Work Text:
«Πούλα με λοιπόν στο ξαναλέω
Πούλα με για λίγη σιγουριά»
Ήταν μία από τις τελευταίες φορές που ο Daniel θα περπατούσε στους διαδρόμους της Red Bull χωρίς να έχει ακόμα ανακοινωθεί επίσημα το συμβόλαιο του με την Renault. Τα πράγματά του ήταν σχεδόν μαζεμένα, αλλά αυτό που τον βάραινε περισσότερο ήταν η συζήτηση που δεν μπορούσε να αποφύγει. Ο Max τον περίμενε έξω από το γκαράζ, με το γνωστό ύφος που φανέρωνε πως ήταν έτοιμος να ξεσπάσει.
«Μου κάνεις πλάκα;» ξεκίνησε ο Max με ένταση. «Απλά θα τρέξεις να φύγεις στην πρώτη ευκαιρία, γιατί ο άλλος, ο καημένος από τη Renault, σου έταξε ότι θα φτιάξει το μονοθέσιο στα μέτρα σου; Ήξερα ότι είσαι δειλός, αλλά όχι και έτσι.»
Ο Daniel στάθηκε για μια στιγμή ακίνητος, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Ήξερε ότι αυτή η συζήτηση δεν θα κατέληγε καλά, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή παρά να πει την αλήθεια.
«Καταλαβαίνεις ότι δεν έχω λόγο να μείνω;» απάντησε, προσπαθώντας να συγκρατήσει τον εαυτό του. «Πάντα θα σε βάζουν πρώτο εδώ μέσα. Δεν υπάρχει χώρος για μένα.»
Ο Max τον κοίταξε με περιφρόνηση, σφίγγοντας τα δόντια του. «Να ήσουν καλύτερος, Daniel. Τι περιμένεις; Ότι θα πας εκεί και θα σου δώσουν πύραυλο;»
«Από δεύτερος οδηγός στην Red Bull, καλύτερα πρώτος στη Renault,» απάντησε, η φωνή του γεμάτη από μια πικρή αίσθηση ματαιότητας. «Ξέρω τουλάχιστον ότι εκεί δεν θα είμαι στη σκιά σου.»
Ο Max τον πλησίασε, η φωνή του πιο χαμηλή αλλά γεμάτη οργή. «Ας έμενες τότε, να αποδείξεις σε όλους ότι αξίζεις να είσαι πρώτος οδηγός. Αλλά όχι, φεύγεις...»
«Δεν έχω κάτι άλλο να συζητήσω μαζί σου. Κάνεις σαν παιδί.» είπε ξεφυσώντας κουρασμένος από όλο αυτό το πανηγυράκι ο Daniel.
«Σαν παιδί; Είσαι τυχερός που δεν…» O Max έκοψε απότομα την πρόταση του. «Γιατί, στην τελική, παιδί είμαι, έτσι δεν λες; Ένα κακομαθημένο που όλοι του κάνουν τα χατίρια. Αυτό δεν πιστεύεις;»
Ο Daniel τον κοίταξε για μια στιγμή, τα μάτια του γεμάτα εξάντληση. «Αν αυτό θεωρείς ότι πιστεύω για σένα, τότε καλύτερα που φεύγω…»
Ο Max έμεινε ακίνητος, η καρδιά του να χτυπά δυνατά, χωρίς να μπορεί να βρει κάποια απάντηση. Ο Daniel τον άφησε πίσω του, αφήνοντας στη Red Bull όχι μόνο την αφοσίωση στην ομάδα, αλλά και ό,τι δεν είχαν προλάβει ποτέ να πουν ο ένας στον άλλο.
«Είσαι τόσο παιδί κατά βάθος
Είσαι τόσο καλό καταλάθος»
Το winter break είχε μπει για τα καλά και ο Max καθόταν μόνος στο διαμέρισμά του, το βλέμμα του καρφωμένο στην οθόνη του λάπτοπ μπροστά του. Η λάμψη από το βίντεο που έπαιζε έκανε το σκοτάδι γύρω του να φαίνεται ακόμα πιο βαρύ. Ήταν ένα από τα αμέτρητα βιντεάκια που τους είχε βάλει η ομάδα του μάρκετινγκ της Red Bull να γυρίσουν μαζί – ο Max και ο Daniel, να μιλάνε, να κάνουν αστεία, να κάθονται σε αυτόν τον χαζό καναπέ και να είναι απλά ο εαυτός τους.
Το γέλιο του Daniel αντηχούσε στην ψυχή του γεμάτο νοσταλγία και με έναν πόνο που δεν μπορούσε να διώξει. Όταν ένιωσε πως φτάνει πια και αρκετά βασάνισε τον εαυτό του, έκλεισε το βίντεο και άφησε την ησυχία να κυριαρχήσει.
«Το ξέρω πως δεν το διάλεξα αν έπρεπε τη σκέψη μου να ορίζεις
Μα ακόμα δεν κατάλαβα γιατί έπαψες αγάπη να θυμίζεις»
Από την άλλη ο Daniel πέρασε τις περισσότερες μέρες εκείνου του χειμώνα στο εργοστάσιο της Renault ετοιμάζοντας το νέο μονοθέσιο και γελώντας όπως πάντα. Το γνωστό του χαμόγελο δεν έφευγε ποτέ από τα χείλη του, κάνοντας τους γύρω του να πιστεύουν ότι είχε αφήσει πίσω του τη Red Bull χωρίς δεύτερη σκέψη. Όταν τον ρωτούσαν για τον Max, πάντα είχε έτοιμη μια απάντηση.
«Ε, πώς να είναι ο Max; Κλασσικός Max” γελούσε δυνατά. «Εννοείται μιλάμε, απλά έχει κλειστεί στην σπηλιά του όπως κάθε χειμώνα. Σαν σε χειμερία νάρκη αλλά με sim racing αυτό το παιδί»
Όλοι γελούσαν μαζί του, αλλά κανένας δεν μπορούσε να δει τη μικρή ρωγμή που εμφανιζόταν κάθε φορά που ανέφερε το όνομα του Max. Το χαμόγελο έσβηνε μόλις έμενε μόνος του, αλλά ο Daniel είχε μάθει να χρησιμοποιεί το χιούμορ σαν ασπίδα. Ήταν ο τρόπος του να αποφύγει το πραγματικό πρόβλημα.
Τα βράδια που έμενε μόνος στο δωμάτιό του, εκείνα τα λεπτά που το κεφάλι του έπεφτε στο μαξιλάρι πριν κοιμηθεί, οι σκέψεις τον έβρισκαν. Αναρωτιόταν πώς θα ήταν αν είχε μείνει. Αν είχε παλέψει λίγο ακόμα.
Αλλά την επόμενη μέρα, πάλι με το ίδιο χαμόγελο, έκανε πλάκα με τους μηχανικούς του και ξόρκιζε το συναίσθημα που τον έτρωγε μέσα του.
Για τον κόσμο, ο Daniel Ricciardo ήταν ο αστείος τύπος που πάντα γελούσε. Για τον εαυτό του όμως, ήταν απλώς ένας οδηγός που προσπαθούσε να συμβιβαστεί με το τι είχε αφήσει πίσω με την ελπίδα να μείνει στην ιστορία του αθλήματος.
Στα ακουστικά του έπαιζε σιγανά το «Πριν χαθεί το όνειρό μας». Δεν ταυτιζόταν ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε (ή τουλάχιστον έτσι ήλπιζε).
«Πριν χαθεί το όνειρο μας και ξαναβραδιασουμε
Άσε με να σ αγαπάω κι όπου φτάσουμε»
Δυστυχώς το όνειρο τους φαινόταν να είχε χαθεί.
Το 2021 ο Daniel αλλάζει για άλλη μια φορά ομάδα, συμπαίκτη, σπίτι, σχέση και χώρα. Φαίνεται να τρέχει από ομάδα σε ομάδα σαν φυγάς προσπαθώντας να βρει κάτι, κάτι το αληθινό να κρατηθεί.
Αλλά η καρδιά του είχε μείνει εκεί, στους δαιδαλώδεις διαδρόμους των κεντρικών της Red Bull λίγο πιο έξω από το Λονδίνο.
«Τα είχα όλα μια φορά, μα ήθελα παραπάνω
Τι να τα κάνω τώρα πιά, απόψε, πού σε απόψε πού σε χάνω»
Ο Max καθόταν στον καναπέ του στην μέση του καραντίνας του 2020 όταν το τηλέφωνό του χτύπησε με ένα μήνυμα. «Ο Daniel έκλεισε με τη McLaren.» Έριξε μια γρήγορη ματιά στην οθόνη και ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι του. Δεν ήταν έκπληξη — οι φήμες κυκλοφορούσαν καιρό — αλλά ακόμα και έτσι, τώρα που το έβλεπε γραμμένο, κάτι μέσα του ράγισε.
Κοιτούσε την οθόνη χωρίς να ξέρει πώς να το επεξεργαστεί. Ο Daniel είχε ήδη φύγει από τη Red Bull για τη Renault, ψάχνοντας μια νέα αρχή, μια ομάδα που θα του έδινε περισσότερες ευκαιρίες. Και τώρα, έφευγε πάλι. Από τη Renault στη McLaren, άλλη μια κίνηση προς το άπιαστο όνειρο της κορυφής.
«Δεν στεριώνεις πουθενά πια, ε;» μονολόγησε ο Max, με ένα πικρό μειδίαμα να σχηματίζεται στα χείλη του. Ήξερε και καταλάβαινε πολύ καλά τι έψαχνε ο Daniel. Αναγνώριση. Επιτυχία. Έναν τίτλο που θα τον έθετε στην ίδια κατηγορία με τους μεγάλους. Μα κάθε του βήμα τον απομάκρυνε περισσότερο από αυτό που έλεγε πως ήθελε. Έψαχνε, αλλά ποτέ δεν έβρισκε.
«Ήθελες τα πολλά και έχασες και τα λίγα.» Οι σκέψεις του τον πίκραιναν. Ο Daniel πάντα αναζητούσε το καλύτερο, πάντα προσπαθούσε να ξεφύγει από τα όρια. Αλλά τώρα, τι είχε πετύχει πραγματικά;
Τον έβλεπε να φεύγει από την μία ομάδα για την άλλη, πάντα με την υπόσχεση της επιτυχίας, αλλά στο τέλος η επιτυχία τον προσπερνούσε. (Κάποιοι κακοπροαίρετοι θα έλεγαν ότι η επιτυχία τον προσπερνούσε όπως τον προσπερνούσε ο Max στην πίστα.)
«Αν είχες μείνει εδώ, όλα θα ήταν αλλιώς.» Ο Max το πίστευε βαθιά μέσα του. Αν ο Daniel δεν είχε φύγει, θα είχαν συνεχίσει μαζί, θα μάχονταν δίπλα-δίπλα, θα μοιράζονταν τις νίκες και τις αποτυχίες. Θα ήταν ακόμα ομάδα.
Τώρα, όμως, ο Daniel κυνηγούσε κάτι που έμοιαζε άπιαστο με μόνο του όπλο τη γοητεία και το ταλέντο του.
«Όλοι σου έδωσαν ψεύτικες ελπίδες, και εσύ... τις πίστεψες. Εγώ όμως πίστεψα σε σένα.» Ο Max ένιωσε μια βαθιά απογοήτευση. Όχι για την καριέρα του Daniel μόνο, αλλά για όσα είχαν χαθεί με τον καιρό μεταξύ τους.
Στην αρχή, όταν ο Daniel έφυγε από τη Red Bull, υπήρχε ψυχρότητα. Ένα αόρατο τείχος μεταξύ τους. Κάτι που κανείς από τους δύο δεν ήθελε να παραδεχτεί ανοιχτά, αλλά ήταν εκεί, ζωντανό και έντονο. Όμως ο χρόνος, οι αγώνες, τα χιλιόμετρα που είχαν διανύσει, είχαν απαλύνει αυτή την ένταση.
Δεν ήταν πια μαλωμένοι, δεν υπήρχε αυτή η απόμακρη ψυχρότητα που τους ακολουθούσε τον πρώτο καιρό. Δεν ένιωθε ο ένας την ανάγκη να κρατήσει αποστάσεις από τον άλλον , ούτε υπήρχε αμηχανία στις συζητήσεις τους. Είχαν συμφιλιωθεί σιωπηρά.
Μπορεί να βγαίνανε με κοινή παρέα μετά τους αγώνες, να περνάγανε χρόνο λέγοντας αστεία και να κρατούσαν κάποιες επαφές, αλλά αυτή η νέα «ισορροπία» τους άφηνε κάτι κενό. Μια αίσθηση ότι κάτι είχε σπάσει και, όσο κι αν προσπαθούσαν να το αγνοήσουν, ήξεραν ότι δύσκολα θα μπορούσαν να το ξανακολλήσουν.
«Αν είχες μείνει...» σκέφτηκε ο Max, αλλά το υπόλοιπο της σκέψης του έμεινε ανείπωτο, χαμένο στη σιωπή που ακολουθούσε πάντα τέτοιες στιγμές.
«Έτσι κι αλλιώς να επιστρέψω δεν μπορώ
σ’ ένα παράδεισο που μ’ έδιωξε και να ‘μαι»
«Δίνω οργή στον τόπο
Όλοι έχουμε πιστόλι το θέμα ποιος έχει στόχο»
Η μουσική από το γιοτ του Μαξ ακουγόταν σε όλη τη μαρίνα και τα ηχεία έπαιζαν το NASA του Saske. Ήταν μια βραδιά αφιερωμένη στην επιτυχία, στον πρώτο τίτλο του Max, και όλοι ήθελαν να γιορτάσουν με τον δικό τους τρόπο.
Ο Max βρισκόταν στο κέντρο, περιτριγυρισμένος από την ομάδα του, φίλους και λίγους εκλεκτούς. Είχε στο χέρι του, όπως πάντα, ένα gin tonic, που σιγά σιγά τελείωνε.
«Άλλο ένα gin tonic, Max;» φώναξε κάποιος μηχανικός γελώντας. «Μάλλον είναι το μυστικό σου για να κατακτάς τίτλους!»
Ο Max γέλασε πίσω, σηκώνοντας το ποτήρι του σε ένδειξη συμφωνίας, το κλασικό χαμόγελό του φώτισε το πρόσωπό του. «Το λέω από πάντα! Πολλά gin tonic πριν τον αγώνα και καλή στρατηγική, αυτό είναι το κλειδί!»
Ο Daniel, καθισμένος λίγο πιο πίσω με ένα ποτήρι ουίσκι, παρακολούθησε τη σκηνή. Το βλέμμα του έπεσε πάνω στον Max που γελούσε και χόρευε. Τον λάτρευε τόσο πολύ αυτόν τον άνθρωπο.
Η ψυχή του όμως βασανιζόταν από αντικρουόμενα συναισθήματα.
Από την μια, ένιωθε τρομερή αγάπη και περηφάνια για τον Max και την επιτυχία του, την οποία είχε προβλέψει από την πρώτη τους χρονιά στην ίδια ομάδα.
Από την άλλη, δεν μπορούσε να σταματήσει το μικρό, ενοχλητικό «τι θα γινόταν αν». Αν είχε μείνει στην Red Bull. Αν δεν είχε φύγει για τη Renault, ίσως απόψε να ήταν εκείνος στο κέντρο των πανηγυρισμών. Ίσως ο Max να έπινε στην υγειά του, κι όχι το αντίθετο.
Το πάρτι όμως έπρεπε να συνεχιστεί και ο Daniel δεν είχε σκοπό να μην το ευχαριστηθεί. Σε κάποια φάση της βραδιάς βρέθηκε κοντά στον Max, ο οποίος γύρισε προς το μέρος του, κρατώντας το ποτήρι του ψηλά, και τον κοίταξε στα μάτια. Ήταν ένα από εκείνα τα βλέμματα που δεν μπορούσε να αγνοήσει.
«Συγχαρητήρια και πάλι, δεν πρόλαβα να στα πω με ηρεμία πριν. », είπε ο Daniel. Τα χείλη του σχημάτισαν ένα μικρό χαμόγελο, το οποίο, αυτή τη φορά, δεν ήταν μια από τις συνήθεις μάσκες του. Ήταν ειλικρινές.
«Ευχαριστώ», απάντησε ο Max, αρκετά δυνατά ώστε να ακουστεί πάνω από την μουσική αλλά και αρκετά χαμηλόφωνα ώστε η στιγμή τους να παραμείνει όσο το δυνατόν πιο προσωπική. Κάτι στο βλέμμα του έλεγε ότι κι εκείνος ήξερε πως ο Daniel πίστευε πάντα σε αυτόν.
Το πάρτι συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση, τα ποτά έδιναν και έπαιρναν, και οι στιγμές χαλάρωσης ήταν λίγες ανάμεσα στα δυνατά γέλια και τα αστεία.
Ο Max είχε μεθύσει και φαινόταν, αλλά ποιος θα τον σταμάταγε από το να πιεί. Άλλωστε γι’ αυτό βρίσκονταν όλοι εκεί, για να πιούν προς τιμήν του.
Καμιά φορά έριχνε κλεφτές ματιές προς τον Daniel. Δεν ήταν κάτι που συνειδητοποιούσε πλήρως – απλώς συνέβαινε. Κάθε φορά που γελούσε με τους άλλους, το βλέμμα του έπεφτε, σχεδόν αβίαστα, στον Daniel.
Είχε ακούσει μια θεωρία που έλεγε πως σε μια παρέα που αρχίζει να γελά, το πρώτο άτομο που ψάχνουν τα μάτια σου είναι αυτό με το οποίο είσαι ερωτευμένος.
Αλλά αυτό δεν ήταν παρά μια ασήμαντη θεωρία.
(Έπαιζε το «Ο νέος, ο νέος, ο νέος είναι ωραίος
Μα πάντα ευτυχώς ο παλιός είναι αλλιώς»
insert Checo as νέος and Daniel as παλιός)
Ο Daniel, από την άλλη, προσπαθούσε να μείνει χαλαρός. Όμως κάθε φορά που το βλέμμα τους διασταυρωνόταν, ήξερε πως ένιωθε παράξενα. Ήταν κάτι που δεν μπορούσε να εξηγήσει, και σίγουρα κάτι που δεν θα παραδεχόταν, τουλάχιστον όχι φωναχτά. Υπήρχε εκείνη η οικεία ένταση στον αέρα, σαν να όλα τα χρόνια να τους προετοίμαζαν για το σημερινό βράδυ.
Σε μια στιγμή που ο Daniel είχε σηκωθεί να γεμίσει το ποτήρι του, ο Max τον ακολούθησε με το βλέμμα του.
«Το ξέρεις μ' αρέσεις μα μη με πιστέψεις
Σ' αυτό τον κόσμο που μόνος μου ζω δεν υπάρχουν κανόνες
Μα μόνο εξαιρέσεις»
Ο Daniel ένιωσε το βάρος της ματιάς και γύρισε ελαφρώς το κεφάλι του προς τα πίσω, χαμογελώντας με την άκρη των χειλιών του, σαν να ήξερε. Ή σαν να ήθελε πολύ να μάθει.
Και έτσι, το κρυφτό με τα βλέμματα συνεχίστηκε, γεμάτο μικρές και φαινομενικά ασήμαντες στιγμές, που όμως για εκείνους μετρούσαν πολύ και μόνο οι δυο τους μπορούσαν να αντιληφθούν μέσα σε αυτό το χάος.
Καθώς το πάρτι πλησίαζε προς το τέλος του, η ένταση άρχισε να πέφτει. Οι περισσότεροι είχαν φύγει, αφήνοντας πίσω μόνο τη στενή ομάδα και δυο-τρεις από τους οδηγούς. Ο Daniel παρέμενε εκεί, κουβαλώντας ακόμα την ενέργεια της βραδιάς, αλλά και το βάρος των σκέψεων του.
Η μουσική είχε αλλάξει ύφος. Τα δυνατά beats είχαν δώσει τη θέση τους σε πιο ήσυχα, ρομαντικά τραγούδια ή λαϊκιστή καψουροτράγουδα. Όταν πια είχαν ακούσει την μισή δισκογραφία του Αργυρού ένας από τους μηχανικούς πρότεινε αυτό που πολλοί σκέφτονταν. «Max, πρέπει να χορέψεις ένα ζεϊμπέκικο. Ένα αρχοντικό. Είσαι πρωταθλητής τώρα!»
Ο Max γέλασε αμήχανα, κουνώντας το κεφάλι του. «Όχι, όχι... δεν χρειάζεται», είπε με ένα νευρικό χαμόγελο. Ήταν ξεκάθαρο όμως ότι περίμενε να τον πείσουν, το χαμόγελο του το φανέρωνε.
«Έλα τώρα, Max. Δεν γίνεται να το αφήσεις έτσι, πρέπει!» είπε ένας από την παρέα, και οι υπόλοιποι συμφώνησαν ενθουσιωδώς.
Μετά από μερικά παρακάλια (τραβάτε με και ας κλαίω το λέμε στο χωριό μου), τελικά σηκώθηκε. Όλοι τον παρακολουθούσαν με προσμονή, γελώντας και χειροκροτώντας ήδη πριν καν ξεκινήσει.
Το φως από τα φαναράκια στο κατάστρωμα του γιοτ έπεφτε απαλά πάνω του, δημιουργώντας μια σχεδόν τελετουργική ατμόσφαιρα.
«Έλα, πάμε, ποιο τραγούδι θες να χορέψεις;» ρώτησε ο μηχανικός.
Ο Max, όμως, δεν απάντησε αμέσως. Έκανε μια μικρή παύση και τα μάτια του καρφώθηκαν στον Daniel. Για λίγα δευτερόλεπτα φάνηκε σαν να αναζητούσε κάτι στα μάτια του – μια σιωπηλή επιβεβαίωση, ένα κρυφό μήνυμα που μόνο οι δυο τους θα μπορούσαν να καταλάβουν.
Ο Daniel όμως του χαμογέλασε αχνά, με μια γλυκιά αμηχανία, γιατί προφανώς δεν είχε καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε. Ήταν ένα βλέμμα φιλικό, ίσως λίγο νοσταλγικό, αλλά δεν έπιανε το βάθος αυτής της στιγμής. Για τον Daniel, ήταν ακόμα ένα αστείο, ακόμα μια χαλαρή στιγμή σε ένα πάρτι.
Όμως για τον Max, ήταν κάτι πολύ πιο βαθύ. Μέσα σε αυτή τη σιωπή, είχε πάρει μια απόφαση. Κάτι που ίσως δεν ήθελε να παραδεχτεί, αλλά που τώρα ξεσπούσε με δύναμη.
Με σταθερή φωνή, χωρίς καμία αμφιβολία, γύρισε και είπε: «Την Πριγκηπέσσα, του Σωκράτη Μάλαμα.»
Η παρέα γύρω τους ξαφνιάστηκε για λίγο, όλοι περίμεναν κάτι πιο βαρύ, πιο «αντρίκιο» όπως θα έλεγαν, αλλά η παραγγελιά του Max ήταν νόμος και έτσι το τραγούδι άρχισε να παίζει.
Ο Max στάθηκε για λίγο ακίνητος, με το κεφάλι ελαφρώς σκυμμένο, σαν να περίμενε τη σωστή στιγμή για να ξεκινήσει.
«Άλλα θέλω κι άλλα κάνω, πως να σου το πω;
Έλεγα περνούν τα χρόνια, θα συμμορφωθώ»
Τα βλέμματα όλων ήταν πάνω του, όμως εκείνος φαινόταν να μην τους βλέπει. Έκανε το πρώτο του βήμα αργά, βαριά, λες και κουβαλούσε ένα αόρατο βάρος στους ώμους του. Κάθε κίνηση ήταν υπολογισμένη, γεμάτη αρχοντιά και περηφάνια. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο πάτωμα, σαν να αναζητούσε τις ρωγμές που δεν μπορούσε να δει κανείς άλλος.
Τις ρωγμές που κρύβονταν μέσα σε όλη του την ευτυχία, τις ρωγμές που κουβαλούσε μαζί του.
Τα χέρια του άρχισαν να ανεβαίνουν αργά, σαν να προσπαθούσε να πιάσει κάτι άπιαστο και ήταν ανοιχτά με τις παλάμες προς τα έξω. Κάθε βήμα στο πάτωμα ακουγόταν βαρύ, σίγουρο, σαν να ήταν η επιβεβαίωση της διαδρομής που είχε διανύσει μέχρι εδώ – από το πιτσιρίκι που ήθελε να αποδείξει την αξία του στον πατέρα του στις πίστες της Ευρώπης, μέχρι τον πρωταθλητή που στεκόταν τώρα μπροστά τους.
Ο Daniel παρακολουθούσε με αμηχανία στην αρχή. Το τραγούδι, οι κινήσεις του Max, όλα του φαίνονταν ξένα. Δεν ήταν η σκηνή που θα περίμενε από αυτόν τον άνθρωπο που ήξερε τόσο καλά, αλλά υπήρχε κάτι στον τρόπο που ο Max χόρευε που του τράβηξε την προσοχή.
«Το φως σου και το φως χορεύουν γύρω μας
Απίστευτος ο κόσμος κι ο χαρακτήρας μας»
Ήταν σαν ο Max να μην χόρευε μόνο για τον εαυτό του. Το κάθε του βήμα, το κάθε σήκωμα των χεριών του, είχε ένα νόημα που πήγαινε πέρα από τους πανηγυρισμούς για το πρωτάθλημα. Υπήρχε κάτι πιο προσωπικό εδώ, κάτι που ο Daniel δεν μπορούσε ακόμα να εξηγήσει.
Και τότε, ο Max σήκωσε το βλέμμα του και το κάρφωσε ξανά στον Daniel. Τα μάτια του ήταν γεμάτα ένταση, σαν να προσπαθούσαν να του πουν όλα όσα δεν είχαν ειπωθεί εδώ και καιρό.
Η αυτόματη αντίδραση του Daniel ήταν να κοιτάξει γύρω του, προσπαθώντας να διαπιστώσει αν και οι υπόλοιποι έβλεπαν αυτό που συνέβαινε.
Το βλέμμα του περιπλανήθηκε στα πρόσωπα των φίλων και των μηχανικών που είχαν απομείνει. Δεν βρήκε κανέναν έκπληκτο. Αντίθετα, υπήρχε μια ήρεμη αποδοχή στα μάτια τους, σαν να ήξεραν κάτι που ο ίδιος αγνοούσε.
Ένας από τους μηχανικούς χαμογέλασε ελαφρά και γύρισε να ψιθυρίσει κάτι στον διπλανό του, που απάντησε με ένα νεύμα κατανόησης. Η ατμόσφαιρα ήταν χαλαρή, αλλά υπήρχε μια αίσθηση αναμονής, σαν όλοι να περίμεναν ακριβώς αυτή τη στιγμή – το σημείο όπου, στη μέθη της επιτυχίας (και των πολλών ποτών), ο Max θα γυρνούσε στα αισθήματα που χρόνια τώρα κρυφοέβραζαν μέσα του για τον Daniel.
Ήταν σαν ένα κοινό μυστικό ανάμεσα στην ομάδα. Είχαν δει τον τρόπο που ο Max κοιτούσε τον Daniel στο παρελθόν, τα μικρά βλέμματα που αντάλλασσαν στις σπάνιες συναντήσεις τους. Και τώρα, μπροστά τους, όλα έπαιρναν μορφή, χωρίς κανένας να φαντάζεται πως αυτός ο χορός θα ήταν το μέσο για να βγουν στην επιφάνεια.
Ο Daniel, μπερδεμένος, ένιωσε την ανάγκη να γελάσει, αλλά το γέλιο του δεν έβγαινε. Υπήρχε κάτι υπερβολικά έντονο σε αυτό που εξελισσόταν μπροστά του. Κι εκείνη η διακριτική αίσθηση πως, ίσως, όλο αυτό δεν ήταν για τα μάτια των άλλων, αλλά μόνο για τα δικά του.
Ήταν μια στιγμή που έμοιαζε να κρατάει για πάντα, καθώς τα βήματά του γίνονταν πιο αποφασιστικά, κάθε στροφή πιο σίγουρη, κάθε χτύπημα πιο βαρύ.
Όταν ο Max έκανε το τελευταίο του βήμα και το τραγούδι έφτασε στο τέλος του, ακολούθησε μια μικρή σιωπή, σαν να χρειαζόταν ο κόσμος γύρω του να αφομοιώσει τι συνέβη.
Δεν ακολούθησε ξέσπασμα, μόνο ένα διακριτικό χειροκρότημα ακούστηκε από όσους είχαν μείνει γύρω του. Ήταν από εκείνα τα χειροκροτήματα που δεν ήταν θριαμβευτικά, αλλά γεμάτα σεβασμό, σχεδόν αθόρυβα, σαν να ήξεραν πως αυτός ο χορός δεν ήταν για το κοινό. Ήταν για εκείνον.
Ο Max δεν έψαξε να βρει κανέναν με το βλέμμα και χωρίς να μιλήσει, βγήκε από τον κύκλο που είχαν σχηματίσει γύρω του και κάθισε σε ένα τραπεζάκι στο πλάι. Οι υπόλοιποι γύρω του δεν τον ακολούθησαν. Ήξεραν ότι ήταν μια στιγμή προσωπική.
Από τη θέση του, ο Max μπορούσε να παρατηρεί τα πάντα. Οι μηχανικοί του συνέχισαν να χορεύουν και είχαν επιλέξει το «Τι ήμουνα για σένα» του Ρέμου για το επόμενο ζεϊμπέκικο. Δεν ήταν πια το επίκεντρο της προσοχής, αλλά δεν τον ένοιαζε.
Αλλά κάτι ή μάλλον κάποιος τον ένοιαζε.
Ασυναίσθητα, γύρισε το κεφάλι του και τον αναζήτησε μέσα στο πλήθος. Ήταν ακόμα εκεί, αλλά φαινόταν χαμένος, σαν να είχε χάσει την γη κάτω από τα πόδια του και ο Max μπορούσε να φανταστεί γιατί.
Ο Daniel από την άλλη ένιωθε το βλέμμα του Max σαν βάρος στην πλάτη του. Το ήξερε καλά αυτό το βλέμμα, το είχε νιώσει αμέτρητες φορές στην πίστα, στο γκαράζ, στις συνεντεύξεις, στα πάρτι μετά από τις νίκες.
Ήταν η αίσθηση πως ό,τι και αν έκανε, υπήρχε πάντα εκείνος, σαν μια σιωπηλή σκιά που τον ακολουθούσε. Όμως τώρα ήταν διαφορετικό. Ήταν σαν να του ζητούσε κάτι. Όχι απλώς κατανόηση. Κάτι πιο βαθύ, κάτι που ο Daniel δεν ήταν σίγουρος αν ήθελε να το αντιμετωπίσει.
Η μουσική έπαιζε και ο μηχανικός που χόρευε εκείνη την στιγμή είχε δώσει ρεσιτάλ. Οι υπόλοιποι είχαν γονατίσει γύρω του, χτυπούσαν παλαμάκια και πετούσαν χαρτοπετσέτες. Ήταν πιο εύκολο να είναι εκδηλωτικοί με έναν άνθρωπο που ένιωθαν ισάξιο και οικείο.
«Θέλω μονάχα να μου πεις κοιτώντας με στα μάτια
Τι ήμουνα για σένανε, τι ήσουνα για μένανε
Καιρός λοιπόν για να λογαριαστούμε»
Οι στίχοι του τραγουδιού ήταν σαν μαχαίρι. Ο Daniel έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή, προσπαθώντας να διώξει μακριά τις σκέψεις.
Και άραγε πράγματι τι ήταν ο ένας για τον άλλον όλα αυτά τα χρόνια; Είχαν περάσει πολλά μαζί, είχαν ξεπεράσει στιγμές που λίγοι θα άντεχαν, άλλα στο τέλος της ημέρας τι τους έκανε αυτό;
Τι ήταν ο Max για εκείνον όλα αυτά τα χρόνια; Ένας ανταγωνιστής, ένας φίλος, μια σκιά που τον ακολουθούσε σε κάθε του βήμα; Ή μήπως κάτι περισσότερο, κάτι που ποτέ δεν είχε το θάρρος να παραδεχτεί;
Ο Daniel ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος του. Είχε προσπαθήσει για τόσο καιρό να θάψει τα συναισθήματά του, να τα παραβλέψει και να συνεχίσει τη ζωή του. Αλλά τώρα, μετά από όσα είχαν περάσει μαζί, δεν μπορούσε να το αγνοήσει άλλο. Κοίταξε προς την μεριά του Max και οι ματιές τους συναντήθηκαν. Δίστασε για λίγο μα έγνεψε με νόημα προς την πλώρη του σκάφους.
Χαμογέλασε λίγο σκεπτόμενος την ομοιότητα με την διάσημη σκηνή από τον Τιτανικό και ήλπιζε το μεταξύ τους να μην είχε την ίδια τύχη με το υπερωκεάνιο.
«Δεν είναι αγάπη, δεν είναι αγάπη αυτό που ζούμε,
είναι σου λέω πανικός, ένας μικρός Τιτανικός
και θα 'ναι θαύμα αν σωθούμε»
Σηκώθηκαν και οι δύο αφήνοντας πίσω τους την μουσική και την πολυκοσμία με προορισμό το μπροστινό τμήμα του σκάφους.
Ο Daniel ήταν απόλυτα συνειδητοποιημένος πως ό,τι και αν συνέβαινε εκείνο το βράδυ, τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο πια.
Κάτι είχε αλλάξει μεταξύ τους. Το ήξεραν και οι δύο.
