει.




Έκανε λάθος. Αν είχε διατηρήσει τα μάτια του ανοιχτά, θα είχε παρατηρήσει ένα φλεγόμενο πράσινο βέλος να σπάει την ησυχία της νύχτας και να κόβει τον ουρανό στα δύο, αφήνοντας πίσω του μία γραμμή από πράσινη κυμματιζόμενη ενέργεια. Ο στρατηγός άνοιξε τα μάτια του μόνο όταν το βέλος προσκρούστηκε στην πλάτη του ιπτάμενου τέρατος και το  πλήγωσε, αναγκάζοντάς το να αφήσει μία σπαρακτική κραυγή. Ώσπου να γίνει αυτό, δύο ακόμη βέλη είχαν ακολουθήσει το προηγούμενο και είχαν καρφωθεί στο σώμα του τέρατος. Εκείνο είχε κλείσει τα φτερά του και επιστρέψει στο έδαφος. Είχε στρέψει την πλάτη του στον στρατηγό, κρύβοντας την σκηνή που εκτυλισσόταν μπροστά του, κρύβοντας εκείνον που είχε έρθει να τον σώσει (αν και αυτά τα βέλη ανήκαν μόνο σε ένα άτομο σε όλη την Sumeru) και έψελνε κάποιο άσμα. Ήταν τρομακτικό. 

Πηδούσε από το ένα πόδι στο άλλο και πολεμούσε με νύχια και με δόντια. Αν και ο στρατηγός άκουσε και άλλα βέλη να εκτοξεύονται, άκουγε και τις επιθέσεις του Rogue που προσπαθούσε να αμυνθεί. Πέρασαν δύο λεπτά ώσπου εκείνο να πέσει στην άμμο και να μετατραπεί σε σκόνη, αφήνοντας πίσω του τίποτα παρά μία σπασμένη μάσκα και λουλούδια. Ο Tighnari δεν άργησε να εμφανιστεί. Στα χέρια του κρατούσε πίτες, όπως παλαιότερα, και ένα φλασκί. Όταν αντίκρυσε τον Cyno, ξεκίνησε να τρέχει προς το μέρος του. Εκείνος έπεσε στα γόνατά του, κλαίγοντας. Ευτυχώς έκανε λάθος.

Υπήρχε ακόμα για τους άλλους. Η ζωή του δεν ήταν άχρηστη. Όχι όταν κάποιος έτρεχε προς το μέρος του με τέτοιο τρόπο, προσπαθώντας να τον κρατήσει ζωντανό. Ύστερα από δέκα λεπτά, κάθονταν και πάλι στο ίδιο σημείο που είχαν καθίσει πριν 24 ώρες περίπου, και ο Cyno έτρωγε τις πίτες. Τι απερίγραπτο συναίσθημα, να λαμβάνεις τροφή μετά από δύο μέρες! Ο Tighnari περίμενε. Ώσπου να φάει, είχε ανάψει μία φωτιά για να τους κρατάει ζεστούς.

“Μίλησέ μου.” ζήτησε τότε ο στρατηγός. Η φωνή του ήταν βαριά, συρτή, καθώς είχε να πιει και να μιλήσει αρκετό καιρό.

“Τι να σου πω;” Ο κυνηγός χαμογέλασε πονειρά.

“Γιατί λάμπεις;” ρώτησε τότε, ανάμεσα σε δύο μπουκιές. 

“Με χτύπησε αστραπή.” η απάντηση του ήταν κοφτή, όπως άλλοτε, μα ο τόνος του πιο απαλός από ποτέ. Το χαμόγελό του πλάτυνε. 

“Α.” ήταν το μόνο που είπε ο κυνηγός. “Σε ευχαριστώ για αυτό.” έδειξε το φαγητό. Κυριάρχησε η ησυχία για λίγο. “Γιατί επέστρεψες;”

Η ερώτηση αυτή παρέμεινε αναπάντητη. Ίσως ο Tighnari να μην είχε απάντηση. Ίσως η απάντησή του να μην ήταν επαρκής. Γρύλλοι συνόδεψαν την ησυχία για λίγο. Ο κυνηγός είχε τελειώσει το φαγητό του. Και για αρκετή ώρα, δεν μίλησαν. Τα μάτια του Cyno περιεργάστηκαν το πρόσωπο του κυνηγού. Είχε αλλάξει από την τελευταία φορά που τον είδε, το προηγούμενο βράδυ. Έμοιαζε κουρασμένος, μα ανακουφισμένος. Το πρόσωπό του έμοιαζε σαν να είχαν περάσει χρόνια από την τελευταία φορά. Είχε ενηλικιωθεί και χάσει την παιδιάστικη ζωηράδα που το χαρακτήριζε. Ανεξήγητο για εκείνον. Μα αν τον είχε δει πριν μία ώρα, όταν, με την καρδιά στο στόμα, είχε υψώσει το τόξο και το βέλος του στον ουρανό, ελπίζοντας πώς δεν άργησε, θα είχε καταλάβει.

“Έφυγες καθόλου από εδώ;” ρώτησε ο κυνηγός όσο ο Cyno έπινε νερό. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά, κοιτώντας μακριά. “Α.” σειρά του να μιλήσει.

“Σου έστειλα γράμματα.” στραβοκατάπιε, αφήνοντας ανήκουστο το κομμάτι του “τα είδες; γιατί δεν απάντησες;”.

“Το ξέρω.” η φωνή του Tighnari ήταν ψιθυριστή, μα και πάλι, έσπασε προς το τέλος. Ντροπή τον κατέκλυσε. “Τα διάβασα όλα.”

“Α.”

Αποκτούσε μοτίβο αυτή η συνομιλία. Κάθε λέξη που έφευγε από τα χείλη του Tighnari δημιουργούσε άλλη μία ρωγμή στην καρδιά του στρατηγού.

“Ήθελα να σου απαντήσω. Ήθελα να σου μιλήσω, να σου εξηγήσω. Αλλά δεν…”

“Ανήκουν στο παρελθόν αυτά.” τον έκοψε. “Πες μου για την αστραπή. Δεν έχεις ζήσει αρκετό καιρό στην φύση για να αναγνωρίζεις ότι μερικά δέντρα παραείναι μεγάλα για να παρέχουν προστασία;”

“Αν ήταν φυσιολογική αστραπή, πιστεύω πως θα είχε φύγει με τον καιρό. Διάβασα βιβλία, και καμία από τις αντιδράσεις που έχω δεν συμφωνούν με την φύση.” ο Tighnari αναστέναξε. “Δεν θυμάμαι τίποτα. Το μόνο που θυμάμαι είναι ο κρότος της αστραπής και η ενέργεια που με διαπέρασε, στο παλάτι του Alcazarzaray.”

¨Μπορώ να..;” ο Cyno ήρθα πιο κοντά, το χέρι του απλωμένο, διστακτικά, προς το μέρος της βιολετί πηγής φωτός.

“Ελεύθερα.” ο κυνηγός χαμογέλασε, όσο τα σκληρά, τυλώδης χέρια του χάιδεψαν απαλά τα χέρια του, ακολουθώντας το μοτίβο που είχε αφήσει η αστραπή. Η κίνηση αυτή ήταν παράξενα… ερωτική. Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν, τα μάτια τους γεμάτα τρυφερότητα και αγάπη. Ξεχνώντας τα μίση του παρελθόντος, αφήνοντας πίσω όλες τις διαφωνίες τους, τα χέρια του στρατηγού στηρίχτηκαν πάνω στο στήθος του κυνηγού, κλείνοντας το κενό ανάμεσα στα χείλη τους.

Τα χέρια του Tighnari έκλεισαν γύρω από την μέση του Cyno, και οι δύο τους αφέθηκαν στην μαγικότητα της στιγμής. Έτσι έπρεπε να είναι. Μαζί. Όχι χωρισμένοι. Τα χρόνια που είχαν περάσει τους φάνηκαν ξεχασμένα, το παρόν ατελείωτο. Το φιλί τους έσπασε μόνο όταν τους κόπηκε η ανάσα, οπότε χωρίστηκαν. Ένωσαν τα μέτωπά τους και γέλασαν σιωπηλά ο ένας στον άλλον. Η ζωή δεν είχε σταματήσει εδώ. Η ζωή ξεκινούσε τώρα. Η ζωή ξεκινούσε τώρα, με το φεγγάρι να λάμπει πάνω τους.

Η ζωή ξεκινούσε τώρα, ένα ήσυχο βράδυ, με τις ψυχές τους να ενώνονται σε μία, δημιουργώντας το δικό τους τραγούδι. Το τραγούδι της ερήμου, που ακολούθησε, ακολουθούσε και θα ακολουθούσε και τους δύο σε κάθε τους βήμα, αναγκάζοντάς τους να επιστρέψουν στην έρημο, στην αρχή της ιστορίας τους, στον δικό τους τόπο.

Notes:

γιατί υπάρχουν τα θερινά;;

Series this work belongs to: