Actions

Work Header

Αλκή και Άλγος

Summary:

Καθώς ο πόλεμος πλησιάζει και οι κοινωνικές προσδοκίες πιέζουν, ο λοχαγός καλείται να διαλέξει ανάμεσα σε αυτό που οφείλει να δείχνει και σε αυτό που, σιωπηλά, αρχίζει να αισθάνεται.

Ή

Pre-canon fic από τα χρόνια που ο ταγματάρχης ήταν ακόμη λοχαγός και η γνωριμία του με τον Καφαντάρη, σε μια Ελλάδα λίγο πριν τον πόλεμο.

Notes:

(See the end of the work for notes.)

Chapter Text

Μάρτιος, 1940

 

 

 

Η μέρα ήταν επιτέλους ηλιόλουστη, ύστερα από μια εβδομάδα συνεχόμενης βροχής και, ασυνήθιστου για την εποχή, κρύου. Μερικοί άνδρες του επιτελείου είχαν ξεχυθεί στην αυλή του αρχοντικού. Κάποιοι γυμνάζονταν, άλλοι έριχναν μια μπάλα από ‘δω κι από ‘κει για να ξεμουδιάσουν.

Ο Λοχαγός Καρκαλέντζος κοντοστάθηκε στην είσοδο του αρχοντικού, ρίχνοντας μερικές ματιές στους νεαρούς στρατιώτες του τάγματος που μόχθησε να διοικήσει όλους αυτούς τους μήνες. Μόνο εύκολο δεν ήταν, μαζί με το φόβο εισβολής των Γερμανών, το παραμελημένο αρχοντικό των Παπαρηγόπολων και τους νεοσύλλεκτους, ο λοχαγός φοβόταν πως θα χάσει τη γη κάτω από τα πόδια του. 

Όμως, η σκληρή δουλειά τον αντάμειψε. Η διοίκηση του επιτελείου ήταν πια άριστη, και οι άνδρες του άρχισαν να μπαίνουν σε τάξη. Ο λοχαγός έβλεπε σιγά σιγά μπροστά του άξιους στρατιώτες, έτοιμους να υπηρετήσουν και να ρισκάρουν ακόμα τη ζωή τους για τη πατρίδα τους. 

Αυτό ήταν το πολυτιμότερο δώρο. Ακόμα και οι έπαινοι των ανώτερων του φαινόντουσαν αμελητέοι μπροστά σε αυτό το αποτέλεσμα.

Ήταν σχεδόν σίγουρος πως ο Συνταγματάρχης Μακρής θα έμενε ευχαριστημένος με την αναφορά υπηρεσίας, και έτσι έγινε. Δεν υπήρξε κανένα αρνητικό σχόλιο, ούτε παράπονο όπως συνήθως. Όλα πήγαιναν τόσο καλά, που ο λοχαγός για μια στιγμή πίστεψε πως θα γυρνούσε από το διοικητήριο στο επιτελείο με καλή διάθεση.

Για κακή του τύχη, αυτό δε κράτησε πολύ.

 

 

“Δεν είμαστε μόνο υπηρέτες της πατρίδος μας, Λοχαγέ. Είμαστε και άνθρωποι. Άνθρωποι που κρίνονται.”

Ο λοχαγός έστρεψε το βλέμμα του στο πάτωμα.

“Ένας αξιωματικός της ηλικίας και της πορείας σου, καλό είναι να δείχνει μια… σταθερότητα στη ζωή του. Εγώ γιατί νομίζεις παντρεύτηκα νωρίς;” 

Σιωπή.

“Δε θέλω να με παρεξηγήσεις. Για το καλό σου το λέω,” ο συνταγματάρχης του έσφιξε τον ώμο, όμως εκείνος ένιωσε λες και τον έπιασε από το λαιμό, “μια παρουσία στο πλάι σου θα σου έκανε καλό. Και σε ‘σένα και στο επιτελείο σου.”

Σιωπή.

“Θα εκτιμόταν πολύ.”

 

 

Ο λοχαγός μεγάλωσε μέσα στη πειθαρχία, τη τιμωρία και τη τάξη των πραγμάτων. Έτσι έμαθε να ζει, και έτσι κατάφερε να βρεθεί στη θέση που είναι. Όταν έχεις αυτές τις αρετές, είσαι ικανός να πετύχεις αυτό που επιθυμείς. Ή αυτό που επιθυμούν οι άλλοι για σένα. Και εκείνος το πέτυχε. 

Τότε ξεκίνησε να καταλαβαίνει τι σημαίνει περηφάνια για τον ίδιο σου τον εαυτό και τους κόπους σου.

Όμως, από τη περηφάνια γεννήθηκε η αυταπάτη. Και εξαιτίας αυτής άρχισε να πιστεύει πως μπορούσε να καταφέρει το οτιδήποτε. 

Αν μπορούσε να φέρει βόλτα τόσους στρατιώτες, τότε μπορούσε να κάνει το ίδιο και με τα αισθήματα του. Το σώμα του, το μυαλό του… Αυτό το νοσηρό μυαλό που μέσα του αδυνατεί να συνυπάρξει η λογική με τα πάθη.

Όλοι οι άνδρες γύρω του το έκαναν να φαίνεται τόσο εύκολο. Τόσο ανώδυνο. Αγκαλιάζονταν και έφερναν στο κόσμο παιδιά με τις γυναίκες που επέλεγαν να παντρευτούν.

Εκείνος δεν ήθελε, ούτε μπορούσε να επιλέξει. Δεν ένιωθε τίποτα, όσες κοπέλες κι αν του γνώριζαν οι γονείς του στα νιάτα του. Όμορφες, άσχημες, πλούσιες, έξυπνες ή αμόρφωτες, καμία δε τον έκανε να θελήσει κάτι παραπάνω από μια απλή συζήτηση και μερικά φιλικά χαμόγελα. 

Ίσως θα ήταν ευκολότερο για εκείνον εάν οι γονείς του διάλεγαν μια κοπέλα δίχως να τον ρωτήσουν. Θα το δεχόταν, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε πως θα έπρεπε να αρκεστεί σε συζητήσεις και φιλικά χαμόγελα για το υπόλοιπο της ζωής του. Δίχως αγάπη ή έστω… έλξη.

Ήλπιζε πως κάποτε θα έβρισκε την έλξη. Τουλάχιστον αυτή. Η αγάπη ήταν πια κάτι τόσο απίθανο να βρεθεί, που άρχιζε να πιστεύει πως ήταν απλώς μια ψευδαίσθηση. Αποφάσισε νωρίς να σταματήσει να την αναζητεί.

Η έλξη όμως… ποιός νέος δεν αισθάνεται έλξη; 

Και είχε δίκιο. Την αισθάνθηκε πρώτη φορά λίγο πριν κλείσει τα 19 του χρόνια, όταν στρατολογήθηκε. Όμως, ήταν διαφορετική από ο,τι περίμενε. 

Φορούσε παντελόνια αντί για φούστες, και μύριζε τσιγάρο και αλκοόλ αντί για τριαντάφυλλο. 

Το όνομα του ήταν Άγγελος. Γοητευτικός, γεροδεμένος και λίγο άγαρμπος, αλλά καλός άνθρωπος και άξιος στρατιώτης. Έπιανε συχνά τον εαυτό του να τον χαζεύει, και έμενε ξάγρυπνος να αναρωτιέται πώς θα ήταν αν ο Άγγελος τον αγκάλιαζε και τον φιλούσε, αν...

Τα χρόνια πέρασαν, οι σκέψεις ήταν πολλές, οι άνδρες σαν τον Άγγελο περισσότεροι. Αλλά οι ανήθικες σκέψεις έπρεπε να μένουν μονάχα σκέψεις. Και όσο η έλξη δεν εξελισσόταν σε κάτι πιο νοσηρό όπως ο λεγόμενος, άγνωστος για εκείνον, έρωτας, αισθανόταν προστατευμένος από τον απόλυτο εξευτελισμό. Έλεγε στον εαυτό του πως θα προτιμούσε να μην αγαπήσει ποτέ τίποτα στη ζωή του από το να αφήσει έναν άνδρα να του κλέψει τη καρδιά και το μυαλό.

Έτσι πορεύτηκε έως τα 40 του χρόνια. 

Κάποιες σκέψεις κατέληξαν να γίνουν πράξεις και αυτό τον έκανε να μισήσει πράγματα που κάποτε καμάρωνε για τον εαυτό του, όπως τον αυτοέλεγχο.

Τέτοιες αδυναμίες δεν άξιζε κανένα αξίωμα ή έπαινο. Δεν άξιζε να υπηρετεί τη πατρίδα και να κουνάει το δάχτυλο στους νεαρούς στρατιώτες για το παραμικρό τους σφάλμα.

Η υποκρισία του ήταν τόσο μεγάλη, που σχεδόν την ένιωθε να ξεχειλίζει από το δέρμα του. Πως μπορούσαν όλοι να τη δουν. Ακόμα και τα ντουβάρια του Αρχοντικού των Παπαρηγόπολων έτριζαν τη πρώτη νύχτα της εγκατάστασης του, λες και αυτά ήξεραν.

Η σκληρή δουλειά στο επιτελείο του έκανε καλό, έβαζε το μυαλό του σε μια τάξη και του θύμιζε πως η υπηρεσία προς τη πατρίδα ήταν σημαντικότερη από ο,τι κι αν ένιωθε για τα σφάλματα του παρελθόντος.

Ίσως έτσι να έβρισκε λύτρωση από τις αμαρτίες του. Ποιος μετράει αυτό μικρό σου κουσούρι όταν προτίθεσαι να πεθάνεις για κάτι πολύ μεγαλύτερο; 

Οι εργασίες στο αρχοντικό ήταν πολλές, το άγχος περισσότερο, και περιθώρια για λάθη δεν υπήρχαν όσο περνούσε ο καιρός. Χρειαζόταν άμεση βοήθεια, κάποιον να ασχολείται πλήρως με την εκπαίδευση των στρατιωτών, και η άφιξη του Λοχία είχε καθυστερήσει.

Οι περισσότεροι υπαξιωματικοί προσπαθούσαν να βρεθούν στο πεδίο της μάχης, και όχι να κλειστούν σε τέσσερις τοίχους εκπαιδεύοντας απαίδευτους νέους. Μονάχα ένας υπαξιωματικός, ονόματι Οδυσσέας Καφαντάρης δέχτηκε να υπηρετήσει στο αρχοντικό των Παπαρηγόπολων, ύστερα από αρκετή πίεση του Συνταγματάρχη Μακρή, κάτι που ο λοχαγός εκτίμησε ιδιαίτερα.

“Να τον προσέχεις δαύτον, Αθανάσιε. Είναι αγύριστο κεφάλι και θρασύς.”

Ο λοχαγός δε πήρε τα λόγια του Συνταγματάρχη στα σοβαρά τότε. Ο ίδιος είχε γνωρίζει πολλούς στρατιώτες και υπαξιωματικούς με ιδιαίτερους χαρακτήρες και πάντοτε φρόντιζε να κυριεύει η λογική και να προέχει η υπηρεσία από προσωπικές εχθρότητες και αλαζονικές συμπεριφορές. Πόσο μάλλον όταν η ανάγκη για βοήθεια ήταν τεράστια. 

Ο Λοχίας Καφαντάρης κατέφθασε στο αρχοντικό ένα ηλιόλουστο μεσημέρι στις αρχές Οκτωβρίου, λίγες ώρες καθυστερημένα, κάτι που είχε ενοχλήσει το λοχαγό, αλλά προσπάθησε να το αγνοήσει και να πάει με τα νερά του Λοχία.

“Λοχίας Καφαντάρης, αναφέρομαι, κύριε λοχαγέ.” 

Ο λοχίας στεκόταν μπροστά του, μόλις αφιχθείς, με τη στολή ακόμα άστρωτη απο το δρόμο. Νέος. Τουλάχιστον πιο νέος απ’ ό,τι περίμενε. Το φως του παραθύρου έπεφτε στο πρόσωπο του και για μια στιγμή ο λοχαγός, άθελα του σκέφτηκε πως αν τον έβλεπε κανείς αλλού, με διαφορετική ένδυση, θα τον περνούσε για ηθοποιό του Χόλιγουντ. 

Του ήρθε παράταιρα στο νου εκείνος ο νεαρός ηθοποιός, ο Πάουερ. Τέτοιο πρόσωπο σίγουρα δεν ανήκε εδώ, ανάμεσα σε χάρτες και διαταγές.

Τότε συνειδητοποίησε πως τον παρατηρούσε περισσότερο απ’ ότι ήταν συνετό για τη θέση του, ακόμα κι αν απλώς τον θαύμαζε, δίχωε περίεργες σκέψεις.

Όχι, όχι εδώ, σκέφτηκε, Ποτέ εδώ. Είναι μια ακόμη μετάθεση. Τίποτε παραπάνω.

 

Οι επόμενες εβδομάδες, ύστερα από την άφιξη του Καφαντάρη πέρασαν ομαλά, δίχως προβλήματα. Ο λοχίας απέδειξε τον εαυτό του ως εξαιρετικά χρήσιμο και έμπειρο υπαξιωματικό. Πήρε πάνω του αρκετό από το βάρος που ο λοχαγός κουβαλούσε στις πλάτες του. Οι άνδρες φάνηκαν να τον είχαν συμπαθήσει, ενώ η άμεση συνεργασία μαζί του, αν και τυπική, ήταν άψογη.

Ο λοχαγός κατέληξε στην άποψη πως ο συνταγματάρχης Μακρής πράγματι υπερέβαλε όταν τον περιέγραφε. 

Έως που μια διαμάχη μεταξύ των ανδρών του τάγματος, τον έκανε να αλλάξει γνώμη ριζικά.

 

Νοέμβριος, 1939

 

Ο Καφαντάρης εισέβαλε στο γραφείο του λοχαγού δίχως να χτυπήσει. Στάθηκε μπροστά στο λοχαγό, τα χέρια του πίσω από τη μέση, ακίνητος. Ο λοχαγός σήκωσε το βλέμμα του από τα χαρτιά εμπρός του, και άφησε το στυλό να πέσει από το χέρι του, ξαφνιασμένος από το θάρρος του Λοχία. Δε συνήθιζε να μπαίνει έτσι.

“Κύριε Λοχαγέ, με συγχωρείτε για το θάρρος μου, αλλά δε μπορούμε να το αφήσουμε έτσι,", Ο Καφαντάρης μίλησε πρώτος, το βλέμμα του στο πάτωμα, “Φοβούμαι πως ο Δημητρίου δεν έχει σωας τας φρένας. Μόλις ειδοποιήθηκα πως ο Ρήγας ζήτησε μετάθεση εξαιτίας του. Φοβάται και δε τον αδικώ. Θα τον σκότωνε χθες αν δε τους χώριζα!” Σήκωσε το βλέμμα του προς το λοχαγό, η φωνή του πιο σταθερή, πιο δυνατή. 

Ήξερε πως ο Δημητρίου είχε δημιουργήσει προβλήματα και στο παρελθόν, ήταν οξύθυμος χαρακτήρας και δε μετρούσε αυτά που έλεγε, όμως ήταν εργατικός, κάτι που ο λοχαγός και το επιτελείο δε μπορούσαν απλά να παραβλέψουν.

Όμως, αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά, και το επιτελείο έχασε έναν ακόμα στρατιώτη σε μια περίοδο που τους χρειαζόταν.

“Το γνωρίζω, Καφα-” 

“Ο Δημητρίου πρέπει να φύγει από το τάγμα,” Τον διέκοψε ο λοχίας.

Ο λοχαγός τον κοίταξε για μια στιγμή, προσπαθώντας να διατηρήσει τη ψυχραιμία του. Ήθελε να χτυπήσει το χέρι του δυνατά στο γραφείο και να τον ρωτήσει με τι θράσος απαιτεί κάτι τέτοιο από το Λοχαγό του τάγματος, αλλά δε το έκανε. Απλώς έσφιξε τα δόντια του και απάντησε, όσο πιο ψυχρά και αυστηρά ήξερε...

“Καφαντάρη, κατανοώ την αγανάκτησή σου. Ο Δημητρίου θα τιμωρηθεί, αλλά μη μου ζητάς να τον διώξω από το τάγμα. Ήδη έχασα το Ρήγα και άλλους τρεις τους τελευταίους μήνες. Γνωρίζεις πολύ καλά πως χρειαζόμαστε κάθε στρατιώτη αυτή την περίοδο, όχι να τους χάνουμε έναν έναν.”

Ο Καφαντάρης έκανε ένα βήμα προς τα εμπρός, “Μα, κύριε Λοχαγέ…”

Ο λοχαγός σήκωσε τη παλάμη μου, δίνοντας του το σήμα να μείνει εκεί που ήταν. Ο Καφαντάρης υπάκουσε και συνέχισε, “Δε πρέπει να ρισκάρουμε κι άλλους διαπληκτισμούς. Κάποιος θα πληγεί σοβαρά αν τον αφήσουμε να υπηρετεί εδώ." 

Ο λοχαγός για μια στιγμή απόρησε. Ίσως το πρόβλημα του Καφαντάρη να ήταν προσωπικού επιπέδου και όχι θέμα δικαιοσύνης ή φόβου για τη σωματική ακεραιότητα των υπολοίπων στρατιωτών.

“Μάλιστα. Είναι τόσο φίλος σου ο Ρήγας, Καφαντάρη; Γιατί τον υπερασπίζεσαι;” Το βλέμμα του λοχαγού έπεσε ξανά στα δεκάδες χαρτιά πάνω στο γραφείο του και άρχισε να τα τακτοποιεί πρόχειρα, στη προσπάθεια να κάνει μια τέτοια προσωπική ερώτηση, λιγότερο ξένη και αδιάκριτη, “Δε γίνεται, και εκείνος κάτι θα έκανε για να προκαλέσει το Δημητρίου.” 

Τα λόγια αυτά πίκραναν στο στόμα του. Μετάνιωσε που τα ξεστόμισε με τόση ευκολία, ενώ ο Ρήγας θα μπορούσε να ήταν νεκρός αν ο Καφαντάρης δεν ήταν εκεί να σταματήσει το Δημητρίου.

Ο λοχαγός πήρε μια ανάσα και κοίταξε προς τη κατεύθυνση του Λοχία. Τον κοιτούσε και εκείνος.

Μπορούσε να διακρίνει το θυμό στα μάτια του. Δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Κάτι που είχε καταλάβει για εκείνον τις τελευταίες εβδομάδες, ήταν πως ο Καφαντάρης είχε μια δική του εκφραστικότητα που δε του επέτρεπε να κρύψει το πώς ένιωθε, όσο κι αν προσπαθούσε.

“Αυτό δε το γνωρίζω, Κύριε Λοχαγέ. Αλλά, ο,τι κι αν είπε ή έκανε, σίγουρα δε δικαιολογεί τη βίαιη συμπεριφορά που υπέστη.” Απάντησε ο Καφαντάρης, η φωνή του σταθερή, δίχως ίχνος φόβου.

Ένα μικρό γέλιο ξέφυγε από τα χείλη του λοχαγού, ενώ η πλάτη του βυθίστηκε στη καρέκλα, κάτι που δε συνήθιζε να κάνει ποτέ μπροστά σε κανέναν, “Σοβαρά;” Ρώτησε το νεαρό λοχία, ενώ έφερε τα χέρια του στο ύψος του στήθους του και τα σταύρωσε, περιμένοντας μια απάντηση.

Έβρισκε διασκεδαστικό, έως γέλιο, ένας λοχίας να έχει τέτοιες ευαισθησίες όταν η δουλειά του χρειαζόταν κάτι παραπάνω από απλά γερό στομάχι και καρδιά από πέτρα για να επιβιώσει και να επιτύχει.

“Οι άνδρες μας θα έπρεπε να είναι ενωμένοι. Να στηρίζεται ο ένας πάνω στον άλλο,” Απάντησε ο Καφαντάρης, “Υπάρχει τόσο μίσος και κακουχία σε αυτό το κόσμο, που έχουμε ξεχάσει πώς να αγαπάμε.” Η ένταση στη φωνή του δεν υπήρχε πια, και ο θυμός στα μάτια του είχε σχεδόν εξαφανιστεί. Στη θέση του ήταν κάτι άλλο, που ο λοχαγός δε μπορούσε να προσδιορίσει, όμως ήθελε να καταλάβει. 

Τι κάνεις εσύ εδώ, αναρωτήθηκε, γιατί κάποιος σαν εσένα, με αυτή τη καλοσύνη μέσα του, δίχως ανοχή σε πράγματα αντίθετα στα πιστεύω του, αποφάσισε να περάσει τη νιότη του μέσα σε επιτελεία και διοικητήρια;

Γιατί θες να βρεθείς στο πεδίο της μάχης;

Ο λοχαγός έστρεψε το βλέμμα του άλλου, οπουδήποτε πέρα από το πρόσωπο του Λοχία, και σηκώθηκε από το γραφείο του, “Καλή είναι κι η αγάπη, Λοχία, μα δε κρατά σύνορα. Είσαι νέος ακόμα, κι έχεις άλλα μυαλά, όμως η δουλειά μας δε χωράει τέτοιες αυταπάτες,” Είπε μονότονα, όπως συνήθιζε να κάνει σε συζητήσεις που ήθελε να δραπετεύσει, και στάθηκε κοντά στο παράθυρο με τα χέρια του πίσω από τη μέση, “Όσο νωρίτερα το καταλάβεις, τόσο καλύτερα για σένα.” 

Δεν έχει δουλειά η αγάπη εδώ. Για έναν αξιωματικό, τέτοιες αδυναμίες είναι μόνο βάρη στη πλάτη που όχι μόνο επηρεάζουν τους ίδιους, αλλά και τις αποφάσεις τους. Αποφάσεις που μπορούν μέχρι και να σώσουν ή να καταστρέψουν ένα ολόκληρο έθνος.

Η αγάπη και η καλοσύνη είναι όμορφα πράγματα, τουλάχιστον ακούγονται και φαίνονται έτσι, από μακριά. Ο λοχαγός δεν είχε νιώσει την αγάπη για να ξέρει, ούτε από τους δικούς του ανθρώπους, ούτε από κανέναν αλλον. Όσο για τη καλοσύνη, ήταν μαθημένος να τη προσφέρει με το σταγονόμετρο. Οτιδήποτε άλλο του φαινόταν ξένο.

Και το ξένο πρέπει να μένει ξένο.

“Να καταλάβω τι, κύριε Λοχαγέ; Πως θα πρέπει να βάλω την ανθρωπιά μου στην άκρη για να υπηρετήσω τη πατρίδα μου; Να αδιαφορώ όταν οι άνδρες μας σκοτώνονται μεταξύ τους;” Αναρωτήθηκε ο Καφαντάρης, που στεκόταν πίσω του. 

Δεν έβλεπε το πρόσωπο του, μα τα λόγια του ήταν αρκετά για να τον εκνευρίσουν.

Ο λοχαγός ανοιγόκλεισε τα μάτια του και ξεροκατάπιε, “Δεν είπα κάτι τέτοιο.” 

“Τότε τι είπατε;” Ρώτησε ο Καφαντάρης, ο τόνος του τόσο θρασύς, που έκανε το λοχαγό να γυρίσει προς το μέρος του και να τον πλησιάσει δίχως δεύτερη σκέψη.

Ο Καφαντάρης δε κατέβασε το βλέμμα του, ούτε απολογήθηκε. Μονάχα έψαχνε μέσα στο μάτια του λοχαγού με τα δικά του, λες και προσπαθούσε πραγματικά να καταλάβει τι ήθελε να πει.

Το βλέμμα του ήταν καθαρό, ειλικρινές. Ο λοχαγός συνειδητοποίησε πως ήταν η πρώτη φορά που αντίκριζε εναν έμπειρο υπαξιωματικό που δίχως η τόση ασχήμια αυτού του κόσμου να του είχε στερήσει τη καλοσύνη του. Που δεν είχε μολύνει τη καρδιά του.

Δεν ήξερε αν θα έπρεπε να νιώσει μικρός ή έξυπνος μπροστά του.

Αποφάσισε πως θα ήταν πιο συνετό να δείξει το δεύτερο, ακόμα κι αν δεν ήταν καθόλου σίγουρος για την αλήθεια.

Τον κοίταξε, προσπαθώντας να εστιάσει σε κάτι άλλο πέρα από το έντονο βλέμμα του, και η ματιά του κατέληξε στα γεμάτα φρύδια του.

“Με είχε προειδοποιήσει ο συνταγματάρχης για σένα, Καφαντάρη. Αγύριστο κεφάλι και θρασύς, είπε. Δε τον είχα πιστέψει.” Είπε ψυχρά, ενώ κατέβασε το βλέμμα του στη στολή του Καφαντάρη, παρατηρώντας τη επικριτικά.

Ήταν μια τακτική που είχε υιοθετήσει από το λοχαγό του στο στρατό, θυμόταν πως πάντοτε τον έκανε να θέλει να ανοίξει η γη να τον καταπιεί. 

Ίσως ο Καφαντάρης νιώσει το ίδιο και η κουβέντα τους λήξει δίχως δράματα.

“Κανείς, όμως, δε με είχε προειδοποιήσει για εσάς, κύριε Λοχαγέ,” Απάντησε ο λοχίας, “Εάν γνώριζα πως θα ερχόμουν αντιμέτωπος με πλήρη αδιαφορία προς τους ίδιους μας τους άνδρες, άνδρες που δε θα δίσταζαν να πεθάνουν για τη πατρίδα που υπηρετούν, δε θα δεχόμουν να μεταφερθώ εδώ, θα πάλευα να με μεταθέσουν στο πεδίο της μάχης, όπως ήθελα από την αρχή.” 

Ο λοχαγός έσφιξε πήρε μια βαθιά ανάσα που δεν ήθελε να αφήσει, στην ανάγκη να συνειδητοποιήσει πως όντως άκουσε τέτοια λόγια από τον λοχία του τάγματος του. Κανείς δεν είχε τολμήσει να του μιλήσει έτσι, ούτε καν ανώτερος του. Το θράσος του νεότερου άνδρα τον άφησε άφωνο για κάμποσα δευτερόλεπτα, δίχως να ξέρει τι να πει ή τι να κάνει. 

Δεν είχε ξανά βρεθεί σε τέτοια θέση, να αμφισβητείται η διοίκηση του από κάποιον κατώτερο αξιωματικό, να τον αποκαλεί αδιάφορο προς τους άνδρες του. Κάποιος που μόλις πριν μερικές εβδομάδες ήταν ένας ξένος για εκείνον και το τάγμα.

“Πρόσεχε τα λόγια σου, Καφαντάρη. Έχεις ξεχάσει ότι μιλάς σε ανώτερο σου.” Απάντησε τελικά, υψώνοντας τη φωνή του.

Ο Καφαντάρης δεν έδειξε να πτοείται.

“Είπατε πως η αγάπη δε κρατάει σύνορα. Τότε γιατί υπηρετείτε τη πατρίδα όλα αυτά τα χρόνια αν όχι από αγάπη, κύριε Λοχαγέ;”

Ο λοχαγός σάστισε σε αυτά του τα λόγια. Άνοιξε το στόμα του μερικές φορες, στη προσπάθεια να πει κάτι, το οτιδήποτε, αλλά δε βγήκε λέξη. 

Ίσως επειδή και ο ίδιος δεν ήταν σίγουρος για την απάντηση.

Φυσικά και αγαπούσε τη πατρίδα του. Τουλάχιστον με το τρόπο που ο ίδιος καταλάβαινε τον όρο ‘αγάπη’. Δεν είχε καθίσει να το σκεφτεί ποτέ. Το να μένει μόνος με τις σκέψεις του ήταν κάτι που πάντοτε απέφευγε. 

Για το μόνο πράγμα που ήταν σίγουρος, ήταν η αφοσίωση του. Και η αφοσίωση μπορεί να γεννηθεί από την αγάπη. 

Ο Καφαντάρης συνέχισε, “Η πατρίδα μας δεν είναι μόνο τα χώματα που υπερασπιζόμαστε,” το βλέμμα του έπεσε στους απλωμένους χάρτες στο γραφείο του λοχαγού, “Η πατρίδα μας είμαι εγώ, ο Ρήγας, οι στρατιώτες μας, οι νοσοκόμες που παλεύουν να κρατήσουν νέους ανθρώπους στη ζωή στα πεδία της μάχης, η οικογένεια και οι φίλοι που αφήσαμε πίσω για να είμαστε εδώ, μαζί σας…” 

Ο λοχαγός αισθανόταν πως έχανε τον έλεγχο και τη τάξη με κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα του λοχία. Γνώριμο αίσθημα που ποτέ δε του άρεσε, γιατί μαζί του, έφερνε το φόβο και την ανασφάλεια. 

Αυτή τη φορά, όμως, δεν είχε κανένα από τα δύο να του σφίγγει το λαιμό σα σχοινί. Δεν υπήρχε απολύτως τίποτα. Το μυαλό του ήταν άδειο και τα χείλη του δεν έβρισκαν φωνή να μιλήσουν, γιατί δεν είχαν κάτι να πουν. Στεκόταν απέναντι του και άκουγε για να ακούσει. Ήταν λες και μπορούσε να αναπνεύσει πρώτη φορά, μετά από καιρό, δίχως κάτι να τον πνίγει. Και ο Καφαντάρης δε του έκλεβε το οξυγόνο, όσο ανάρμοστα κι αν ήταν τα λόγια του.

“Είναι πάρα πολύ εύκολο για αξιωματικούς σαν εσάς να λέτε πως αγαπάτε τη πατρίδα που υπηρετείτε όταν φοράτε τη στολή και τα παράσημα σας. Τους ανθρώπους της όμως; Αυτούς δε ξέρω αν αγαπάτε. Ανθρώπους απλούς, δίχως τίτλους και αξιώματα. Μπορείτε να τους φερθείτε ανθρώπινα, πόσο μάλλον να τους αγαπήσετε;” 

Ακόμα, δεν έβρισκε λόγια να ξεστομίσει. Δεν έβρισκε θυμό και έλεγχο να τον υπερασπιστούν, λες και απέναντι του στεκόταν κάποιος αλάνθαστος Θεός που, κοιτάζοντας τον, δε μπορούσε να αρνηθεί τίποτα, γιατί γνώριζαν και οι δύο τους την αλήθεια. 

Δεν είχε αγάπη να δώσει σε αυτούς τους ανθρώπους. Κανείς δε του την έδωσε ποτέ για να τη μοιραστεί. 

Φτηνή δικαιολογία, σκέφτηκε. Θα ήταν πιο αντρίκιο να κατηγορούσε μονάχα τον εαυτό του για το ότι του έλειπε η αγάπη, όμως δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο μεγάλο ήταν το παράπονο του προς τους ανθρώπους που τον μεγάλωσαν, μέχρι αυτήν εδώ τη στιγμή. Είχε πολλούς λόγους να τους ευγνωμονεί, αλλά και άλλους τόσους λόγους να θέλει να τους ξεχάσει. 

Αν δε μπόρεσε να νιώσει την αγάπη των γονιών του, δε θα τη νιώσει πουθενά. 

Το έβλεπε πια καθαρά πια, με το Καφαντάρη απέναντι του, που περίμενε μια απάντηση ή μια τιμωρία. Κάτι του έλειπε και ένιωθε πια το κενό όσο ποτέ ξανά. 

Αισθάνθηκε τα μάτια του να βουρκώνουν και έστρεψε το βλέμμα του μακριά από το Καφαντάρη πριν τον καταλάβει. Είχε ήδη καταλάβει περισσότερα απ' όσα ο λοχαγός θα επέτρεπε ποτέ του. 

Ο Καφαντάρης δε μίλησε, απλώς τον κοιτούσε. Μπορούσε να το νιώσει, όπως μπορούσε να νιώσει τόσα άλλα που είχε αποφασίσει να θάψει καιρό πριν.

Σε μια στιγμή, είχαν ελευθερωθεί όλα, λες και άνοιξε το κουτί της Πανδώρας δίχως θέληση ή δύναμη να το κλείσει. 

Ο Καφαντάρης στάθηκε προσοχή, χαιρέτησε και βγήκε από το γραφείο δίχως άλλη λέξη, κι ο λοχαγός πρόλαβε να δει το χέρι του να τρέμει ανεπαίσθητα. 

 

Λίγες ημέρες πέρασαν, όμως σε εκείνον φάνηκαν μήνες. Ο χρόνος δε κυλούσε, και οι νύχτες ήταν ατελείωτες και άγρυπνες. Αμέτρητες σκέψεις έτρεχαν στο μυαλό του. Μονάχα η δουλειά τον βοηθούσε να ξεχνιέται. Έτρεμε τη στιγμή που θα έμεινε μόνος του με σκέψεις που δεν είχε βρεθεί αντιμέτωπος στο παρελθόν.

Δε θεωρούσε τον εαυτό τέλειο, σε τίποτα. Ακόμα και στη θέση που κατάφερε να ανέβει με την αξία του, και στη διοίκηση του τάγματος, γνώριζε πως δεν ήταν αλάνθαστος, κάτι που δε τον επηρέαζε, όσο ήταν φυσικά ήταν ικανός να αλλάξει προς το καλύτερο.

Κάποια πράγματα όμως, δεν ήταν εύκολο να τα διορθώσει. Η συμπόνια και το νοιάξιμο ήταν αρετές που δε θα μπορούσαν ποτέ να συνυπάρξουν με το χαρακτήρα του, τουλάχιστον όχι δίχως λάθη που δεν είχε το περιθώριο να κάνει. 

 

“Μπορείτε να τους φερθείτε ανθρώπινα, πόσο μάλλον να τους αγαπήσετε;”

 

Αυτά τα λόγια ηχούσαν στο μυαλό του από τη στιγμή που τα άκουσε πρώτη φορά, έως που έμπαιναν και στα όνειρα του μαζί με το πρόσωπο του, που όσο όμορφο ήταν, άλλο τόσο του θύμιζε όλα όσα αυτός δεν είχε.

Η απόφαση του να απομακρύνει το Δημητρίου συνέβη απότομα, ένα πρωί στις αρχές Δεκεμβρίου, σχεδόν επιπόλαια, όμως ο λοχαγός είχε την ανάγκη να αποδείξει στον εαυτό του - ίσως και σε κάποιον άλλον - πως ήταν ακόμη άνθρωπος, και δε θα έβαζε σε κίνδυνο τους άνδρες του εξαιτίας ενός ασταθή στρατιώτη. 

Ακόμα κι αν ένα τάγμα γεμάτο άνδρες, είχε λιγότερους απ’ όσους χρειάζονταν. 

Έκανα το σωστό, σκέφτηκε, ο Καφαντάρης είχε δίκιο. Μα γιατί δε μπορώ να βγάλω τα λόγια του από το μυαλό μου; Γιατί με κυνηγάει ακόμα; 

Η συνεργασία του με το λοχία, ύστερα από την έντονη διαφωνία τους, ήταν τυπική και επαγγελματική, χωρίς άσκοπες συζητήσεις. Μια συγνώμη δε βγήκε από τα χείλη του και μεταμέλεια δεν έδειχνε, κάτι που ο λοχαγός δε μπορούσε να χωνέψει. Άλλος στη θέση του θα τον τιμωρούσε, μα εκείνος δε τολμούσε καν να το αναφέρει. Η στάση του Καφαντάρη και η ψυχρότητα του, τον έκαναν να δείχνει απόμακρο και… λίγο σαν τον ίδιο. 

Πώς μπορούσε τη μια μέρα να κάνει κηρύγματα περί αγάπης και ανθρωπιάς, και την άλλη να εκπαιδεύει άνδρες στην αυλή του αρχοντικού με την αυστηρότητα που μονάχα σε έναν συνταγματάρχη μπορούσες να βρεις; 

Σχεδόν τον θαύμαζε γι'αυτό.

Είχε σταθεί μια μέρα στο παράθυρο του γραφείου και τον παρατηρούσε, άθελά του. Ξεχώριζε ανάμεσα σε όλους, κι οι άνδρες τον άκουγαν, τον σεβόντουσαν. Η στολή του έπεφτε πάνω του σαν να ήταν φτιαγμένη ειδικά γι’ αυτόν. Οι ώμοι του ίσιοι, και το πηλήκιο φορεμένο σωστά. Ένας σωστός, έμπειρος υπαξιωματικός. 

Αυτός ο άνδρας τον μπέρδευε όσο κανείς άλλος. Τη μια έδειχνε κομμένος και ραμμένος για αυτή τη δουλειά, και την άλλη ήταν σα να μην άνηκε εδώ. Ίσως αυτές οι δύο πλευρές του εαυτού να ζούσαν αρμονικά μεταξύ τους, και ο λοχαγός δε μπορούσε παρά να ζηλέψει και συνάμα να θαυμάζει αυτή τη πιθανότητα.

Έτσι όπως στεκόταν κάτω από το φως του ήλιου, με τα χέρια πίσω από τις πλάτες του, ο λοχαγός ένιωσε να τον διαπερνά μια ανεπιθύμητη, ανάρμοστη σκέψη. 

Την έδιωξε αμέσως, τραβώντας τη κουρτίνα. 

 

Ένα κρύο, Δεκεμβριανό βράδυ που είχε κλείσει τους στρατιώτες στο αρχοντικό, ο λοχαγός δεν είχε ύπνο. Την ερχόμενη μέρα, ο Δημητρίου θα αποχωρούσε απο το επιτελείο, κάτι που δε μπορούσε να μην αναγνωρίσει πως θα έφερνε ηρεμία στο αρχοντικό και οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των ανδρών θα τελείωναν μια και καλή με την απουσία του. 

Αποφάσισε να κάνει μια μικρή βόλτα στο κήπο του αρχοντικού, με την ελπίδα ότι έτσι θα έβρισκε ξανά την κούραση του. Όμως το κρύο έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα και ένιωθε πιο ξύπνιος από ποτέ. Κατέληξε καθισμένος σε έναν ξύλινο πάγκο της αυλής, παρατηρώντας τη διαδρομή ενός σαλιγκαριού από τη μια πλευρά του κήπου, στην άλλη. Το έδαφος, ακόμα υγρό από την απογευματινή βροχή, είχε εμφανίσει κάμποσα από δαύτα. 

“Κύριε Λοχαγέ;” 

Η φωνή του Καφαντάρη σχεδόν τον έκανε να τιναχτεί από τη θέση του και για μια στιγμή νόμιζε πως το μυαλό του έπαιζε παιχνίδια για να τον βασανίσει. 

Ο λοχαγός έκλεισε τα μάτια και καθάρισε το λαιμό του πριν απαντήσει στο κάλεσμα του, δίχως να γυρίσει να τον κοιτάξει, “Τι είναι;” 

“Να αναφέρω, για αύριο το πρωί. Η εκπαίδευση θα ξεκινήσει κανονικά στις επτά.”

Αυτό ήταν όλο, σκέφτηκε. Τι άλλο θα μπορούσε να ήταν;

Ο λοχαγός έγνεψε καταφατικά, “Μπορείς να αποσυρθείς.” 

Σιωπή.

Ύστερα άκουσε τα βήματα του Καφαντάρη, που αντί να απομακρύνονταν, έγιναν πιο ηχηρά.

“Είστε καλά;” 

Ο λοχαγός, σαστισμένος από μια ερώτηση που δε περίμενε, γύρισε προς το μέρος του. Εκείνος, στεκόταν μερικά μέτρα μακριά του, συνοφρυωμένος, κρατώντας το πηλήκιο σφιχτά στα χέρια του. Δε θύμιζε τίποτα από την εικόνα του αυστηρού λοχία που έδειχνε μπροστά στους άνδρες του, όμως ήταν το ίδιο γοητευτικός, και το φως του φεγγαριού που έλουζε στο πρόσωπο του ήταν λες και ανήκε εκεί. 

Φυσικά, το φώς ανήκει στους φωτεινούς ανθρώπους.

“Δεν είχα ύπνο,” απάντησε κοφτά, και του γύρισε τη πλάτη ενώ το βλέμμα του έπεσε ξανά στο σαλιγκάρι, που είχε σχεδόν κάνει πια τη μισή διαδρομή, “Κοχλίας ο πωματίας.” Ψέλλισε, χαζεύοντας το. 

“Συγνώμη;” Ρώτησε ο Καφαντάρης, προσπαθώντας να καταλάβει.

Ο λοχαγός σήκωσε το δεξί του χέρι και έδειξε προς τη κατεύθυνση του σαλιγκαριού, “Έτσι ονομάζεται το είδος του. Κοχλίας ο πωματίας, αλλιώς το σαλιγκάρι των βουνών. Από τα μεγαλύτερα σε μέγεθος. Φτάνει έως τα 6 εκατοστά, αλλά αυτό εδώ είναι σίγουρα μικρότερο. Από τα βρώσιμα είδη, αν και δε θα μπορούσα ποτέ να…” Ήταν τόσο συγκεντρωμένος στο να θυμηθεί όλα όσα είχε διαβάσει κάποτε για τα σαλιγκάρια, που δε κατάλαβε ότι ο Καφαντάρης στεκόταν δίπλα του, ακούγοντας κάθε λέξη του με προσοχή. 

Μόλις κατάλαβε, σώπασε. Σχεδόν ντράπηκε που άφησε αυτό το κρυφό του ενδιαφέρον να βγει στην επιφάνεια, και πόσο μάλλον μπροστά στον υπαξιωματικό του. Από πολύ μικρή ηλικία, είχε αρχίσει να δείχνει μεγαλο ενδιαφέρον για το οτιδήποτε είχε να κάνει με τα έντομα και τα μαλάκια. Κυρίως τα έντομα. Ήταν κάτι που έβρισκε εξαιρετικά ενδιαφέρον, όμως κανείς γύρω του δε το συμμεριζόταν. Οι περισσότεροι είτε τα φοβόντουσαν, είτε τα θεωρούσαν άχρηστα και αηδιαστικά. 

Δεν είχε κανέναν να μιλήσει γι'αυτά. 

“Πολύ ενδιαφέρον,” Είπε τελικά ο Καφαντάρης, “Πώς και γνωρίζετε τόσα για τα σαλιγκάρια;” 

Η ερώτηση τον αιφνιδίασε. Ο λοχαγός τον κοίταξε, ανοιγοκλείνοντας το στόμα και τα μάτια του μερικές φορές και έστρεψε το σώμα του άλλου από αμηχανία, σα να προσπαθούσε να αποκρύψει την έκπληξή ή τη ντροπή του.

“Μελετώ πολύ, κυρίως για τα έντομα, δε γνωρίζω πολλά περί σαλιγκαριών,” απάντησε, κατεβάζοντας το βλέμμα του στο έδαφος, “ακούγεται αλλόκοτο, ολόκληρος άνδρας να ασχολούμαι με αυτά, το ξέρω…” 

“Όχι, μη το λέτε αυτό,” Απάντησε ο Καφαντάρης προτού προλάβει να ολοκληρώσει ο λοχαγός τη πρόταση του, “επειδη κάτι είναι ασυνήθιστο, δε το καθιστά και αλλόκοτο.” 

Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν, και ο λοχαγός ήταν σχεδόν σίγουρος πως δεν είχε ξανά αντικρίσει στη ζωή του πιο καλοσυνάτα μάτια από τα δικά του. 

“Μπορώ να καθίσω;” Ρώτησε ο Καφαντάρης, δείχνοντας με το βλέμμα του την άδεια θέση δίπλα από το λοχαγό. 

Εκείνος έγνεψε καταφατικά, ενώ αναρωτιόταν αν ξεπερνούσε πάλι τα όρια μαζί του. 

Ο Καφαντάρης πλησίασε και κάθισε δίπλα του, αφήνοντας - ευτυχώς - μια απόσταση μεταξύ τους που αρμόζει στη σχέση τους.

Κανείς από τους δύο δε μίλησε για μερικά δευτερόλεπτα, και περιέργως, ο λοχαγός δεν ένιωσε άβολα με τη σιωπή τους. Αντιθέτως, ένιωσε σχεδόν οικεία.

“Σήμερα υπέγραψα τη μετάθεση του Δημητρίου,” Αποφάσισε να διακόψει πρώτος τη σιωπή, “Στο μάχιμο τμήμα δε θα μπορέσει να σηκώσει κεφάλι. Θα μάθει επιτέλους τι θα πει πειθαρχία. Αύριο το πρωί αναχωρεί.” 

Ο Καφαντάρης γύρισε και τον κοίταξε, τα χείλη του μισάνοιχτα. Ο λοχαγός δε τον είχε ενημερώσει, και δε σκόπευε να το κάνει πρώτου ο φύγει ο Δημητρίου από το επιτελείο. Δεν ήθελε να νομίζει πως τον επηρέασε εκείνος, ακόμα κι αν αυτή ήταν η αλήθεια. Όμως, η γλώσσα του λύθηκε και μίλησε, πηγαίνοντας κόντρα στις αποφάσεις του. Δεν ήξερε γιατί. 

“Πράξατε σωστά, κύριε Λοχαγέ. Δε θα το μετανιώσετε.” Του απάντησε ο λοχίας, σχεδόν ψιθυριστά, σα να τον παρηγορούσε. “Και… δράττομαι της ευκαιρίας να σας ζητήσω συγνώμη για την ανάρμοστη συμπεριφορά μου.” 

“Το θέμα έληξε, Καφαντάρη, δεν έχει σημασία πια,” ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από τα στήθη του, “και γι’ αυτά που ξεστόμισες… όσο ανάρμοστα κι αν ήταν, έκρυβαν την αλήθεια τους.” 

Δε περίμενε να το παραδεχτεί ποτέ σε κάποιον αυτό, πέρα από τον εαυτό του. Μα ο Καφαντάρης τον έκανε να νιώθει πως του χρωστάει την ειλικρίνεια του. 

Ο Καφαντάρης τον κοιτούσε, δίχως να αρθρώσει λέξη, απλώς περίμενε να ακούσει. Σαν να ενδιαφερόταν πραγματικά, ακόμα κι αν τον γνώριζε πολύ λίγο. 

“Προσπαθώ να είμαι αντάξιος της θέσης μου, αντάξιος των θυσιών των ανδρών μου. Κάνω ο,τι καλύτερο μπορώ ώστε να διατηρήσω τη τάξη και να δώσω σε όλους το σωστό παράδειγμα.” 

Δεν είχε ξανά ανοίξει τη καρδιά του με τέτοιο τρόπο, ούτε είχε μοιραστεί τους προβληματισμούς του. Όλα όσα ήξερε για τον εαυτό του είχαν αλλάξει μέσα σε λίγες μέρες και δεν ήταν σίγουρος αν έπρεπε να κατηγορήσει το Καφαντάρη γι'αυτό ή τη δική του αδυναμία.

“Μα η αγάπη και το νοιάξιμο… είναι πράγματα διαφορετικά και ριψοκίνδυνα για ανθρώπους σαν εμάς,” Η παλάμη του έσφιξε τη άκρη του ξύλινου πάγκου, “Χρέος μου είναι να ακούω πρώτα απ’ όλα τη λογική μου, και να την επιλέγω.”

“Και η μετάθεση του Δημητρίου… ήταν κι αυτή απόφαση της λογικής σας;”

Ο λοχαγός δε τον κοίταξε, μα ήξερε πως τα μάτια του Καφαντάρη ήταν καρφωμένα πάνω του.

Δεν απάντησε. Δεν ήθελε να πει ψέματα. Αυτή του η απόφαση δε γεννήθηκε από εκείνον, ούτε από την υποτιθέμενη αγάπη του. Φυσικά, ούτε από τη λογική του. 

Η μεγάλη καρδιά ενός άλλου ανθρώπου ήταν ο μόνος λόγος που η λογική έχασε τη δύναμη της, έστω και για λίγο. 

Αυτή του η συνειδητοποίηση, τον έκανε να δει λίγο από τη δύναμη της αγάπης. 

Μια σιωπηλή εκπνοή ξέφυγε από το Καφαντάρη, και το βλέμμα του λοχαγού έπεσε άθελά του στα χείλη του. 

“Σημασία έχει πως βάλατε το καλό των ανδρών σας πάνω από το συμφέρον σας, κι ας ευθύνεται η λογική σας γι'αυτό.” Είπε ο νεότερο άνδρας, το κεφάλι χαμηλωμένο κοιτώντας τα παπούτσια του, η απογοήτευση στη φωνή του διακριτική, όμως ήταν εκεί.

Στο άκουσμα της, κάτι άγνωστο σφίχτηκε στα στήθη του λοχαγού.

“Θαρρώ πως ξέρεις πολύ καλά τι ευθύνεται.” Είπε, δίχως να το σκεφτεί πολύ.

Ο Καφαντάρης βρήκε τα μάτια του και τον κοίταξε απορημένος. 

“Εσύ,” ψιθύρισε, αυτή τη φορά δίχως να το σκεφτεί καθόλου και η ντροπή δεν άργησε να τον βρει. Έχασε τα λόγια του, το βλέμμα του έψαχνε να κοιτάξει άλλου σε απόγνωση. Ξερόβηξε και απάντησε συγκροτημένα, κοιτάζοντας τον, “Θέλω να πω, αυτά που είπες. Με βοήθησαν να σκεφτώ και να πάρω αυτή την απόφαση.” 

Ένα χαμηλόφωνο γέλιο ακούστηκε και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του Καφαντάρη. Ήταν πάντοτε όμορφος, όμως όταν χαμογελούσε, δε θύμιζε τίποτα από το λοχία που κατέφθασε πριν ένα μήνα στο αρχοντικό.

Ξαφνικά ηταν απλώς ο Οδυσσέας.

“Χαίρομαι που το θράσος μου φάνηκε κάπου χρήσιμο επιτέλους.” Είπε ο Καφαντάρης, ακόμα χαμογελαστός, κοιτάζοντας το λοχαγό με αυτά τα καλοσυνάτα μάτια του, που πιο όμορφα ήταν σίγουρος πως δεν υπήρχαν.

Η καρδιά χτυπούσε δυνατά. Για μια στιγμή φοβήθηκε πως θα σταματούσε, και αυτό το αίσθημα θα τελείωνε απότομα, δίχως να προλάβει να το χορτάσει. Ήθελε να ζήσει αυτή τη στιγμή, να τον κοιτάξει για λίγο ακόμα και να νιώσει την αγάπη στη καρδιά του, αυτή την αγάπη που έλειπε από τη δική του. Θα άξιζε όσο κι αν πέθαινε υπερασπίζοντας τη πατρίδα του.

“Κύριε Λοχαγέ;” 

Η γνώριμη φωνή έκανε το Καφαντάρη να πεταχτεί από το πάγκο σχεδόν κωμικά.

“Τι θες, Ιωάννου;” Ρώτησε ο Λοχαγός, ο εκνευρισμός φανερός στη φωνή του, μα εκείνη τη στιγμή δε τον ένοιαζε. 

Για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν ο Καφαντάρης ένιωσε την ίδια απογοήτευση, έστω και λίγο. Γελοία σκέψη που το μυαλό του δε μπόρεσε να αποφύγει.

“Σας ζητούν στο τηλεφωνείο.” 

Ο λοχαγός σηκώθηκε από το πάγκο, και αφαίρεσε το πηλήκιο από το κεφάλι του, βάζοντας το να σταθεί ανάμεσα στο μπράτσο και το πλευρό του. 

“Έρχομαι.” Απάντησε και ύστερα έστρεψε το βλέμμα του μια τελευταία φορά προς το Καφαντάρη που βρισκόταν σε στάση προσοχής, και ακολούθησε τον Ιωάννου στο αρχοντικό.

 

Όσο ο καιρός περνούσε, δε μπορούσε να ξεχάσει εκείνο το χαμόγελο, εκείνα τα λόγια. Νύχτα που να μη τα ονειρεύεται δεν υπήρχε πια, και το μόνο που λαχταρούσε είναι να ξανά δει το χαμόγελο του λοχία του. Οι πρωινές αναφορές στο γραφείο μετατράπηκαν σε προσπάθειες του λοχαγού να κάνει έστω ένα επιτυχημένο αστείο, που φυσικά άρμοζε στη θέση του, και ποτέ δεν έβρισκε. Απλώς κατέληγε να στέκεται εκεί, αμίλητος και αξιολύπητος. 

Δεν άργησε όμως να συνειδητοποιήσει πως δε τον πείραζε, αρκεί αυτές οι πρωινές αναφορές του λοχία του να συνέχιζαν. Δε τον πείραζαν πολλά πράγματα, αρκεί να τον έβλεπε, να τον άκουγε, γιατί έτσι ένιωθε πως γνώριζε την αγάπη την ίδια. 

Και αν ο Καφαντάρης ήταν η αγάπη που δεν γνώρισε τόσα χρόνια, τότε ήταν όσο όμορφη διάβαζε και άκουγε.

Και έτσι, τόσο απρόβλεπτα όσο απρόβλεπτος είναι και ο καιρός του φθινοπώρου, κατάλαβε πως ήρθε η ηλιαχτίδα στη καθημερινότητα του. Δε τον προειδοποίησε, δε τον ετοίμασε, απλώς χτύπησε τη πόρτα του και του έλυσε την απορία του γύρω από την αγάπη και τον έρωτα. 

Ύστερα, κατάλαβε τι σημαίνει γαλήνη. Κάποιοι έλεγαν πως τη έβρισκαν μέσα από τη πίστη τους στο Θεό. Άλλοι, στην αφοσίωση τους προς την ελεύθερη πατρίδα. 

Εκείνος, ως υπηρέτης της πατρίδας του και πιστός χριστιανός, δε την είχε βρεί σε τίποτα απ’τα δυό.

Ώσπου τη γνώρισε στο πρόσωπο του Καφαντάρη. Ξάφνου, η γαλήνη είχε σάρκα, οστά και οικεία πειθαρχία. Δεν είναι δυνατό κάτι που αναζητούσε από μικρό παιδί να θυμίζει τόσο τον εαυτό του, σκεφτόταν. 

Κι όμως. 

Δε ήθελε να θυμηθεί πώς ήταν η ζωή του πριν βρει όλα όσα του έλειπαν στο πρόσωπο του Καφαντάρη. Εκείνα τα χρόνια που τα πέρασε μόνος του, μέσα στη φυλακή που ο ίδιος είχε δεχτεί να κλειστεί, ήταν παρελθόν. Δεν ήθελε να γυρίσει στη φυλακή που δε τον άφηνε να βρει παράθυρο να πάρει μια ανάσα. Που τα σωθικά και η σάρκα του ήταν σαν παράσιτα που τον έτρωγαν ζωντανό. Λες και όλες οι ηθικές αξίες που τον μεγάλωσαν, έβγαλαν φωνή και δόντια για να εκδικηθούν το οτιδήποτε δεν ήθελε να αποδεχτεί για τον εαυτό του.

Προτιμούσε να πεθάνει από τα να ξανά νιώσει, έστω και για μια στιγμή, ανεπιθύμητος στο ίδιο του το σώμα.

Προτιμούσε να πεθάνει από το να τον χάσει.

 

 

 

Μάρτιος, 1940 

 

 

Η κουβέντα με τον συνταγματάρχη Μακρή περί γάμου και οικογένειας τον είχε ταράξει περισσότερο απ’ όσο νόμιζε. Σκυμμένος πάνω από το χάρτη απλωμένο σε όλο το γραφείο, προσπαθούσε να μη κάνει το εκατοστό λάθος, μα το χέρι του έτρεμε. 

Έσβησε μια γραμμή και χάραξε άλλη, πιο κοντά. Έμεινε για λίγο ακίνητος, κοιτάζοντας τον χάρτη σαν να περίμενε να του δώσει απαντήσεις. 

“Στο διάολο και ο γάμος κι εσύ μαζί του, Μακρή.” Ψιθύρισε στον εαυτό του. 

Η πόρτα του γραφείου του άνοιξε, μα χτύπημα δεν ακούστηκε. Μονάχα βήματα. 

“Κύριε Λοχαγέ.” 

Ο λοχαγός δε σηκωσε αμέσως το κεφάλι, όμως η φωνή του Καφαντάρη τον έβγαλε στιγμιαία από τις σκέψεις του. Ήταν το γιατρικό του πια. Έφτανε να τον έβλεπε και του περνούσαν όλα. Μέχρι τη στιγμή που έφευγε, και τον άφηνε μόνο του με μια δουλειά που δεν έλεγε να τελειώσει.

Ο Καφαντάρης στάθηκε προσοχή, λίγα βήματα απ’ το γραφείο. Το βλέμμα του έπεσε για μια στιγμή στον χάρτη, στις γραμμές και στα σημάδια, πριν στρέψει πάλι τη προσοχή του στο λοχαγό.

“Για αύριο το πρωί. Οι άνδρες θα συγκεντρωθούν στην αυλή πριν την αναφορά, όπως είχαμε πει.” 

Το μολύβι έμεινε ακίνητο στο χέρι του για μια στιγμή, επεξεργάζοντας τη νέα πληροφορία, “Ναι, φυσικά, το θυμάμαι.”

Ο Καφαντάρης δίστασε. Έκανε ένα μικρό βήμα πιο κοντά στο γραφείο, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να μιλήσει.

“Μήπως χρειάζεστε βοήθεια;”

Ο λοχαγός τον κοίταξε, και άφησε το μολύβι να πέσει δυνατά πάνω στο χάρτη.

“Όλα είναι μπερδεμένα σήμερα, το κεφάλι μου κοντεύει να σπάσει και αυτός ο χάρτης… οι δρόμοι εμπλέκονται μεταξύ τους, οι αποστάσεις είναι μικρότερες απ’ όσο είναι στην πραγματικότητα και- και τα χέρια έχουν γεμίσει μελάνι!” Μια πικρή ανάσα του ξέφυγε, προσπαθώντας να διώξει το μελάνι από τα δάχτυλα του με ένα πανί, “Ανάθεμα σε, Μακρή!” 

Ο Καφαντάρης πλησίασε δίχως να μιλήσει, κι στάθηκε δίπλα του, “Επιτρέψτε μου.” Είπε, περνώντας απαλά το πανί από τα χέρια του λοχαγού. Εκείνος, σαστισμένος, τον άφησε. Το δίπλωσε πρόχειρα και ξεκίνησε, με απαλές και προσεκτικές κινήσεις, να καθαρίζει τα δάχτυλα του από το μελάνι.

Τα χέρια του λοχαγού έμειναν μετέωρα στον αέρα, λες και κάποιος τα είχε ξεχάσει εκεί. Δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που κάποιος τον άγγιξε έτσι, και δεν είχε και σημασία. Γιατί αυτή τη στιγμή, αυτό το νοιάξιμο, αυτή την οικειότητα, δεν ήθελε να τη ξεχάσει ποτέ.

Έσφιξε ελαφρά τα χείλη του και έστρεψε το βλέμμα του προς το χάρτη, λες και αν κοίταζε εκείνον, θα προδιδόταν.

“Δε χρειάζεται να το κάνεις αυτό.” Κατάφερε και είπε τελικά.

Ο λοχίας ξεκίνησε να καθαρίζει και το άλλο του χέρι, με την ίδια προσοχή, “Αφήστε με να σας κάνω τη ζωή λίγο πιο εύκολη, κύριε Λοχαγέ.” 

Ένα ακόμα άγγιγμα, και το στόμα του τον πρόδωσε, “Είσαι πολύ καλός άνθρωπος, Καφαντάρη.”

Νόμιζε πως το ψιθύρισε αρκετά χαμηλόφωνα, έτσι ώστε να φτάσει μονάχα στα δικά του αυτιά. Όμως, για κακή του τύχη, ο λοχίας είχε καλή ακοή.

“Μου το έχετε ξανά πει αυτό.” Απάντησε μετά από ένα πνιχτό γέλιο, λες και θυμόταν καθαρά τη τελευταία φορά που του το είπε.

“Αλήθεια; Δε το θυμαμαι.” 

Ο Καφαντάρης έγνεψε καταφατικά, ενώ σκούπιζε αργά παλάμη του, το βλέμμα του καρφωμένο στο λοχαγό. 

Είναι η αλήθεια, ήθελε να του πει, είσαι πολύ καλός, με όλους. Ειδικά μαζί μου, ακόμα κι αν πολλές φορές δε το αξίζω.

Αντί γι’ αυτό, απλώς ξερόβηξε.

Και να το πάλι αυτό του το αφοπλιστικό χαμόγελο, που μέχρι και το πόλεμο μπορούσε να σταματήσει. Με τη διαφορά πως αυτή τη φορά ήταν... διαφορετικό, με έναν τρόπο που ο λοχαγός δε μπορούσε να προσδιορίσει.

Όταν τα χέρια ήταν επιτέλους καθαρά, ο Καφαντάρης άφησε την παλάμη του λοχαγού ελεύθερη σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου, και το άγγιγμα του έλειπε ήδη στο λοχαγό.

Νόμιζε πως η σχέση που είχαν έως τώρα του αρκούσε. Η συνεργασία, οι φιλικές συζητήσεις, μερικά κλεμμένα βλέμματα που σίγουρα δε σήμαιναν τίποτα. Όμως τώρα… 

Ίσως δεν ήταν συνετό να του επιτρέψει να τον αγγίξει. Τώρα του λείπει το άγγιγμα του, κι ας το ένιωσε για τόσο λίγο. Μα δεν ήταν πρέπον. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό του, χρόνια πριν, πως δε θα επέτρεπε ποτέ σε αυτές του τις επιθυμίες να εμπλακούν με τη δουλειά του, πως δε θα περνούσε ποτέ του αυτό το όριο. Και έτσι έπρεπε να συνεχίσει. Ο Καφαντάρης, φυσικά, δε γνώριζε. 

Κι αν γνωρίζει; Κι αν βλέπει καθαρά το πώς αισθάνομαι για εκείνον και νιώθει αηδία; Είπε μια φωνή μέσα του. Ναι, μα, κι αν είναι σαν κι εμένα; Αναρωτήθηκε μια άλλη.

Ο λοχαγός έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια του και επανήλθε στη πραγματικότητα, στρέφοντας το βλέμμα πίσω στο χάρτη που πριν από μερικά ήταν ο μόνος που βασάνιζε το μυαλό του. Για το Θεό, σύνελθε, γενναίε μου. Εισαι ο λοχαγός ολοκλήρου τάγματος. Ετοιμάζεσαι για πόλεμο. Μη το ξεχνάς. Αρκέσου στα λίγα, όπως έκανες τόσους μήνες και αφοσιώσου στη δουλειά σου.

“Αν δε με χρειάζεστε κάτι άλλο…” 

“Όχι, Λοχία, σ’ ευχαριστώ.” Απάντησε γρήγορα. “Τους ζυγούς...”

Ο Καφαντάρης υπάκουσε. Χαιρέτησε, άφησε το χέρι να πέσει κάτω, και αποχώρησε από το δωμάτιο με μερικά γρήγορα βήματα.

Ο λοχαγός έμεινε μόνος του, με το χάρτη, μισοτελειωμένο και ακατανόητο να περιμένει να ολοκληρωθεί, ενώ εκείνος σκεφτόταν πώς θα μπορούσε να ξανά λερώσει τα χέρια με μελάνι.

Notes:

Δεύτερη σεζόν, αργείς;