Actions

Work Header

Τελευταία μάχη

Summary:

Σε έναν κόσμο διχασμένο από έναν αιματηρό εμφύλιο, ο Γκερς, ένας νεαρός πιλότος μαχητικών αεροσκαφών, βρίσκεται αντιμέτωπος με το πιο δύσκολο δίλημμα της ζωής του. Εγκλωβισμένος στη βάση «ΑΓΡΥΠΝΟΥΣΑ ΑΣΠΙΔΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΩΑΣ ΓΗΣ», μαζί με μια χούφτα πιστούς συντρόφους, καλείται να υπερασπιστεί τα ιδανικά της επανάστασης ενάντια στην αδυσώπητη Πριμαρχία.

Καθώς οι εχθρικές δυνάμεις πλησιάζουν και οι ελπίδες λιγοστεύουν, ο Γκερς πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην αφοσίωση στους συμπολεμιστές του, την αγάπη για την οικογένειά του και την επιθυμία για επιβίωση. Σε μια ύστατη, απεγνωσμένη προσπάθεια, ο νεαρός πιλότος θα ριψοκινδυνεύσει τα πάντα σε μια αποστολή που μπορεί να αλλάξει τη ροή του πολέμου... ή να οδηγήσει στην ολοκληρωτική καταστροφή.

Μια ιστορία για τη φιλία, την αυτοθυσία και τη δύναμη του ανθρώπινου πνεύματος μπροστά στις πιο σκοτεινές προκλήσεις.

Work Text:

Δυο πατρίδες συγκρούονται στον ουρανό της Άρδας

 

Ο Γκερς στεκόταν στο παράθυρο του κοιτώνα, στο τρίτο επίπεδο της βάσης «ΑΓΡΥΠΝΟΥΣΑ ΑΣΠΙΔΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΩΑΣ ΓΗΣ», με τα μάτια του κόκκινα από την εξάντληση μετά από τριάντα επτά συνεχόμενες ημέρες υπηρεσίας. Είχε μόλις συμπληρώσει εννέα ατέλειωτες ώρες βάρδιας στο κέντρο επικοινωνιών και τώρα παρατηρούσε με κενό βλέμμα τη βροχή που όλο σταματούσε και ξανάρχιζε. Στο τέλος του καλοκαιριού, το ιδιότροπο κλίμα της Άρδας είχε τη συνήθεια να εξαπολύει εναλλάξ καύσωνες και λυτρωτικές μπόρες, καθιστώντας συχνά τους δρόμους αδιάβατους. 

 

«Ο καιρός μας κάνει τη χάρη», είχε σκεφτεί αρχικά, «κανείς δεν μπορεί να μας προσεγγίσει.» Συνειδητοποιούσε τώρα πως κανείς δεν μπορούσε και να φύγει. 

 

Η «ΑΓΡΥΠΝΟΥΣΑ ΑΣΠΙΔΑ» είχε χτιστεί σε μια εποχή αμυντικού παροξυσμού, όταν η Μόντρα έτρεμε μια πιθανή εισβολή από τα δυτικά. Στους πρόποδες της οροσειράς της Άρδας, με υπόγειες σήραγγες και αποθήκες ικανές να συντηρήσουν ένα τάγμα επί μήνες, η βάση λειτουργούσε εξίσου ως ιδανικό καταφύγιο και ιδανική φυλακή για τους εξαντλημένους συντρόφους του. Ο Γκερς χαμογέλασε πικρά μπροστά στην ειρωνεία της τύχης: μια εγκατάσταση σχεδιασμένη να αποκρούει εξωτερικούς εχθρούς, προστάτευε τώρα τους τελευταίους πιστούς στρατιώτες από τους ίδιους τους συμπατριώτες τους.

 

Μακρινές φωνές αντηχούσαν στον κοιτώνα από το χαμηλότερο επίπεδο, σημάδι πως οι περισσότεροι σκότωναν την ώρα τους στην καφετέρια, το επίκεντρο της κοινωνικής ζωής στη βάση. Οι φίλοι του θα ήταν εκεί τέτοια ώρα, θα είχαν τελειώσει τη βάρδια τους και, ελλείψει αλκοόλ, θα έφτιαχναν κεφάλι με σφηνάκια από παραισθησιογόνα βότανα που φύτρωναν άφθονα στα παρτέρια.

 

Απομακρύνθηκε από το παράθυρο και βγήκε στον διάδρομο του τρίτου επιπέδου. Οι τοίχοι εδώ ήταν ακόμα διακοσμημένοι με πατριωτικές αφίσες από την εποχή που η βάση ήταν ενεργή – συνθήματα για θάρρος, πίστη και θυσία που τώρα έμοιαζαν με κακόγουστο αστείο. Βγαίνοντας από το κλιμακοστάσιο που έσταζε από τη βροχή, ο Γκερς ήρθε αντιμέτωπος με ένα κύμα από γέλια και φωνασκίες που διαπερνούσαν τις γυάλινες πόρτες στο βάθος. Οι σποραδικές τσιρίδες των παιδιών που είχαν αναγκαστεί να ακολουθήσουν τους πολεμιστές γονείς τους σ' αυτήν την περιπέτεια πρόσθεταν μια σουρεαλιστική πινελιά στο μονότονο σκηνικό.

 

Παρά τις αποκαρδιωτικές συνθήκες – τα άδεια ψυγεία, τις χαλασμένες μηχανές του καφέ, τις προμήθειες που λιγόστευαν επικίνδυνα – υπήρχε μια υπόγεια ενεργητικότητα στην αίθουσα. Καθώς ο Γκερς έπαιρνε τη συνηθισμένη του θέση στο τραπέζι, η Σάνια παραπονιόταν για την «πικρή πραγματικότητα της ζωής δίχως το προστατευτικό δίχτυ της καταγωγής ή του χρήματος», κι εκείνος δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα χασμουρητό.

 

«Βρήκατε αλκοόλ και μου το κρύβετε», είπε επικριτικά.

 

«Πού τέτοια τύχη! Η Σάνια μας ξαναλέει πώς εγκατέλειψε τον διάσημο σκηνοθέτη για την επανάσταση.» Ο Φιρς, παιδικός φίλος και συνεργός σε κάθε κατεργαριά, του πέρασε ένα πλαστικό ποτήρι γεμάτο ως πάνω με ένα θολό αχνιστό υγρό. 

 

«Το ήξερες πως ήταν κι αυτή εκεί, όταν τα κάναμε μπουρδέλο στην εκδήλωση για τον Σαροβιάν;» 

 

Ο Γκερς το ήξερε. Η Σάνια του είχε διηγηθεί την ιστορία τουλάχιστον πέντε ή έξι φορές, αλλά δεν ήθελε να τους στερήσει τη χαρά της αφήγησης. 

 

«Μας λιντσάρανε με τα μάτια.» θυμήθηκε ο Φιρς. «Οι μπράβοι τους μας πέταξαν έξω με τις κλωτσιές.»

 

«Δεν ήταν δύσκολο. Ο Φιρς είχε πιει και μπέρδευε τα πόδια του,» τους πληροφόρησε στεγνά ο Γκερς.

 

«Είσαι προδότης! Γιατί με ρουφιανεύεις;»

 

«Στο είχα πει να μην περάσουμε πρώτα απ' του Κουρουπέν,» του θύμισε ο Γκερς. «Το λαμόγιο ρίχνει στο ρούμι ό,τι του περισσεύει απ' το συνεργείο.»

 

«Αλήθεια είναι, η μπύρα του μυρίζει βενζίνη,» παραδέχθηκε κι ο Ιβένς που ήταν συνήθως ο πιο σιωπηλός από όλους.

 

Το τραπέζι τρανταζόταν από τα γέλια, λες και δεν είχαν κάνει την ίδια κουβέντα, με τον ίδιο τρόπο, ξανά και ξανά. Οι επαναλαμβανόμενες ιστορίες τους ήταν μια τελετουργία εξορκισμού του κακού. Κατέληγαν πάντα σε αναπολήσεις για ταξίδια, γιορτές, νύχτες με παθιασμένες συζητήσεις και ερωτικές περιπέτειες, πράγματα που ήταν τώρα πολύ μακρινά και γι' αυτό επιθυμητά. Όταν τα γέλια κόπασαν και τα βλέμματα βάρυναν — επειδή κανείς δεν ήθελε να διαταράξει τη σιωπή ρωτώντας ποιο αύριο τους περίμενε — ο Γκερς άδραξε την ευκαιρία και σηκώθηκε για την έξοδο. 

 

«Πρέπει να κάνω ένα τηλεφώνημα,» είπε.

 

* * *

 

Φτάνοντας στο μοναδικό σημείο που είχε ανεκτό σήμα – πλάι στον παροπλισμένο εμπορικό ανελκυστήρα – ο Γκερς έβγαλε το τηλέφωνο από την τσέπη και πρόφερε το όνομα του Εστιέρ Σεβιριέν. Ύστερα από τρεις χτύπους, η ολογραφική προβολή τρεμόπαιξε, λούζοντας με γαλάζιο φως τον σκοτεινό διάδρομο.

 

«Πατέρα», είπε, καθώς η εικόνα του Εστιέρ ξεπρόβαλλε μέσα από τα παράσιτα. 

 

Το αριστοκρατικό πρόσωπο του εξηντάχρονου νόβιλου είχε χαραχτεί από νέες ρυτίδες, μάρτυρες της αγωνίας για την τύχη του πρωτότοκου γιου του. Για έναν άνθρωπο καλοζωισμένο, καλλιεργημένο και αφοσιωμένο στις μικρές απολαύσεις της ζωής, ο εμφύλιος ήταν ένα γύρισμα της τύχης που δεν ήταν προετοιμασμένος να αντιμετωπίσει. 

 

«Γκερς, είσαι καλά; Είδα τις εικόνες από την τελευταία επίθεση…»

 

«Είμαι στην Άρδα, πατέρα. Απογειώνομαι σε λίγο και ήθελα να μάθω νέα σας.»

 

«Απογειώνεσαι;» Τα μάτια του Εστιέρ φωτίστηκαν. «Επιστρέφεις επιτέλους!»

 

«Μια αεροπορική επιχείρηση», διευκρίνισε ο Γκερς με το γνώριμο τσίμπημα ενοχής. 

 

«Εναντίον της πριμαρχικής αεροπορίας;». Ο Εστιέρ αναστέναξε. «Γκερς, αυτοί είναι οι συνάδελφοί σου από την Ακαδημία…»

 

«Είμαστε περικυκλωμένοι, πατέρα», είπε ο Γκερς, τρίβοντας κουρασμένα το μέτωπό του. «Το πεζικό της Πριμαρχίας κρατά τους λόφους». 

 

Δεν ανέφερε τις αεροπλατφόρμες που παραμόνευαν μερικά χιλιόμετρα μακριά – εναέριες βάσεις με μαχητικά τελευταίας τεχνολογίας και πυροβόλα που γάζωναν κάθε αεροσκάφος που επιχειρούσε να κινηθεί εναντίον τους.

 

«Θα σας συντρίψουν», είπε ο Εστιέρ και χλόμιασε. «Ύστερα έρχεται η σειρά μας. Όσων νόβιλων υποστηρίξαμε την ιδέα της ισοπολιτείας…»

 

«Πάρε τον Κεϊσέν και φύγετε αύριο κιόλας». Η σκέψη του αδελφού του σκλήρυνε τη φωνή του Γκερς. «Πηγαίνετε στα κτήματα της Βελέσια. Τουλάχιστον για λίγο καιρό…» Στη σκέψη της οικογενειακής έπαυλης ανάμεσα στους οπωρώνες του κυματιστού βελεσιανού τοπίου φούσκωσε μέσα του ένα κύμα νοσταλγίας. 

 

Ο Εστιέρ σκυθρώπιασε και διόρθωσε τα γυαλιά του. «Ο Κεϊσέν κι εγώ έχουμε κάνει τις επιλογές μας. Η φυγή είναι παραδοχή ενοχής. Αν η Πριμαρχία θέλει να φιμώσει τους διανοούμενους της Μόντρα, ας έρθει να με συλλάβει στο γραφείο μου».

 

«Μην το κάνεις αυτό.» Ο Γκερς ένιωσε τη γνώριμη ανυπομονησία να φουντώνει – ο ακαδημαϊκός και ο μαχητής: τόσο κοντά στις αξίες, τόσο μακριά στις μεθόδους. «Οι αρχές σου, όσο ευγενείς κι αν είναι, δεν θα προστατέψουν τον Κεϊσέν από τις συνέπειες».

 

«Το ξέρω καλά αυτό! Εσύ κι ο Κεϊσέν είστε όλη μου η ζωή.»

 

«Ποτέ δεν αμφέβαλα, Εστιέρ,» διαμαρτυρήθηκε ο Γκερς και πρόσθεσε θέλοντας να τον καλοπιάσει, «Θυμάσαι ελπίζω ότι έχουμε αφήσει στη μέση μια παρτίδα σκάκι που πρέπει να κερδίσω…».

 

«Νόμιζα πως σου είχα μάθει να μην κλέβεις,» γέλασε ο Εστιέρ, μα αμέσως σοβάρεψε. «Πρόσεχε τον εαυτό σου, παιδί μου. Η ιστορία της Μόντρα θα συνεχιστεί και χωρίς εμάς…»

 

Καθώς έβαζε το τηλέφωνο στην τσέπη του, ο Γκερς συνειδητοποίησε πόσο φορτισμένος ήταν. Δεν ήθελε να βασανίζεται ο πατέρας του, να ξαγρυπνά τις νύχτες ή να τον τρώει η αγωνία. Όμως, ο καθένας είχε διαλέξει το δικό του μονοπάτι: ο Εστιέρ με τη γραφίδα, ο Γκερς με το πηδάλιο του μαχητικού.

 

* * *

 

Ήταν νωρίς ακόμα και δεν ήθελε να επιστρέψει από τώρα στην καφετέρια. Διέσχισε με γρήγορο βήμα την έρημη αυλή, προσπερνώντας αχρηστευμένα καμιόνια, αδειανά κιβώτια, στοίβες από λάστιχα, μέταλλα και κουρέλια – καινούριοι σωροί πάνω σε παλιότερους, που είχαν λιώσει από χρόνια, πολύ πριν οι αντάρτες καταφύγουν σ' αυτήν την εγκαταλειμμένη βάση, σε μια μάταιη προσπάθεια ανασύνταξης.

 

Όπως το είχε υπολογίσει, η Μάρκα βρισκόταν στο υπόστεγο – έναν ψηλό ημιυπαίθριο χώρο όπου το φως από τις συγκολλήσεις χόρευε πάνω στα μεταλλικά τοιχώματα. Συντόνιζε μια ομάδα εργατών που φόρτωναν πυρομαχικά στα ταλαιπωρημένα αεροσκάφη. 

 

«Άλλα τέσσερα κιβώτια στο τρίτο!» φώναξε σε δύο άντρες που έσπρωχναν ένα φορτωμένο καρότσι. 

 

Ο Γκερς την άρπαξε απ' το χέρι και την τράβηξε απαλά σε μια σκοτεινή γωνιά, πίσω από ένα καμιόνι. 

 

«Τι;» έκανε αγχωμένη η Μάρκα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές προς τους εργάτες.

 

«Ξέρεις τι,» απάντησε χαμηλόφωνα. 

 

Τον πλησίασε και κόλλησε το στόμα της στο δικό του σε ένα μεθυστικό φιλί. Τα σώματά τους πλησίασαν κι ο χρόνος επιβραδύνθηκε για να παρατείνει τη στιγμή. Έπειτα, εκείνη αποτραβήχτηκε χαμηλώνοντας το βλέμμα στο στέρνο του. Ήταν τόσο όμορφη με τα ανακατεμένα καστανά μαλλιά, τα λαμπερά μάτια και τα υγρά από το φιλί χείλη. 

 

«Κρίμα,» είπε, «θα ήταν ωραίο να ξεκλέβαμε λίγα λεπτά, έτσι για τελευταία φορά…»

 

«Λες να μην έχουμε άλλη ευκαιρία;» Ο Γκερς έσκασε ένα μελετημένα προκλητικό γελάκι. «Θα περιμένω στην πρασιά, πίσω από την καφετέρια, μόλις ξεμπερδέψουμε από τα αποψινά. Αν ενδιαφέρεσαι, τον ξέρεις τον δρόμο…»

 

«Βλάκα!» γέλασε η Μάρκα και τον χτύπησε με τη γροθιά στο στήθος. «Η έπαρση είναι αριστοκρατικό προνόμιο ή δική σου ιδιοτροπία;»

 

«Δική μου! Οι νόβιλοι απλά βρέθηκαν στον δρόμο μου κι εγώ στον δικό τους.»

 

Ήταν αλήθεια, αλλά δεν ήταν η στιγμή για εξομολογήσεις. Οι γονείς του, φτωχοί αγρότες απ' τον ακριτικό Βορρά, τον είχαν αφήσει μωρό στην πόρτα των Σεβιριέν και είχαν χαθεί ξανά στην αφάνεια της επαρχίας. 

 

«Δεν έχω παράπονο,» σκέφτηκε. «Δεν κακοπέρασα στις ανέσεις της Ντεμερέτα…»

 

Η Μάρκα, κόρη μεροκαματιάρηδων λίβερων από κάποια κωμόπολη του Νότου, γέλασε βραχνά και του έκλεισε το στόμα μ' ένα φιλί.

 

«Όταν σε πρωτοείδα, είχες το υπεροπτικό υφάκι των Σεβιριέν.» 

 

«Όταν σε πρωτοείδα, φοβόσουν να με πλησιάσεις,» της αντιγύρισε.

 

Η έκφρασή της σοβάρεψε απότομα. Κάπου κοντά ακούστηκε ο θόρυβος μεταλλικών αντικειμένων που έπεσαν στο έδαφος.

 

«Πρέπει να φύγω,» είπε δαγκώνοντας το κάτω χείλος της. «Η επίθεση είναι πια θέμα χρόνου κι έχουμε να φορτώσουμε τον εξοπλισμό σας.» 

 

Τραβήχτηκε, αφήνοντας το χέρι της να γλιστρήσει από το δικό του. 

 

Τελευταία στιγμή, η Μάρκα γύρισε και τον κοίταξε. «Μια ανάσα πιο ψηλά, Γκερς. Έτσι δε λέγαμε πάντα;» είπε απαλά και χάθηκε πίσω από το καμιόνι.

 

* * *

 

Όταν ήχησε η σειρήνα, πίσω από τις πιο μακρινές κορυφές της Άρδας, στο βάθος του ορίζοντα, ο ήλιος που ανέτελλε χρωμάτιζε ρόδινο τον ουρανό, προοιωνιζόμενος μια ζεστή, φωτεινή μέρα. Στον έρημο περίβολο, μερικοί στρατιώτες που γύριζαν από τη βάρδια σήκωσαν το κεφάλι αλαφιασμένοι κι έτρεξαν προς το κεντρικό κτήριο για να μάθουν νέα και να πάρουν εντολές. 

 

Η πρώτη έκρηξη ήταν υπόκωφη, μια στοχευμένη βολή στα όρια της εξωτερικής περιμέτρου. Έμοιαζε διστακτική, σαν να χτυπούσε ένας ξένος την πόρτα σε ακατάλληλη ώρα. Η δεύτερη ήρθε πιο κοντά κι έκανε τα τζάμια να τρίζουν. Η τρίτη χτύπησε το αντιαεροπορικό σύστημα στην ανατολική πλευρά τινάζοντας στον αέρα τους χειριστές.

 

Δεν πέρασε ούτε λεπτό και η «ΑΓΡΥΠΝΟΥΣΑ ΑΣΠΙΔΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΩΑΣ ΓΗΣ» είχε σηκωθεί στο πόδι. Αγουροξυπνημένοι ή ξάγρυπνοι, οι μαχητές έσπευδαν ο καθένας στο πόστο του για να αναλάβουν καθήκοντα. Ο αέρας μύριζε βαριά καπνό, καμένο μέταλλο και διάχυτο φόβο. 

 

Τα αντιαεροπορικά των ανταρτών ανταπέδωσαν τα πυρά, εκτοξεύοντας πυραύλους στον ουρανό. Οι τροχιές τους άφηναν ίχνη που τρυπούσαν τα σύννεφα σαν βελόνες από φως. Ήταν μια παράξενη, σχεδόν υπνωτιστική εικόνα: αν δεν υπήρχε ο φόβος του θανάτου, ο Γκερς θα έστεκε να θαυμάσει τη λιτή συμμετρία των σχηματισμών τους.

 

Στεκόταν στην είσοδο του υπόστεγου, παρατηρώντας το χάος που είχε ξεσπάσει γύρω του, ψάχνοντας άθελά του ανάμεσα στους συμπολεμιστές την καστανή κοτσίδα της Μάρκα. Δεν την είχε ξαναδεί μετά την κλεφτή συνάντηση στο υπόστεγο, οι βάρδιες τους δεν ταίριαζαν, και τώρα δεν ήταν πλέον η ώρα γι' αυτά. Κατά το χάραμα τον είχε πάρει ο ύπνος εκεί στην καφετέρια και είχε πεταχτεί επάνω με το πρώτο ουρλιαχτό της σειρήνας, συνειδητοποιώντας αμέσως τι συνέβαινε. Δεν ήταν έκπληξη – περίμεναν από μέρες την επίθεση, αλλά τώρα η καρδιά του σφυροκοπούσε στο στήθος του και το στόμα του ήταν ξερό σαν τα ποτάμια της Άρδας το μεσοκαλόκαιρο.

 

Έριξε το βλέμμα του πέρα από την τεράστια γυάλινη οροφή του υπόστεγου, προσπαθώντας να διακρίνει τις αεροπλατφόρμες που πλησίαζαν. Από αυτήν την απόσταση έμοιαζαν με αθώα σκοτεινά συννεφάκια που δεν έφερναν βροχή, μόνο θάνατο.

 

«Μπαταριάν, Εθνοφύλαξ και Νέμεσις.» Ο Φιρς στάθηκε δίπλα του, ακολουθώντας σκυθρωπός το βλέμμα του. «Είναι περισσότερες απ' ό,τι φοβόμασταν.»

 

«Η Πριμαρχία δεν κάνει μισές δουλειές, Φιρς. Ώρα να μας τελειώνουν, αρκετά έχασαν τον καιρό τους μαζί μας. Έχουν μεγάλα ζητήματα να λύσουν μεταξύ τους.»

 

Ο Φιρς σήκωσε τους ώμους. Έδειχνε κουρασμένος, με βαθιές σκιές κάτω από τα μάτια και αξύριστο από μέρες πρόσωπο. Αλλά το βλέμμα του είχε μια περίεργη λάμψη, σαν να έβλεπε κάτι που ο Γκερς δεν μπορούσε.

 

* * *

 

«Ζεσταίνουμε τις μηχανές! Ρίχνουμε μια τελευταία ματιά στο σχέδιο και ξεκινάμε,» φώναξε η Σάνια από το βάθος του υπόστεγου. 

 

Οι τέσσερις πιλότοι συγκεντρώθηκαν μπροστά σε έναν τακτικό χάρτη που αποτύπωνε τις θέσεις των εχθρικών δυνάμεων. «Το Μπαταριάν.» Ο Γκερς σάρωσε με το βλέμμα τα πρόσωπα των συντρόφων του. «Εκεί θα χτυπήσουμε. Κουβαλάει διπλάσια οπλικά συστήματα από το Εθνοφύλαξ και το Νέμεσις μαζί. Αν πέσει το Μπαταριάν, τα άλλα δύο ίσως κάνουν πίσω για λίγο.»

 

Μια έκρηξη, πιο κοντά αυτήν τη φορά, συντάραξε το υπόστεγο, κάνοντας τα παράθυρα να τρίξουν. Χώματα και θραύσματα γυαλιού έπεσαν από την οροφή, σχηματίζοντας μικρούς σωρούς στο τσιμεντένιο δάπεδο. 

 

«Χτυπάνε τον διάδρομο απογείωσης» παρατήρησε ο Ιβένς, κοιτάζοντας ανήσυχα προς τα πάνω. «Πρέπει να σηκωθούμε άμεσα.»

 

«Έχουμε καλό σχέδιο,» είπε με ψεύτικη σιγουριά ο Γκερς. «Θα παρασύρω το σμήνος μακριά από το Μπαταριάν, προς τα υψίπεδα της Άρδας. Σάνια και Ιβένς, αναλαμβάνετε τις θυρίδες πυροβόλων δεξιά και αριστερά. Φιρς, είσαι σε ετοιμότητα για πλήγμα στο υπογάστριο μόλις βρεις άνοιγμα. Αν συντονιστούμε σωστά, μπορούμε να τα καταφέρουμε.»

 

Καθώς γύριζαν να πάρουν τις θέσεις τους, ο Γκερς τράβηξε στην άκρη τον παιδικό του φίλο. «Θέλω μια χάρη,» είπε κι έβηξε για να καθαρίσει τη βραχνάδα. «Αν δεν τα καταφέρω, δεν ξέρω τι θα απογίνει ο μικρός. Αυτό με νοιάζει μόνο… κι ο πατέρας μου.»

 

«Είναι και δική μου οικογένεια, ξέρεις,» Ο Φιρς τον χτύπησε τρυφερά στον ώμο και γύρισε να ανέβει στο κόκπιτ.

 

Ο Γκερς ένιωσε πως το κλίμα είχε βαρύνει πολύ. «Κερνάω τις μπύρες στον γυρισμό." φώναξε και ολόκληρο το υπόστεγο ξέσπασε σε ειρωνικά σφυρίγματα και γέλια.

 

«Μην ξοδευτείς. Οι μπύρες μας έχουν τελειώσει εδώ και τρεις βδομάδες.» Απλώνοντας το χέρι έξω από το δικό της κόκπιτ, η Σάνια του έτεινε επιδεικτικά το μεσαίο της δάχτυλο.

 

* * *

 

Το σφραγισμένο κουβούκλιο έπνιξε το κροτάλισμα των αντιαεροπορικών και το βουητό των εχθρικών μαχητικών. Κάνοντας νεύμα στη Σάνια να ξεκινήσει πρώτη, ο Γκερς ενεργοποίησε τα συστήματα με τις αυτοματοποιημένες κινήσεις του ανθρώπου που ο χειρισμός είχε γίνει δεύτερη φύση του. Τα όργανα τέθηκαν σε λειτουργία το ένα μετά το άλλο με απαλούς ήχους και φώτα, δείχνοντας πως όλα λειτουργούσαν κανονικά - όσο κανονικά μπορούσαν να λειτουργούν μετά από μήνες βαριάς χρήσης χωρίς επαρκή συντήρηση.

 

Τα τέσσερα αεροσκάφη κύλησαν προς τον διάδρομο απογείωσης, κάνοντας ελιγμούς ανάμεσα στους κρατήρες που είχαν ανοίξει οι ρουκέτες. Καθώς έπαιρνε ύψος, ο Γκερς είδε για πρώτη φορά με τα μάτια του την πλήρη έκταση της απειλής. Η «ΑΓΡΥΠΝΟΥΣΑ ΑΣΠΙΔΑ» έμοιαζε ανυπεράσπιστη από ψηλά, μπροστά στις τρεις αεροπλατφόρμες που πλησίαζαν αργά. Κάθε μία ήταν ένα τεράστιο, επίμηκες κατασκεύασμα από μέταλλο, με πολλαπλά καταστρώματα και πυργίσκους οπλισμένους με βαριά πυροβόλα. Τα αντιβαρυτικά συστήματα που τις κρατούσαν στον αέρα εξέπεμπαν ένα χαμηλό, συνεχές βουητό που ο Γκερς μπορούσε να νιώσει μέχρι το μεδούλι του. 

 

Κράτησε σταθερά το πηδάλιο κι ένιωσε να γίνεται ένα με το σκάφος. Στο βάθος, τα εχθρικά μαχητικά ξεχύνονταν από τις πλατφόρμες, σχηματίζοντας ένα απειλητικό σμήνος.

 

«Παλιοί μου συνάδελφοι… Για να δούμε αν μάθατε τίποτα ή αν χρειάζεστε επανάληψη», χαμογέλασε αναθυμούμενος τα λόγια του πατέρα του. Πέρασε με θράσος ξυστά από δίπλα τους κι έκανε αναστροφή για να χαθεί στη σκιά των πρώτων βράχων. 

 

«Μόλις τους τραβήξω, ανοίγει το παράθυρο για το Μπαταριάν… χτυπήστε το, πριν καταλάβουν τι πάμε να κάνουμε».

 

«Ελήφθη, Γκερς… Θα περιμένουμε το άνοιγμα.» ακούστηκε η ήρεμη φωνή της Σάνια

 

Μορφάζοντας, ο Γκερς βύθισε απότομα το σκάφος του στο φαράγγι, τόσο χαμηλά που σχεδόν άγγιξε τους βράχους. Οι ενδείξεις στον πίνακα κοκκίνιζαν η μία μετά την άλλη, αλλά τις αγνόησε. Οι διώκτες του, νομίζοντας πως τον έχουν εγκλωβίσει, στοιχήθηκαν πίσω του.

 

«Σάνια, το άνοιγμα είναι δικό σας», είπε ήρεμα, με το βλέμμα του καρφωμένο ακόμα στους βράχους. Την ίδια στιγμή, ένιωσε το σκάφος τραντάζεται από τα θραύσματα που πέτυχαν τα φτερά. Ο θόρυβος έμοιαζε με βροχή από χαλίκια πάνω σε στέγη από λαμαρίνα. Έσφιξε τα δόντια και κράτησε την πορεία του, πεισμώνοντας περισσότερο. 

 

Στο μεταξύ, η Σάνια και ο Ιβένς είχαν αναλάβει δράση, σημαδεύοντας τις πλευρικές θυρίδες πριν προλάβουν να στραφούν εναντίον τους. Το μέταλλο δίπλωσε με κρότο και φλόγες ξεπήδησαν από το σημείο της πρόσκρουσης, στροβιλίζοντας μαύρο καπνό στον αέρα.

 

Διακρίνοντας στο βάθος τις πρώτες αναλαμπές των εκρήξεων, ο Γκερς έκανε έναν σιωπηλό μορφασμό ικανοποίησης—είχαν βρει τον στόχο, κι εκείνος είχε κερδίσει λίγο ακόμη χρόνο.

 

«Κατεβαίνω για δεύτερο γύρο.» Η βαριά φωνή του Ιβένς έσπασε τη σιωπή του ασυρμάτου. «Σάνια, από πάνω μου, τώρα, για να βγεις στα δεξιά».

 

Ο Γκερς κράτησε ξανά την ανάσα του προσπαθώντας να δει τι γινόταν εκεί έξω, μα το φαράγγι δεν του άφηνε πολλά περιθώρια.

 

«Σάνια, τι γίνεται;» ρώτησε ανήσυχος. Η φωνή της ήρθε σφιγμένη:

 

«Ο Ιβένς… τον χτυπήσανε.» 

 

«Πρόλαβε να εκτιναχθεί», αντέτεινε ο Φιρς, αλλά η φωνή του έτρεμε.

 

Ο Γκερς πάγωσε, ύστερα ψιθύρισε μια βρισιά μέσα απ' τα δόντια του. «Κρατάμε τη γραμμή, συνεχίζουμε», είπε στον ασύρματο, καθώς το ραντάρ του γέμιζε απειλές και τα εχθρικά αεροσκάφη ξανακλείδωναν πάνω του. Έπρεπε να τα κρατήσει μακριά. Κάθε δευτερόλεπτο που καθυστερούσε, έδινε στον Φιρς περιθώριο να χτυπήσει.

 

Ο χρόνος τεντώθηκε σαν σχοινί έτοιμο να σπάσει. Πίσω στο Μπαταριάν, ο Φιρς πλησίαζε ξανά κάτω απ' την πλατφόρμα με το δάχτυλο καρφωμένο στη σκανδάλη, το βλέμμα κολλημένο στον αντιβαρυτικό κινητήρα — το πιο ευάλωτο σημείο της εναέριας βάσης.

 

Οι πύραυλοί του έφυγαν σφυρίζοντας διαγράφοντας λαμπερές τροχιές, μα την τελευταία στιγμή η πλατφόρμα ενεργοποίησε τα αμυντικά της συστήματα. Οι κεφαλές βγήκαν από την πορεία τους και χτύπησαν την εξωτερική θωράκιση, προκαλώντας μόνο επιφανειακές ζημιές.

 

«Να πάρει,» ακούστηκε ο Φιρς, «ετοιμάζομαι για νέο πέρασμα.»

 

Πριν προλάβει να ευθυγραμμίσει ξανά το σκόπευτρο, μια ριπή τον βρήκε κατευθείαν στο κέντρο. Το μαχητικό τυλίχτηκε στιγμιαία σε μια πύρινη σφαίρα και διαλύθηκε, αφήνοντας πίσω του μόνο φλεγόμενα συντρίμμια. 

 

Σιωπή στον ασύρματο. Κανείς δεν μίλησε αυτή τη φορά.

 

Πριν προλάβει ο Γκερς να ζητήσει ανασύνταξη, άκουσε τη φωνή της Σάνιας στον ασύρματο:

 

«Κατεβαίνω για πέρασμα από κάτω. Μια τελευταία προσπάθεια.»

 

Ο Γκερς ήξερε τι σήμαινε αυτό—η Σάνια πήγαινε για αυτοκτονικό πέρασμα, με ελάχιστες πιθανότητες να βγει ζωντανή. Η στιγμή που φοβόταν είχε φτάσει — ήταν σκληρό να πρέπει να διαλέξεις πώς θα πεθάνεις. 

 

Άφησε μια κοφτή ανάσα και έστριψε απότομα το σκάφος προς τα πίσω, εγκαταλείποντας την αποστολή αντιπερισπασμού. 

 

«Όχι έτσι…» μουρμούρισε μέσα απ' τα δόντια του, αγνοώντας τον κίνδυνο που καραδοκούσε στον ουρανό πίσω του — το σμήνος που πλησίαζε σε έναν θανάσιμο κλοιό.

 

Από μακριά, είδε τη Σάνια να κατεβαίνει τόσο χαμηλά, που το γιγάντιο σκάφος έκρυβε πια ολόκληρο τον ουρανό από πάνω της. 

 

Οι πύραυλοί της εκτοξεύτηκαν και η θυρίδα του πυργίσκου διαλύθηκε σε μια εκτυφλωτική λάμψη. Η Σάνια πέρασε ξυστά μέσα απ' τα θραύσματα, παλεύοντας να διατηρήσει τον έλεγχο του ταλαιπωρημένου σκάφους της.

 

Ο Γκερς τράβηξε απότομα ψηλά, σφίγγοντας τα δόντια, έτοιμος να κάνει αναστροφή και να βουτήξει κατευθείαν στην κόλαση, αν αυτό ήταν το μόνο που απέμενε. 

 

Στο κέντρο του χάους, είδε το σκάφος της Σάνια να ανασηκώνεται ελαφρώς, σαν να πάσχιζε να ξεφύγει. Μια ριπή, σχεδόν τυφλή, ήρθε από την πλάγια θυρίδα του Μπαταριάν και τη βρήκε κάτω από το κόκπιτ, σκίζοντας το σκάφος στα δύο.

 

Για μια τρομακτική στιγμή, το σκάφος έμοιαζε να αιωρείται ακέραιο—κι έπειτα διαλύθηκε σε μια βροχή από σπασμένα φτερά και φλόγες.

 

Ο Γκερς άκουσε τον εαυτό του να φωνάζει τ' όνομά της, χωρίς καν να ξέρει πώς είχε ανοίξει τον ασύρματο. 

 

Το μόνο που του απάντησε ήταν παράσιτα - ούτε φωνή, ούτε σήμα, μόνο η σιωπή του κενού.

 

Και τότε κατάλαβε πως είχε μείνει μόνος.

 

* * *

 

Συγκλονισμένος, έγειρε πίσω για μια στιγμή, νιώθοντας την ανάσα του να κόβεται. Ήξερε πως αν έμενε κι άλλο εκεί, θα πέθαινε χωρίς να έχει παίξει το τελευταίο του χαρτί. 

 

Ήταν τρέλα, αλλά ήταν το μόνο που είχε.

 

Άνοιξε τον κινητήρα στο τέρμα και όρμησε προς την πλατφόρμα, παρασύροντας πίσω του το σμήνος σαν τυφλό κοπάδι. 

 

Αν έπεφτε, ας έπεφταν κι αυτοί μαζί του.

 

Όταν η μάζα του Μπαταριάν σκέπασε κάθε σπιθαμή ουρανού, κράτησε την ανάσα του για τελευταία στιγμή. 

 

Στρίβοντας απότομα, βγήκε από την πορεία του, παρασύροντας τους διώκτες του μέσα στον κίνδυνο που έκρυβε η ίδια η πλατφόρμα. Σε τόσο κοντινή απόσταση, τα αμυντικά συστήματα του Μπαταριάν πυροδοτήθηκαν ανεξέλεγκτα ενάντια στα φιλικά σκάφη. Τα πρώτα μαχητικά διαλύθηκαν σε μια καταιγίδα ενέργειας, σε μια έκρηξη που φώτισε όλο τον ουρανό.

 

Ελάχιστα μόνο πρόλαβαν να κάνουν αναστροφή πριν συντριβούν.

 

* * *

 

Η χαρά της νίκης χάθηκε γρήγορα, καθώς δύο μαχητικά τον περικύκλωναν, αναγκάζοντάς τον σε απότομη ανύψωση. Πριν προλάβει να σταθεροποιηθεί, μια ριπή χτύπησε το αριστερό φτερό, στέλνοντας το αεροσκάφος του σε ανεξέλεγκτη περιστροφή. 

 

Τα όργανα έσβηναν, το έδαφος πλησίαζε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, κι εκείνος πάλευε να θυμηθεί το πρωτόκολλο διάσωσης. 

 

Τα δάχτυλά του βρήκαν το κουμπί εκκένωσης σαν από ένστικτο. 

 

Το κάθισμα εκτοξεύτηκε από το σκάφος με απότομο τράνταγμα και για μια στιγμή αιωρήθηκε στο κενό. Έπειτα, το αλεξίπτωτο άνοιξε με ένα βίαιο τίναγμα, τραβώντας τον απότομα προς τα πίσω.

 

Πίσω του, το σκάφος εξερράγη σε μια βίαιη έκρηξη κι έσβησε σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ. Έκλεισε τα μάτια, σχεδόν λυπημένος που είχε μείνει ζωντανός. 

 

Το έδαφος πλησίαζε τώρα αργά, σαν να τον περίμενε υπομονετικά. 

 

Προσγειώθηκε βαριά, κύλησε στο χώμα και έμεινε για λίγο ακίνητος.

 

Ξεκούμπωσε τα λουριά και στάθηκε στα πόδια του τινάζοντας τα χώματα από πάνω του. Ύστερα, σήκωσε το βλέμμα. 

 

Πέρα μακριά, η «ΑΓΡΥΠΝΟΥΣΑ ΑΣΠΙΔΑ» δεν ήταν πια παρά ένας σωρός από πέτρες, καμένο μέταλλο και στάχτες. 

 

Από τα δυτικά, ανάμεσα στους σχίνους, μπορούσε να διακρίνει τους πρώτους στρατιώτες της Πριμαρχίας να κατεβαίνουν προς το μέρος του. Δεν προσπάθησε να κρυφτεί. Ήξερε πως τον είχαν ήδη εντοπίσει. 

 

Γονάτισε απλά πάνω στο μουσκεμένο από τις βροχές χώμα και τους περίμενε.