Actions

Work Header

Τέσσερις Γάμοι και μια Βάπτιση

Summary:

Ποτέ δεν ένιωθε άνετα στους γάμους, ακόμα και όταν δεν ίδρωνε μέσα σε ένα ολόσωμο κουστούμι ντίσκο και δεν ισορροπούσε επικίνδυνα πάνω σε πλατφόρμες. Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα – έτσι τελειώνουν όλα τα παραμύθια, πάντα με έναν γάμο, ένα παιδί. Όπως ακριβώς και όταν νικήσανε και τελείωσαν με όλα αυτά. Θα περίμενε ο Σπύρος ότι θα έπεφτε η αυλαία, χειροκρότημα, τέλος. Αντί για αυτό βρίσκεται σε μια νέα αφετηρία, και δεν έχει ιδέα πώς να συνεχίσει.

Notes:

Καλησπέρα θέλω πάρα πολύ να ξέρετε ότι i never fucking learned how to spell (in greek) οπότε τώρα ξερετε. Τώρα ξέρετε.

Αυτό είναι το love letter μου στο Παρά Πέντε, τον ΜΙΚΑ και τους ΑΒΒΑ. Είναι παρωδία/εμπνευσμένο από την ταινία "Τέσσερις Γάμοι και μια Κηδεία" αλλά δεν είναι love letter για την αξουαλ ταινία γιατί η αλήθεια είναι δεν μου αρέσει καν τόσο πολύ λμαο και επίσης δεν χρειάζεται να την έχετε δει για να καταλάβετε το φικ. Αν όντως διαβάσετε το φικ και θα σας ενδιέφερε, θα εκτιμούσα ευγενικά σχόλια και kudos. <3 ΛΟΒ, Αννα.

(See the end of the work for more notes.)

Chapter 1: Happy Ending

Chapter Text

Anne: I’m sorry, Matthew. I just didn’t want you to miss out on love.
Matthew: I don’t know how you could think I that don’t have … love. I have you.
-Anne With an E

 

 

 

Φρίντα & Ισίδωρος

Σας καλούν στο γεγονός της χρονιάς!

Η γυναίκα-αίνιγμα πίσω από το μεγαλύτερο ρεπορτάζ στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδος λέει το μεγάλο ναι!

Αυτή και… ο εκλεκτός της καρδίας της θα ανταλλάξουν στέφανα, στην

Εκκλησία της Αγίας Φιλοθέης

στις

17 Ιουλίου 2007

Ζει μόνος του τώρα.

Οι διακοπές τους διακόπτονται απότομα – ξανθιές μπούκλες πάνω από την λεκάνη της τουαλέτας, δύο γραμμές, δάκρυα στα μάγουλα της Ντάλιας – και μετά ναυτία στο πλοίο, και μετά ο Σπύρος στο κατώφλι του διαμερίσματος στα Πατήσια, ξανά.

Και ξαφνικά ζει μόνος του. Η Ζουμπουλία και η Αγγέλα μένουν μαζί, και η Ζουμπουλία βγαίνει με τον Τζουμάνη. Ο Φώτης χτίζει την καριέρα του σαν δημοσιογράφος. Και τώρα η Ντάλια είναι έγκυος. Και ο Σπύρος είναι μόνος του, χωρίς δουλειά, χωρίς συγγενείς, μόνος, στο σπίτι της γιαγιάς του, στα Πατήσια.

Περνάνε λίγες εβδομάδες. Γυρνάει την Αθήνα, στέλνοντας βιογραφικά παντού, κυνηγώντας αγγελίες εργασίας. Εν τέλει, δεν αντέχει άλλο. Του λείπουν οι άλλοι τέσσερις. Σηκώνει το τηλέφωνο και πληκτρολογεί ένα νούμερο. Δεν έχει συνειδητοποιήσει καν ποιόν πήρε έως ότου την απέναντι γραμμή απαντάει η φωνή του Φώτη.

***

Ο Σπύρος του χαμογελάει αμήχανα όταν του ανοίγει, με τον σάκο στον ώμο, και περνάει το κατώφλι.

Μετά το τέλος όλων ο Φώτης μετακόμισε σε μια μικροσκοπική γκαρσονιέρα. Όλοι τους τον βοήθησαν στην μετακόμιση, και όλοι τους τον κορόιδεψαν που επέλεξε κάτι τόσο μικρό και παλιό, αλλά ο Φώτης δεν φάνηκε να πτοείται. Άλλωστε, τους είπε εκείνο το βράδυ της μετακόμισης (όταν είχαν πλέον καταρρεύσει και μοιραζόταν μια μεγάλη πίτσα στο πάτωμα της κουζίνας), με τις απαιτήσεις τις νέας του δουλειάς θα περνάει πολύ καιρό εκτός Αθήνας οπότε ποιο το νόημα να επενδύσει στο σπίτι του; Κάτι μικρό και οικονομικό ήταν τέλειο προς το παρόν.

Στο παρόν, με τον Σπύρο να στέκετε άβολα στο υπνοδωμάτιο-σαλόνι, δεν είναι καθόλου τέλειο, συνειδητοποιούν, για επισκέπτες.

Εκείνη την νύχτα ήταν στριμωγμένοι ο ένας κόντρα στον άλλον, ενωμένοι στις πλευρές, σαν ένα αλλόκοτο, πεντακέφαλο τέρας. Όταν ο Φώτης φιλοξενεί τον Σπύρο, ανοίγει ένα ράντσο που πιάνει όλον τον ελεύθερο χώρο, ώστε ο Φώτης χρειάζεται να κυλήσει πάνω του για να φτάσει το κρεβάτι του.

Το πρώτο βράδυ παραγγέλνουν απ’ έξω και μετά ξαπλώνουν νωρίς, συζητώντας μέχρι αργά αντί να πάνε για ύπνο, η τηλεόραση, βουβή, να εναλλάσσει διαφημίσεις με μια ταινία που κανένας τους δεν παρακολουθεί.

Το δεύτερο βράδυ τους επισκέπτεται η Αγγέλα.

«Πως κι από δω εσύ;» την ρωτάει ο Φώτης με φιλική περιέργεια καθώς η κοπέλα μπαίνει φουριόζα στο διαμέρισμα.

«Άσε με κι εσύ,» λέει αντί χαιρετισμού. «Η Ζουμπουλία βγήκε με τον αστυνόμο Σαΐνη πάλι και έχω μπήξει σπίτι μόνη μου» ενημερώνει καθώς βυθίζεται στον μοναδικό καναπέ του Φώτη και σταυρώνει τα πόδια της πάνω στο τραπεζάκι του καφέ.

«Τι θα κάνουμε απόψε;» ρωτάει απότομα με το ύφος του ανθρώπου που δεν θέλει να το συζητήσει παραπάνω.

Πάνω από τον ατημέλητο κόκκινο κότσο της κοπέλας, ο Σπύρος και ο Φώτης κοιτάζονται, τα φρύδια συνοφρυωμένα.

Η Αγγέλα ήταν τόσο χαρούμενη, τόσο ενθουσιασμένη για την συγκατοίκηση με την Ζουμπουλία. Και τώρα, ούτε δύο μήνες αργότερα, η Ζουμπουλία είναι σε σχέση και η Αγγέλα βρίσκεται όλο και πιο συχνά στην απέξω. Όχι ότι η Ζουμπουλία την αγαπάει λιγότερο. Αλλά …

Από την μια, ο Σπύρος δεν έχει καμία όρεξη για μπαρ και για ξενύχτια. Από την άλλη, γενικά ποτέ δεν έχει αλλά κατά βάθος απολαμβάνει τις εξόδους του με τον Φώτη και την Αγγέλα, και την Ντάλια, όταν η Ντάλια είναι καλά. Όχι ότι δεν θα υποταχθεί χωρίς να δώσει μάχη πρώτα. Αλλά κάπου ενδιάμεσα στα δημοσιογραφικά ταξίδια του Φώτη και τα τρεχάματα της Αγγέλας με την επιχείρηση που θέλει να ανοίξει και την δική του αναζήτηση για δουλειά, έχουν εβδομάδες να βρεθούν μαζί οι τρεις τους.  Ίσως τους το χρωστάει.

Αλλά υπάρχει κάτι…

«Δεν ξέρω…» αρχίζει.

«Εσύ ποτέ δεν ξέρεις,» τον κόβει η κοπέλα με τον συνήθη απότομο τρόπο της. «Πάντα έτσι κάνεις και μετά μια χαρά έρχεσαι.»

«Όχι, αλήθεια αυτή τη φορά δεν ξέρω. Κάτι με τρώει…»

 «Ρε Σπύρο, είσαι μονίμως κλεισμένος μέσα στο σπίτι. Τώρα που είσαι εδώ να βγεις να ξεσκάσεις, σου χρειάζεται!»

Ο Σπύρος ανοίγει το στόμα του να ανταπαντήσει, αλλά τον διακόπτει ο Φώτης, ο οποίος καταπίνει απότομα αέρα, και μετά λέει «Έχει πάρτι μασκέ στο Κούκι

«Α ναι ρε συ!» φωνάζει η κοπέλα και ανακάθεται κανονικά στον καναπέ με ενθουσιασμό. «Είναι θεματική ντίσκο έτσι;»

«Ναι ρε σου λέω!» λέει ο Φώτης και ο Σπύρος αναγνωρίζει στα μάτια του μια σπίθα που έχει μάθει να μην ταυτίζει με τίποτα καλό.

«Πω καλά που το πες!» φωνάζει η Αγγέλα. «Ε αυτό δεν γίνεται να το χάσουμε! Ντίσκο!»

Το Κούκι (Cookie, για τους αγγλόφωνους) είναι το άτυπο στέκι τους. Έχουν περάσει τις περισσότερες Αθηναϊκές εξόδους τους εκεί δίνοντας, όπως λέει η νεολαία, πόνο στις επιτυχίες (παλιές-καινούριες, ελληνικέ-ξένες) που ξεχύνονται εκκωφαντικές από τα ηχεία του. Η πελώρια σημαία με τις λωρίδες στα χρώματα του ουράνιου τόξου που κρέμεται πάνω από το μπαρ παραμένει ασχολίαστη μεταξύ τους.

Ο Σπύρος περιμένει να περάσουν δύο δευτερόλεπτα σιωπής και μετά, διστακτικά σαν την χελώνα που ξεμυτίζει από το καβούκι της, κοιτάει τους άλλους δύο, οι οποίοι περιμένουν παγωμένοι στις θέσεις τους την θεία κρίση.

Και παίρνει μια βαθιά ανάσα.               

«Όχι ντίσκο παιδιά σας εκλιπαρώ, ξέρετε πόσο μ’ αρέσει το Κούκι αλλά ας πάμε όποια άλλη φορά θέλετε, μη μου ζητάτε να ντυθώ τώρα…»

Ένα ταυτόχρονο ‘Εεεεεελα ρε Σπύυυυυρο αντηχεί στο σαλόνι, και μετά, εξίσου ταυτόχρονα,

«Εδώ και καιρό έχουμε να βγούμε! Χαθήκαμε!» ο Φώτης, και,

«Σπύρο, κακομοίρη μου, μην αρχίσεις τώρα να το παίζεις υπεράνω γιατί δεν σ’ έχω ακούσει λίγες φορές να σιγοτραγουδάς ντίσκο και εσένα! Απέξω τα ξέρεις όλα!» η Αγγέλα.

Και εκεί όπου ο Σπύρος προσπαθεί να οργανώσει πως θα απαντήσει στις δύο αρχικές δηλώσεις των αντιπάλων, αυτοί έχουν ήδη προχωρήσει στην αγαπημένη τους τεχνική, την αλληλοτροφοδοσία ο ένας της άλλης,

«Έχει δίκιο η Αγγέλα, λες και δεν έχεις ξαναμασκαρευτεί όταν κυνηγούσαμε εκείνους

Και,                                                                                                  

«Έχει δίκιο ο Φώτης, θα περάσουμε τέλεια!»

«Αχ παιδία δεν ξέρω…» καταφέρνει να πει μονάχα, αλλά κατά βάθος καταλαβαίνει την επιρροή τους να πιάνει ήδη τόπο και τις αντιστάσεις του να υποχωρούν.

«Η Ντάλια! Η Ντάλια θα πέθαινε για κάτι τέτοιο, δεν γίνεται να την αφήσουμε έξω!» φωνάζει ο Φώτης και πετάγεται ήδη να πιάσει το τηλέφωνο.

Ο Σπύρος κουνάει το κεφάλι, μια κίνηση που παγκόσμια μεταφράζεται ε φυσικά, όπου γάμος και χαρά

«Μα είναι έγκυος…» ξεκινάει να λέει

«Δεν έχει σημασία!» τον κόπτει η Αγγέλα, «εμείς οφείλουμε να ρωτήσουμε!» και αμέσως μετά ανασηκώνεται από τον καναπέ και εισπνέει τόσο απότομα που κερδίζει αυτόματα την προσοχή των άλλων δύο.

Έχει την ίδια σπίθα στα μάτια με τον Φώτη και αυτό στον Σπύρο δεν αρέσει καθόλου.

«Δύο γυναίκες θα ’μαστε…»

«Καλά, δεν ξέρουμε ακόμα αν θα μπορέσει η Ντάλια…»

«Δύο θα ’μαστε παιδάκι μου, σιγά μη το χάσει αυτό! Δύο γυναίκες, μια ξανθιά και μια κοκκινομάλλα…» συνεχίζει, δείχνοντας τον εαυτό της στο κοκκινομάλλα, «και δύο άντρες…»

«Και για μένα πολύ σίγουρη ακούγεσαι, ειδικά αν…»

«…Λες αυτό που σκέφτομαι;!;»        

«…λες αυτό που σκέφτομαι,» καταλήγει ο Σπύρος με τον Φώτη ταυτόχρονα.

«Παιδία, είναι τέλεια ιδέα!» λέει η Αγγέλα ενώ ο Φώτης βγάζει ήχους ενθουσιασμού σε υψηλή συχνότητα και ο Σπύρος τινάζεται όρθιος.

«Όχι. Ε, όχι! Εδώ, εδώ πατάω πόδι. Όλα έχουν τα όρια τους!»

Όλα συνέβησαν πολύ, πολύ γρήγορα.

Μουσική έπαιζε στο διαμέρισμα στην διαπασών δεν ήξερε ποιος από τους δύο την έβαλε, αλλά ο Φώτης και η Αγγέλα τραγουδούσαν φάλτσα μαζί με το συγκρότημα όσο περίμεναν να απαντήσει η Ντάλια, και μόλις η φίλη τους σήκωσε το τηλέφωνο ακολούθησαν ενθουσιασμένες τσιρίδες και ακατάληπτοι λοιποί ήχοι ενθουσιασμού.

«Άρα μέσα είσαι λοιπόν;» ρωτάει ο Φώτης και ο Σπύρος τους ακούει να χοροπηδούν επιτόπου σαν μικρά παιδία από κάπου πίσω του. Ο ίδιος έχει απλά καταρρεύσει στην πολυθρόνα απέναντι από την τηλεόραση και κοιτάει αποσβολωμένος την ανοιχτή οθόνη χωρίς να βλέπει. Καμία αντίσταση δεν ωφελεί πλέον. Προσπαθεί απλά να αποδεχτεί την μοίρα του. Στο παρασκήνιο, η φωνή της Ντάλιας στην ανοιχτή ακρόαση φτάνει στα αυτιά του ακόμα και μέσα στο πανδαιμόνιο που επικρατεί.

«…Αλλά δεν θα βάλουμε αυτά που φορούσαν στην Γιουροβίζιον, γιατί αν είναι πάρτι μασκέ θα το βάλουν κι άλλοι, έχει καταντήσει μπανάλ! Θα βάλουμε κάτι που δεν θα το ξέρει τόσος κόσμος, Ρίτσα! Ρίτσα! Στολές ντίσκο έχουμε; (πιο απόμακρα από το μικρόφωνο) Α και δύο περούκες θα χρειαστώ, αντρικές, σέβεντις! Τι πα να πει δεν έχουμε; Να βρούμε! Θα πάω να αγοράσω, πόσα μωβ; (τώρα πάλι στο ακουστικό) Παιδία εσείς εκεί έχετε στολές;»

«Κάτι θα βρούμε, μην ανησυχείς! Κοίτα μόνο αν έχεις περούκες εσύ, αλλά μόνο αν τις έχεις έτοιμες, μη πας να ψωνίζεις τώρα…» αρχίζει ο Φώτης.

«Ωραία, παιδιά, περούκες βάλτε τικ! Αχ και θα είστε κούκλοι μ’ αυτές… Να σας πω, τι να βάλω;»

«Εσύ ο,τι και να βάλεις από την ντουλάπα σου μέσα στο θέμα θα είσαι,» της πετάει η Αγγέλα ενώ από την άλλη άκρη της γραμμής η Ντάλια μάλλον κατεβάζει τα αποκριάτικα και δεν αντιλαμβάνεται την μπηχτή.

«Λοιπόν, τα λέμε! Σπύρο, μη κάθεσαι, έλα να κάνουμε καφέδες για να έχουμε ενέργεια απόψε!» τον σκουντάει ο Φώτης και ο Σπύρος τινάζεται. Η Αγγέλα σέρνει μια καρέκλα κάτω από το εντοιχισμένο ντουλάπι του διαμερίσματος για να σκάψει, ο Σπύρος είναι σίγουρος, για στολές ανάμεσα στα πράγματα του Φώτη.

«Άντε καλά, να πάμε, αλλά κάτι μου λέει πως κάτι ξεχνάμε…» μουρμουρίζει καθώς ο φίλος του τρέχει προς το μέρος της, ενώνοντας τα χέρια του για να της φτιάξει πάτημα.

«Τίποτα δεν ξεχνάμε, εσύ έχεις καιρό να βγεις και έχεις ξεχάσει!» του λέει η Αγγέλα ισορροπώντας πάνω στα χέρια του Φώτη και ανοίγοντας το πατάρι.

Κι όμως, κάτι ξεχνάμε… κάτι, κάτι, σίγουρα υπάρχει κάτι… σκέφτεται ο Σπύρος καθώς ευθυγραμμίζει τρεις κούπες στον πάγκο της κουζίνας όσην ώρα ο καφές γίνεται. Προσπαθώντας να συγκεντρωθεί όταν ένα χορευτικό σκούντημα στον γοφό του από έναν άλλον γοφό τον κάνει να γυρίσει προς τον σκουντηχτή.

«Φράιντει νάιτ αντ δε λάιτς αρ λόοοοουυυυυ….» τραγουδάει ο πλέον ντυμένος Φώτης μαζί με την μουσική και τον κοιτάει με αναμονή.

Ο Σπύρος στροβιλίζει τα μάτια του και δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμα. Ακάθεκτος, ο Φώτης συνεχίζει.

«Μμμμμμ… λοουκινγκ άουτ φορ α πλέεεις το γκόοοοου…» και κουνάει τα φρύδια του. Όταν ο Σπύρος επιμένει στην σιωπή του και ο Φώτης τραγουδάει μόνος του τον επόμενο στοίχο, και  στον επόμενο τον αρπάζει από τα χέρια και τον στροβιλίζει γύρω στο δωμάτιο. Περνούν επικίνδυνα κοντά από το τραπέζι της κουζίνας, αλλά καμία σύγκρουση δεν είναι αρκετή για να τους σταματήσει τώρα. Κρατώντας τον γερά από τους καρπούς (ο Σπύρος αρπάζεται και αυτός από τους καρπούς του Φώτη για στήριγμα), ο Φώτης τους στροβιλίζει με μεγαλύτερη και μεγαλύτερη ταχύτητα επιτόπου στην κουζίνα, όλα χωρίς να σταματήσει να ουρλιάζει-τραγουδάει τους στοίχους στην διαπασών.

«ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!» φωνάζει ο Σπύρος από αγωνία.

«ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!» φωνάζει ο Φώτης για έμφαση (εκεί που λέει and when you get the chaaance, μόνο που αυτός το έκανε τσάαααααααααααααααανς, καταλάβατε).

Λίγο πριν χτυπήσει το ρεφρέν υπάρχει ένα κλάσμα του δευτερολέπτου που ο Φώτης σωπαίνει, θαυματουργά συντονισμένος με τον ρυθμό για πρώτη φορά, και τα βλέμματα τους συναντώνται. Σαν πυρκαγιά, η σπίθα στα μάτια του Φώτη επεκτείνεται και στον Σπύρο, τον εναγκαλιάσει και τον ζεσταίνει, και παρασέρνεται ηλεκτρισμένος στον στρόβιλο που είναι ο φίλος του.

“YOU ARE THE DANCING QUEEN, YOUNG AND SWEET, ONLY SEVENTEEN!!!” ουρλιάζουν ταυτόχρονα τέσσερις διαφορετικές φωνές, δύο ηχογραφημένες και δύο, μακράν βαθύτερες και πιο φάλτσες, από την κουζίνα τους.

«Τι έγινε, τον ψήσαμε;» φωνάζει η λαίλαπα πολύχρωμων ρούχων που είναι η Αγγέλα η οποία έχει βρεθεί με ένα σάλτο δίπλα τους, όπως σίγουρα σε προηγούμενη ζωή ορμούσε σε κάποια μάχη.

Αγκαλιασμένοι από τους ώμους οι τρεις τους χοροπηδούν κυκλικά στην κουζίνα τους, τραγουδώντας και γελώντας τόσο πολύ που ο υπόλοιπος κόσμος παύει να υπάρχει.

Και μετά το τραγούδι τελειώνει και ο Σπύρος συγκεντρώνεται στο κουδούνι της πόρτας.

Τρέχει να χαμηλώσει την μουσική πριν το επόμενο τραγούδι ξεκινήσει και μετά στην πόρτα. ‘Ένα φουξ φουλάρι από πούπουλα έχει βρεθεί γύρω από τον λαιμό του, μάλλον ευγενική χορηγία της Αγγέλας, αλλά οποιαδήποτε ανησυχία για την εμφάνιση του εξαφανίζεται πριν καν προλάβει να σχηματιστεί  όταν την αντικρίζει.

Η Ντάλια δεν είχε κανέναν λόγο να κάνει κράτη στις εμφανίσεις.

«Σπάιρους!» φωνάζει και πέφτει στην αγκαλιά του. Μετά από το ματς-μουτς και το κλείσιμο της πόρτας πίσω τους (βιαστικά, μην γίνουν εντελώς ρεζίλι στους γείτονες, αν και κάποια στιγμή πρέπει να το πάρει απόφαση πως ο βρεγμένος την βροχή δεν έχει λόγο να την φοβάται), η Ντάλια αποτραβιέται για να ποζάρει.

«Λοιπόν; Πως σου φαίνομαι;»                              

Ο Σπύρος την κοιτάει καλά και απαντάει ειλικρινά.

«Δεν… ξέρω τι να πω. Είναι… υπερπαραγωγή!»

«Εμ τι!» λέει η Ντάλια και αλλάζει πόζα.

Πίσω της, η Αγγέλα και ο Φώτης χοροπηδούν ο καθένας σε έναν διαφορετικό καναπέ, και φωνάζουν τους στοίχους ο ένας στον άλλον.

«Α! Πολύ μ’ αρέσει αυτό το τραγούδι!» λέει η Ντάλια, και τρέχει, ή μάλλον αγκομαχεί και σέρνεται προς το μέρος τους, καθώς το εφαρμοστό ολόσωμο και οι πλατφόρμες την δυσκολεύουν ιδιαίτερα σε οποιοδήποτε κίνηση απαιτεί σβελτάδα.

Δεν φαίνεται να την ενοχλεί πάντως: θρονιάζεται στην πολυθρόνα και αναθέτει στον εαυτό της να κάνει τα παμπαμπαμ ενώ οι άλλοι δύο δίνουν πόνο στο ρεφρέν του Super Trouper, και ταυτόχρονα προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή τους στην τεράστια τσάντα που κουβάλησε μαζί της.

«Ωχ…» αρχίζει ο Σπύρος όταν η Ντάλια εμφανίζει δύο περούκες από το εσωτερικό της τσάντας.

«Αααα τις έφερες!» φωνάζει η Αγγέλα, πηδώντας στο πάτωμα.

«Αμε! Έφερα και μακιγιάζ!» λέει, πετώντας την μια περούκα στον Φώτη για να  βγάλει ένα παραφουσκωμένο νεσεσέρ.

«Δεν βάφτηκα σπίτι γιατί ήξερα θα είχε πιο πολύ πλάκα εδώ μαζί σας!» λέει καθώς ξετυλίγει το νεσεσέρ. Πάνω απ’ τον ώμο της ο Σπύρος μπορεί να διακρίνει πολλές σειρές πινέλων και κυλίνδρων κραγιόν, και ξέρει ότι υπάρχουν πολλά περισσότερα εκεί μέσα τα οποία δεν γνωρίζει καν να προφέρει. Και ότι λίγο απ’ όλα, ό,τι και αν προσπαθήσει να κάνει, θα καταλήξει στο τέλος στο πρόσωπο του.

«Έφερες και στολές;» ρωτάει ο Φώτης, ήδη χωμένος ο μισός μέσα στην πελώρια τσάντα της Ντάλιας. Πετάει με φούρια έξω το ένα ρούχο μετά το άλλο, όλα εξίσου λαμπερά και τόσο απίστευτα ντίσκο όσο αυτό που φοράει η Ντάλια.

«Αμέ! Δεν ήξερα τι θα θέλατε τελικά, οπότε έφερα ό,τι είχα και δεν είχα!»

«Αυτό να λέγεται,» λένε η Αγγέλα και ο Σπύρος ταυτόχρονα, και μαρμαρωμένοι κοιτάνε τα περιεχόμενα της τσάντας, πλέον ξεβρασμένα πάνω στους καναπέδες. Τα εν λόγο περιεχόμενα δεν αποκρίνονται, μόνο λαμπυρίζουν στο φως. Ο Σπύρος το λαμβάνει ως ικανοποιητική απάντηση.

«Λοιπόν; Με ποιόν θα αρχίσουμε;» ρωτάει η Ντάλια.

Και ο Σπύρος, αργά, κλείνει τα μάτια του και παίρνει μια βαθιά ανάσα καθώς νιώθει κάθε ζευγάρι μάτια στο δωμάτιο να κατευθύνεται πάνω του.

***

Στις εννιά το πρωί χτυπάει το ξυπνητήρι του. Το κλείνει αγανακτισμένος και γυρνάει πλευρό. Δεν θα καταφέρω να ξανακοιμηθώ, κλαίγεται καθώς τον παίρνει ο ύπνος.

***

Στις εννιάμιση το ξυπνητήρι χτυπάει πάλι. Με δύναμη πατάει το κουμπί για να κλείσει και μετά, με περισσότερη δύναμη, πετάει το κινητό στην άλλη άκρη του δωματίου.

***

Δέκα η ώρα το κινητό του δονείται και χτυπά ξανά. Αυτή την φορά δεν είναι ο μόνος που ξυπνάει: ακούγονται γενικά μουγκρητά από το υπόλοιπο δωμάτιο, και η αγουροξυπνημένη φωνή της Αγγέλας να μουρμουρίζει «ΚλειστορεΣπύρογαμώτο!» και τον Φώτη να μουγκρίζει κάτι ακατάληπτο.

«Α! Α! Εγώ το έχω! Το ’πιασα!» πετάγετε η φωνή της Ντάλιας από το πάτωμα, καθώς μισοσηκώνεται με το κινητό του Σπύρου στα χέρια της σαν τον βουτηχτή που έπιασε τον σταυρό στα Φώτα.

«Τώρα τι κάνω;»

«Κλεις’ το!» της φωνάζουν τρεις βραχνιασμένες φωνές ταυτόχρονα από διαφορετικές άκρες του σαλονιού.

Μισό λεπτό.

Σαλονιού;

Ο Σπύρος ανασηκώνετε στον καναπέ –ναι, καναπέ— και κοιτάει γύρω του: έχει πιαστεί, η κίνηση και μόνο τον πονάει. Ο Φώτης, η Αγγέλα και η Ντάλια είναι χυμένοι σε διαφορετικά σημεία του σαλονιού, κάποιοι ολόκληροι σε έπιπλα (Σπύρος και Αγγέλα), κάποιοι μισοί σε έπιπλο και μισοί στο πάτωμα (Φώτης, που είχε την πολυθρόνα) και κάποιοι (Ντάλια) ολόκληροι στο πάτωμα. Όλοι τους όμως είναι με τα ρούχα και τα χτενίσματα της χθεσινής ημέρας, και το δυσάρεστο μούδιασμα και σφίξιμο σε όλο το σώμα του Σπύρου του υπενθυμίζει ότι και ο ίδιος δεν είναι τόσο υπεράνω της φοιτητικής σαχλαμάρας για την οποία επιπλήττει τους υπόλοιπους.

«Αυτό, γιατί χτυπάει;» ρωτάει ο Φώτης, κάνοντας μασάζ το σβέρκο του. Ο μορφασμός στο πρόσωπο του ενημερώνει τον Σπύρο πως είναι εξίσου, ή και περισσότερο, πιασμένος και άβολα.

«Δεν ξέρω! Υ-πεν-θί-μη-ση λέει!» πετάγετε η Ντάλια, κρατώντας το κινητό πολύ κοντά στο πρόσωπο της για να διαβάσει την οθόνη.

«Παιδάκι μου πας καλά;» έρχεται η φωνή της Αγγέλας από τον άλλον καναπέ, βραχνή και αφυδατωμένη αλλά πολύ, πολύ θυμωμένη. «Τι υπενθύμιση πας και μου βάζεις τώρα;»

Ο Σπύρος κοιτάει έναν-έναν τους φίλους του και υποδέχεται το μεγάλο φορτίο ενοχών που ξεφορτώνετε στο στήθος του. Έχουν τα χάλια τους, όλοι τα έχουν. Το μακιγιάζ έχει πασαλειφθεί στα πρόσωπα τους, τα μαλλιά των γυναικών είναι ανάκατα και λιγδιασμένα, και όσο για τον εαυτό του και τον Φώτη, με τρόμο συνειδητοποιεί ότι φορούν και οι δύο ακόμα τις περούκες από χθες το βράδυ. Του Φώτη κρέμεται όπως-να-ναι από το κεφάλι του, ξεμαλλιασμένη και λυπηρή. Ο Σπύρος φέρνει ένα χέρι στο πρόσωπο του για να πάρει τα συνθετικά μαλλιά από το πρόσωπο του, και καταπίνει. Ή τουλάχιστον νιώθει το μήλο του Αδάμ του να κινείτε λίγο: το στόμα του δεν έχει σάλιο.

«Παιδία τι να πω, χίλια συγγνώμη, δεν το θυμόμουνα…»

«Γα-μος-Φρι-ντας…»

***

Ο Σπύρος πίστευε ότι τα έχει ζήσει όλα. Έχει ντυθεί Κρητικός, και Φρίξος, και πολλά άλλα, και πάντα υπήρχε σκοπός πίσω από αυτά.

Τώρα; Ο σκοπός πίσω από την φορεσιά του είναι «αναψυχή» και «παρακοιμήθηκα και ξέχασα τον γάμο της ξαδέρφης του φίλου μου».

Στην εκκλησία γίνεται συνωστισμός.

Όχι μόνο η Φρίντα είχε ξεπεράσει κατά πολύ το μπάτζετ της –το οποίο ήταν ήδη γενναιόδωρο, χάρη στην καινούρια της δημοσιότητα– και είχε προσκαλέσει περισσότερο κόσμο από τα άτομα που συμπαθούσε, σε μια κίνηση ξεκάθαρης ματαιοδοξίας, αλλά η ίδια η καινούρια δημοσιότητα και το μεγάλο της στόμα είχαν προσκαλέσει ακάλεστους δημοσιογράφους στα σκαλιά της εκκλησίας.

Και όταν οι τέσσερις τους, με τον πρωινό πονοκέφαλο, τα κακά τους τα χάλια και τις χθεσινές φορεσιές, σέρνουν τα βήματα τους προς τα σκαλιά της εκκλησίας, δέχονται το θερμό καλωσόρισμα μιας έκρηξης από ερωτήσεις και φλας.

«Ωχ,» είναι το μόνο που λέει ο Φώτης.

«Σκατά,» ο λέει η Αγγέλα.

Και τότε, τόσο ξαφνικά όσο τους είχαν επιτεθεί, τα φλας και τα μικρόφωνα παρασύρονται προς άλλη κατεύθυνση. 

«Η νύφη! Η νύφη!»

«Κυρία Παπαπαρασκευά!»

«Δεσποινίς Παπαπαρασκευά!»

«Ένα σχόλιο, Φρίντα!»

Και οι πέντε γυρνάνε, πολύ πιο αργά από τις κάμερες και τους δημοσιογράφους, προς την νέα άφιξη.

Είναι η Ζουμπουλία.

Είναι ντυμένη στα λευκά.

Είναι… όμορφη.

Ο Σπύρος πάντα το ήξερε, το είχε σκεφτεί, ότι η Ζουμπουλία θα έπρεπε να ήταν όμορφη γυναίκα στα νιάτα της.

Αλλά τώρα, τώρα που την βλέπει μπροστά του, τώρα την βλέπει με τα ίδια του τα μάτια, και είναι όμορφη.

Φαίνετε νεώτερη. Χαρούμενη. Το χαμόγελο της –πραγματικά, ποτέ πριν δεν εκτίμησε πόσο όμορφο χαμόγελο έχει η Ζουμπουλία- φωτίζει όλον χώρο. Τα μαλλιά της είναι λαμπερά και πλούσια, τα μισά πιασμένα πάνω σε έναν κομψό κότσο ενώ οι κάτω τούφες πέφτουν ελεύθερες σε απαλά κύματα.

Και όχι μόνο αυτό, είναι … κομψή. Τα ρούχα της, ένα απλό λευκό ταγιέρ με πέρλες για κοσμήματα είναι ταιριαστά και την κολακεύουν. Την προηγούμενη φορά που ο Σπύρος είχε δει την Ζουμπουλία σε γάμο έδειχνε αριστοκρατική, είχε κερδίσει κάθε μάτι στο δωμάτιο με τον αέρα της. Αυτήν την στιγμή, η γυναίκα μπροστά του δεν θυμίζει Βυζαντινή αυτοκράτειρα. Είναι η Ζουμπουλία, ξεκάθαρα η Ζουμπουλία.

Αλλά λάμπει.

Μπορεί να καταλάβει γιατί οι δημοσιογράφοι την πέρασαν για την νύφη.

«Να δεις που το έχει συνήθεια, να σκάει μύτη στους γάμους έτσι, για να φρίζει η νύφη,» μουρμουρίζει ο Φώτης στο αυτί του.

Αλλά παρά τον σαρκασμό του ο Φώτης έχει μείνει, όπως και όλοι τους, με ανοιχτό το στόμα.

Ο έρωτας αλλάζει τους ανθρώπους, αυτό πάντα το ήξερε. Και τώρα το βλέπει μπροστά στα μάτια του, την μεταμόρφωση που ο έρωτας μπορεί να φέρει σε έναν άλλον άνθρωπο. Πόσο όμορφη είναι! Την ξέρει την Ζουμπουλία, ξέρει ότι είναι ο ίδιος άνθρωπος με πριν. Αλλά και πάλι, τώρα είναι διαφορετική, αλλαγμένη. Αν αυτός –και σε αυτήν την σκέψη το στομάχι του βουλιάζει- αν αυτός ποτέ του δεν ερωτευτεί; Δεν θα νιώσει ποτέ αυτήν την χαρά –αυτήν την ευτυχία που μεταμορφώνει τους ανθρώπους τόσο;

Και ακριβώς την στιγμή όπου ο χείμαρρος πέφτει πάνω στην Ζουμπουλία και αυτή ανοίγει το στόμα της για να απαντήσει, διακόπτεται απότομα από δυνατό ήχο κόρνας. Μια λιμουζίνα με λουλούδια και κορδέλες σταματάει πίσω τους, και η πόρτα ανοίγει.

***

Η άφιξη της νύφης στην εκκλησία έμελε να μείνει άδοξη: πρώτα είδε την Ζουμπουλία, και η διαπεραστική τσιρίδα της όταν κατάλαβε πως την είχαν περάσει για την νύφη ακόμα ηχεί στα αυτιά του Σπύρου.

Και μετά, μόλις είχε ηρεμήσει λίγο και ετοιμαζόταν να πάρει το μπράτσο του Ισίδωρου και να περπατήσουν μαζί μέσα στην εκκλησία, έμελλε να πιάσει το μάτι της τον Φώτη και τους άλλους τρεις, και χρειάστηκε ο Θωμάς και άλλοι τρεις για να την σταματήσουν.

Και μετά, μετά από τα θυμωμένα βλέμματα που τους έριχνε η νύφη πίσω από το πέπλο και το τακούνι στο παπούτσι του γαμπρού και το ρύζι και τα ροδοπέταλα και τις μπομπονιέρες, στο κέντρο διασκέδασης η νύφη πέταξε την μπομπονιέρα για τις ανύπαντρες, και έμελλε να την πιάσει η Ζουμπουλία.

Αυτό πια παραήταν.

«Ε όχι!» ούρλιαξε, τρέχοντας προς το μέρος των πέντε. Ο Σπύρος και η Αγγέλα τοποθετήθηκαν μπροστά από την Ζουμπουλία, αλλά δεν ήταν αυτή ο στόχος της Φρίντας.

«Πως τολμάς! Ντυμένοι ΑΒΒΑ!»

Μια γροθιά προσγειώθηκε στο στήθος του Φώτη.

«Αχάρηστε! Που σε κάλεσα στον γάμο μου!» (άλλη μια γροθιά).

«Που σκέφτηκα να σε κάνω και κουμπάρο!» (άλλη μια γροθιά).

«Ναι, αλλά δεν με έκανες!» απάντησε αυτός, τραβώντας προς τα πίσω.

Σε αυτό το σημείο ένας Θεός ξέρει τι άλλο θα έκανε η Φρίντα, αλλά μεγαλύτερες δυνάμεις (ο Θωμάς) επενέβησαν, και τώρα ο Θωμάς και η Μαριλένα τους έχουν χωρίσει και έχουν τραβήξει τους πέντε στους σε μια άκρη, την Ζουμπουλία με τα λευκά της και τους άλλους τέσσερις με τα στρας, ενώ διάφοροι από τους καλεσμένους περιφέρονται αδιάκριτα γύρω τους.

«Μα κι εσύ παιδί μου,» λέει ο Θωμάς ήρεμα στον Φώτη στα αριστερά του Σπύρου, «δεν ξέρεις ότι η ξαδέρφη σου είναι περίεργη; Ήθελε η ημέρα του γάμου της να είναι ξεχωριστή. Τι ήταν αυτή η είσοδος.»

«Πραγματικά πατέρα, το ξέχασα,» απολογείται ο Φώτης.

«Πως γίνεται να το ξέχασες Φώτη μου; Μιλάει για τίποτε άλλο η ξαδέρφη σου;»

Και στα τα δεξιά του, η Μαριλένα έχει πιάσει την Ζουμπουλία.

«Μα Λία, να βάλεις λευκά, να καταστρέψεις την μεγάλη μέρα της νύφης, να κλέψεις όλα τα βλέμματα και να μην μου το έχεις πει; Θα σε είχα βοηθήσει να τα ταιριάξεις καλύτερα, αυτό το λουλούδι δεν σου πάει,» και αφαιρεί το λευκό λουλούδι από το πέτο της Ζουμπουλίας.

 Κάπου πίσω του, ένας από τους σκηνοθέτες φίλους του Ισίδωρου μιλάει με την Αγγέλα. Απ’ ότι φαίνεται, η φορεσιά της και το παρελθόν της στο θέατρο είναι οι κατάλληλοι κινητήρες για συζήτηση σε αυτούς τους κύκλους.

Και η Ντάλια είναι… η Ντάλια είναι άφαντη.

Με μικρά βήματα, άβολα μέσα στο κολλητό ολόσωμο που φοράει, ο Σπύρος απομακρύνεται από τον κλοιό των φίλων και γνωστών. Κοιτάζει γύρω του για να αποφύγει την Φρίντα, όμως είναι άφαντη. Λογικά θα πήγε κάπου να ηρεμήσει λίγο.

Η βραδιά είναι ευχάριστη: τα τραπέζια με το λευκό τραπεζομάντηλο, σαν πελώρια μανιτάρια, είναι διάσπαρτα πάνω στο γκαζόν και κεράκια αργοσαλεύουν στο αεράκι. Η βίλλα που είναι το κέντρο διασκέδασης στέκετε παραπέρα: εκεί θα περάσει το ζευγάρι την πρώτη νύχτα γάμου του. Αλλά για την ώρα, ο Σπύρος την πλησιάζει και δοκιμάζει την σήτα. Όταν ανοίγει, γλιστρά μέσα και περιφέρεται αθόρυβα.

Οι πέτρινοι τοίχοι του διαδρόμου είναι δροσεροί και επικρατεί ησυχία. Οι μόνοι ήχοι είναι η μουσική και οι συζητήσεις από έξω, αλλά φτάνουν στα αυτιά του πνιγμένοι και απόμακροι. Αφήνοντας έναν αναστεναγμό ανακούφισης, ο Σπύρος περιφέρεται ακόμα πιο βαθιά μέσα στο σπίτι.

Ποτέ δεν ένιωθε άνετα στους γάμους, ακόμα και όταν δεν ίδρωνε μέσα σε ένα ολόσωμο κουστούμι ντίσκο και δεν ισορροπούσε επικίνδυνα πάνω σε πλατφόρμες. Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα – έτσι τελειώνουν όλα τα παραμύθια, πάντα με έναν γάμο, ένα παιδί. Όπως ακριβώς και όταν νικήσανε και τελείωσαν με όλα αυτά. Θα περίμενε ο Σπύρος ότι θα έπεφτε η αυλαία, χειροκρότημα, τέλος. Αλλά αντί για αυτό βρέθηκε σε μια νέα αφετηρία, και δεν έχει ιδέα πώς να συνεχίσει.

Δεν έχει καν στα σχέδια του να παντρευτεί.

Τουλάχιστον –σκέφτεται με τον αέρα αυτού που ποτέ δεν έχει βρεθεί σε αυτήν την θέση- σε αντίθεση με την δική του κατάσταση, ένας γάμος είναι μια αρχή όπου περίπου ξέρεις τι πρέπει να κάνεις μετά. Χορογραφημένα βήματα. Παιδιά, και πριν από αυτό συγκατοίκηση, και πριν από αυτό ταξίδι του μέλλοντος, και πριν από αυτό…

Σταματάει.

Στέκεται στον διάδρομο με τα υπνοδωμάτια. Όλα όσα έχει διασχίσει ως τώρα είχαν ορθάνοιχτη πόρτα, τα κρεβάτια στρωμένα και οι μοκέτες πεντακάθαρες μέσα. Και τώρα βρίσκεται μπροστά σε μια πόρτα που είναι μισόκλειστη.

Μέσα μπορεί να διακρίνει την πεντακάθαρη μοκέτα, και το μπράτσο μιας πολυθρόνας, και πάνω στο μπράτσο κάτι σαν…

Σαν ένα νυφικό τούλι.

Και πίσω από την πολυθρόνα διακρίνει το κρεβάτι, και δεν είναι στρωμένο.

Και τρέχει.

Ακούει κάποια ραφή να σχίζεται, αλλά συνεχίζει να τρέχει. Σχεδόν πέφτει με τις πλατφόρμες, αλλά ορθώνεται και συνεχίζει να τρέχει.

Διασχίζει τον διάδρομο και βγαίνει από το σπίτι, και συνεχίζει να τρέχει, μακριά από τον κόσμο και τα τραπέζια, έως ότου φτάνει σε μια ήσυχη γωνία του κήπου με λίγα κεριά, όπου κάθετε, λες και τον περιμένει, η Ντάλια.

«Τοσεξειναιαπαισιοκαιγιατιποτεκανειςνακανεικατιτετοιο,» φωνάξει άπνοα.

Η φίλη του τον κοιτάει με το χέρι της πάνω στην κοιλιά της, έκπληκτη.

«Τι έγινε Σπάιρους;»   

Διπλώνεται με τα χέρια στα γόνατα, λαχανιασμένος.

«Το σεξ,» εξηγεί, «είναι απαίσιο. Και γιατί,» (βαριανασαίνει) «παρακαλώ,» (βαριανασαίνει πάλι) «να κάνει ποτέ κανείς κάτι τέτοιο;»

Η Ντάλια στρίβει το κεφάλι της στο πλάι, σαν να αναλογίζεται μια άποψη που ποτέ δεν θα είχε σκεφτεί μόνη της.

«Χμ,» λέει. «Εσένα δεν σ’ αρέσει, ε;»

Ο Σπύρος απλά γελάει, άπνοα και χωρίς χιούμορ και καταρρέει στο πεζούλι δίπλα της.

«Ρε Σπάιρους, να σου πω κάτι;» του λέει, γυρνώντας προς το μέρος του με ενδιαφέρον, λες και έχουν πιάσει ένα ενδιαφέρον κουτσομπολιό πάνω από δύο κούπες καφέ. «Νομίζω αν δεν σ’ αρέσει, δεν χρειάζεται να το κάνεις. Εννοώ, και εγώ που το έκανα, τι κατάλαβα;»

Ο Σπύρος την κοιτάει, και την βλέπει. Ακόμα και στο φως των κεριών φαίνεται χλωμή, τα μάγουλα της βαθουλωμένα και το δέρμα κάτω από τα μάτια της μελανιασμένο από την κούραση.

«Εσύ όμως,» ξεροκαταπίνει, «δεν ήσουν ερωτευμένη;»

Η Ντάλια, που μελετούσε την φλόγα ενός κεριού, γυρνάει και τον κοιτάει στα μάτια.

«Είμαι, Σπύρο μου. Πολύ.»

Έχει ήδη σχεδόν δακρύσει και του φαίνεται ότι είναι η ομορφότερη γυναίκα στον κόσμο και απότομα θυμάται την φορά που την είχε φιλήσει, τα προηγούμενα Χριστούγεννα, κάτω από το δέντρο του Φώτη και της Αγγέλας.

Ο τρόπος που η Ντάλια μιλάει και ζει τον έρωτα τον κάνει να θέλει να ερωτευτεί – ακόμα και αν είναι για να δει πως είναι, γιατί αυτό που ζει η Ντάλια είναι τόσο…

Επίπονο.

Σηκώνει το χέρι του και σκουπίζει ένα δάκρυ από το μάγουλο της φίλης του. Και μετά άλλο ένα.

«Μη κλαις ρε χαζό,» της ψιθυρίζει.

Η Ντάλια κουνάει το κεφάλι της, σαν να θέλει να ζητήσει συγγνώμη, και περισσότερα δάκρυα κατεβαίνουν.

Και μετά ρωτάει αυτό που κανένας δεν έχει τολμήσει να της ρωτήσει ακόμα.

«Θα του το πεις;»

Η Ντάλια του χαμογελάει λυπημένα.

Ο Σπύρος γνέφει. Νομίζει ότι καταλαβαίνει.

«Ντάλια,» της λέει, «νομίζω είσαι κουρασμένη. Και καλύτερα να σε πάμε σπίτι. Πάω να πω τον Φώτ-»

Έχει μισοσηκωθεί όταν το χέρι της στο μπράτσο του τον κάνει να ξανακαθίσει.

«Περίμενε,» του λέει, σκουπίζοντας τα δάκρυα της. «Πες μου.»

«Τι να σου πω;»

«Αυτό που ήθελες να μου πεις.»

«Δεν ήθελα να…» ξεκινάει να λέει, αλλά καταλαβαίνει αμέσως ότι αυτό είναι ψέμα.

«Δεν είναι τίποτα,» της λέει. «Απλά. Ξέρεις, εσύ είσαι ερωτευμένη τώρα, έτσι; Και… και η Ζουμπουλία είναι, και η Φρίντα με τον άλλον μέσα είναι, και εγώ… δεν ξέρω,» κοιτάει τα χέρια του. «Δεν καταλαβαίνω.»

Δεν θέλει να πει κάτι δεν πάει καλά με εμένα γιατί ακούγεται παιδιάστικο ακόμα και στο κεφάλι του.

«Σπύρο,» του λέει, και γλιστράει το χέρι της στο δικό του, σφίγγοντας το. «Δεν υπάρχει κάτι που δεν καταλαβαίνεις αν δεν έχεις ερωτευτεί. Ξέρεις ήδη να αγαπάς. Ίσως περισσότερο από όλους μας.»

Ο Σπύρος δεν ξέρει πώς να απαντήσει, καταπίνει, θέλει να πει να βρούνε τον Φώτη πάλι αλλά η Ντάλια του σφίγγει το χέρι ξανά.

«Σου λείπει, έτσι δεν είναι;»

Ο Σπύρος ανοίγει το στόμα του, το κλείνει, το ξανανοίγει, το ξανακλείνει.

«Ναι,» απαντά, χαζά.

Η Ντάλια τον κοιτάει και γνέφει. Και μετά ακουμπάει το κεφάλι της στον ώμο του, και μένουν έτσι μαζί για πολύ ώρα.

Και είναι ακόμα έτσι όταν τους βρίσκουν ο Φώτης, η Αγγέλα και η Ζουμπουλία.

Notes:

Καλά Χριστούγεννα παραπέντες αυτό είναι το δώρο μου για εσάς