Actions

Work Header

ένα σπίτι για να μένεις

Summary:

Άλλωστε, δεν έχει κάποιον λόγο να επιστρέψει μόνιμα στο χωριό. Τώρα όλοι οι φίλοι της είναι στην Αθήνα πλέον. Και η Ντάλια (η Ντάλια!) είναι έγκυος. Ο Μάριος μεγαλώνει με την μέρα. Και έχει ένα σπίτι για να μένει. Με έναν άνθρωπο που αγαπά. Και που την αγαπάει.

Απλά ίσως όχι όπως θα θέλε.

Notes:

Έγγραψα Μαριλένα/Ζουμπουλία μη-ειρωνικά γιατί είμαι τρελός.

Σε αυτό το φικ η ιστορία εξελίσσεται περίπου όπως στη σειρά, με κυριότερη αλλαγή ότι ο Θωμάς δεν παντρεύτηκε ποτέ την Μαριλένα. Η Μαριλένα και η Ζουμπουλία ξεκίνησαν πάλι ως enemies to friends, μόνο που το φικ ξεκινά από το σημείο όπου η Άννα και ο Αλέξανδρος έχουν ήδη ανακοινώσει τον χωρισμό τους οπότε το μεγαλύτερο μέρος της εχθρότητας είναι ήδη παρελθόν.

Ο τίτλος είναι από το τραγούδι "Ταβάνι" της Sophie lies & την πλείλιστ που έκανα για αυτό το φικ μπορείτε να την βρείτε εδώ

(See the end of the work for more notes.)

Work Text:

Η Ζουμπουλία δεν σκέφτεται συχνά τον Χαράλαμπο.

Κρατάει ακόμα το άλμπουμ με τις οικογενειακές τους φωτογραφίες, αλλά τελευταία της είναι δύσκολο να το ξεφυλλίζει. Δεν μπορεί να τον αντικρίζει, λες και έχει ένα ένοχο μυστικό.

Υπάρχουν και φωτογραφίες πάνω στο τζάκι, στο έπιπλο στο σαλόνι, παντού στο σπίτι της Μαριλένας στο Κολωνάκι. Η Μαριλένα μικρή, ξανθιά μαλλιά κυματιστά. Η Μαριλένα στον πρώτο της γάμο, είναι δεν είναι είκοσι χρονών, ο άντρας της μεγαλύτερος, γκριζιάρει ήδη. Ο Αλέξανδρος νεογέννητο, η Μαριλένα με τον Αλέξανδρο μικρό, ο Αλέξανδρος στην αποφοίτηση του, ο γάμος του Αλέξανδρου και της Άννας. Είναι η μόνη φωτογραφία που είναι και οι δύο μαζί. (Η Ζουμπουλία, με το καλό της το ταγέρ με τον λεκέ στον δεξί ώμο που δεν φεύγει, από την μεριά της Άννας, η Μαριλένα, ντυμένη με μια εκθαμβωτική και ταυτόχρονα αφοπλιστικά σεμνή τουαλέτα, από την μεριά του Αλέξανδρου. Το νεαρό ζευγάρι αντικρίζει τον φακό με λευκά χαμόγελα. Η δύο μητέρες χαμογελούν λυπημένα, δακρυσμένες.)

Αυτές δεν της είναι τόσο δύσκολο να τις κοιτά.

-

Έχουν μόλις καθίσει για δείπνο όταν η Μαριλένα της το ζητάει.

Η Ζουμπουλία σταματάει, το κουτάλι της μετέωρο πάνω από την σούπα να στάζει.

«Τι με κοιτάς σαν χάνος;» ρωτάει απότομα η Μαριλένα, με την συνήθη γλυκύτητα τρόπων. Η Ζουμπουλία φέρνει το κουτάλι στα χείλη για να δικαιολογήσει το ανοικτό της στόμα, αλλά είναι ήδη άδειο φαγητού. Το ξαναβουτάει στο μπολ και αυτήν την φορά πιτσιλάει σούπα στο τραπέζι.

«Λία, πραγματικά, τι σε έχει πιάσει σήμερα!» αγανακτεί η άλλη γυναίκα, αρπάζοντας την πετσέτα της και σκύβοντας προς την μεριά της Ζουμπουλίας για να σκουπίσει τον χαμό.

«Με σχωρείς συμπεθέρα, αλλά δεν περίμενα να με ζητήσεις κάτι τέτοιο!» δικαιολογείται η Ζουμπουλία καθώς τα χέρια της αγγίζουν πετσέτα και μετά άλλα χέρια πάνω στο τραπέζι.

«Να μου ζητήσεις,» διορθώνει η Μαριλένα, ισιώνοντας πίσω στην θέση της, «και δεν είναι και τίποτα ιδιαίτερο! Plus one σου ζήτησα να γίνεις, όχι γυναίκα μου!» λέει και αφήνει ένα κακαριστό, γρήγορο γέλιο που ακούγεται περισσότερο σαν κραυγή για βοήθεια.

Βοήθεια, όμως, δεν έρχεται. Η Ζουμπουλία είναι πιο χαμένη από αυτήν.

«Τι ’ναι πλαζ Χουάν; Παραλία στην Ισπανία; Σαν αυτήν την Μπίμπιζα που θέλει να πάει η γιαγιά του Σπύρου;»

Και σαν απάντηση η Μαριλένα γελάει, και αυτήν την φορά είναι το αληθινό της γέλιο.

-

Λοιπόν αυτά τα πλας-ουάν (της έμαθε η Ντάλια πώς να το λέει) τελικά της Ζουμπουλίας δεν της αρέσουν καθόλου. Είναι σαν εκείνη την μοιραία δεξίωση που οργάνωσε η Μαριλένα όταν πρωτοπήγε Αθήνα, αλλά τώρα είναι μονάχα καλεσμένες. Δηλαδή, η Μαριλένα είναι. Η Ζουμπουλία είναι το πλας-ουάν. Όχι, δεν είναι στην Ισπανία. Δεν είναι καν σε παραλία. Σε ένα κοκτειλ παρτυ στην Εκάλη είναι. Πλας-ουαν σημαίνει είναι καλεσμένη της Μαριλένας. Που είναι και η ίδια καλεσμένη. Τρέχα γύρευε δηλαδή.

(Δηλαδή για να καταλάβω, ρώτησε την Ντάλια, σημαίνει ότι μπορείς να φέρεις έναν φίλο σου; Δηλαδή κανονίζουν διπλά για κάθε καλεσμένο;

Για τους ανύπαντρους μόνο, πετάει η Αγγέλα από κει που κάθετε πάνω στο καλό τραπέζι της Ντάλιας.

Βρε Ζούμπι  μου, τα ζευγάρια τα καλούνε μαζί. Αυτούς που δεν έχουνε … κάποιον επίσημο δεσμό, τέλος πάντων, τους λένε μπορούν να φέρουν κάποιον δικό τους άνθρωπο, είτε είναι σχέση, είτε, όπως εσύ και η Μαριλένα, φίλες!

Η Ζουμπουλία γνέφει. Έχει καταλάβει. Αλλά τα μάγουλα της καίνε.)

«Λία, χα-μο-γέ-λα,» ψιθυρίζει επιτακτικά η Μαριλένα μέσα από σφιγμένα δόντια, ξανά κοντά της για πρώτη φορά εδώ και ώρες. Ή τουλάχιστον η Ζουμπουλία θα ορκιζόταν ότι έχουν περάσει ώρες. «Μοιάζεις σαν σχολιαρόπαιδο που το βάλανε τιμωρία! Όχι, όχι έτσι Λία, είναι σαν μορφασμός αυτός, δεν είναι χαμόγελο αυτό! Α, κύριε Καραδημόπουλε! Τι χαρά!» και έτσι ξαφνικά έχει φύγει πάλι, γεωγραφικά κοντά της αλλά μίλια μακριά καθώς κοιτάει προς τα πάνω για να συζητήσει με τον γοητευτικό κύριο που μόλις εμφανίστηκε σε μια γλώσσα που η Ζουμπουλία δεν μιλάει.

Στα πηγαδάκια γύρω ους ανθίζει γέλιο, γάργαρο και πρόσχαρο, γλυκό σαν την βραδιά που πέφτει γύρω τους και αιχμηρό σαν δόντια καρχαρία. Παρά την ζέστη της ημέρας νιώθει την ανάγκη να τυλίξει σφιχτά το σάλι γύρω της.

«Καναπεδάκι, κυρία μου;» ρωτάει μια ευχάριστη νεανική φωνή στα αριστερά της.

«Αχ ναι, παιδί μου, να κάτσω λίγο!» αναφωνεί με ανακούφιση η Ζουμπουλία, ξηλώνοντας την ματιά της από την Μαριλένα και, γυρνώντας, σχεδόν πέφτει πάνω στον νέο συνομιλητή της, έναν από τους σερβιτόρους που της προτείνει έναν δίσκο με μεζεδάκια.

Το πρόσωπο του νεαρού διασπάται λες και προσπαθεί να καταπιεί ένα γέλιο. Εν τέλει τα καταφέρνει και λέει, «Το ορ ντ’εβρ εννοούσα, κυρία μου.»

«Τι, ο μεζές;!;!;!;» λέει η Ζουμπουλία, κοιτώντας μια την πιατέλα και μια το παιδί, που πλέον τρέμει από την προσπάθεια να κατευνάσει το γέλιο του. Σίγουρα της κάνει πλάκα. Γύρω της, νιώθει, επικρατεί ησυχία ξαφνικά. Κάτι της λέει αυτό δεν είναι καλό. «Α όχι, να σαι καλά γιόκα’μ, εγώ μια καρέκλα να κάτσω θέλω!»

Γύρω της το γέλιο ανθίζει πάλι, αυτήν την φορά δίχως ίχνος γλυκύτητας. Σειρές από ίσια, λευκά δόντια ξεγυμνώνονται, έτοιμα να την καταπιούν. Ο ήχος που βγαίνει είναι λεπίδα αιχμηρή και είναι στραμμένη πάνω της. Ο νεαρός αποσύρεται διακριτικά, σχεδόν εξαφανίζεται μέσα στο πλήθοςκαι η Ζουμπουλία εύχεται να μπορούσε να κάνει το ίδιο.

Αλλά εκείνη την στιγμή, κάπου μέσα στην θάλασσα από κυνόδοντες, «Ω, μα η Λία ήταν πάντα τόσο αστεία! Πραγματικά, Καρλόττα μου, ελάτε να σας συστήσω!» και η Μαριλένα είναι δίπλα της, τα δάχτυλα της κλείνουν γύρω από το χέρι της Ζουμπουλίας και την συστήνει σε μια εντυπωσιακή κυρία στην ηλικία τους, ντυμένη με ένα φόρεμα μπλε σαν τον νυχτερινό ουρανό.

«Ήμασταν συμμαθήτριες στο σχολείο, Λία,» την ενημερώνει και η κυρία – η Ζουμπουλία έχει ξεχάσει το όνομα της – χαμογελάει και γνέφει ότι χάρηκε.

«Πάει πολύς καιρός,» λέει, με μια σπίθα στα μάτια.

Άραγε η Ζουμπουλία θα είχε και αυτή αυτήν την σπίθα, γεμάτη ζωή και εξυπνάδα, αν είχε πάει σχολείο με την Μαριλένα; Θα της πήγαινε το φόρεμα με τα στρας σαν αστέρια; Θα το είχε σκεφτεί να το διαλέξει καν;

(Μην κάνεις έτσι, Λία, ένα κοκτέιλ πάρτι είναι! Είχε πει η Μαριλένα. Ευκαιρία να αποκτήσεις κοκτέιλ ντρες! Και την είχε πάρει για ψώνια. Η εμπειρία δεν ήταν τόσο σημαδιακή όσο η φορά που είχε βγει με τα κορίτσια, ούτε λιποθύμησε στο αποδυτήριο, αλλά χρειάστηκε να κάνει αρκετές σβούρες με διαφορετικά φορέματα μπροστά στην πωλήτρια, ενθουσιασμένη κάθε φορά, και στην Μαριλένα, αποφασιστικά λιγότερο ενθουσιασμένη. Η Μαριλένα είχε διαλέξει τα φορέματα, συμπεριλαμβανομένου και του μαύρου φορέματος που κατέληξαν να αγοράζουν. Η Ζουμπουλία ποτέ της δεν θα είχε κοιτάξει κανένα από αυτά μόνη της.)

«Τι έχεις, μου λες; Νόμιζα θα μπορούσες να είσαι σαν άνθρωπος για μιάμιση ώρα! Μήπως το κάνεις επίτηδες;»

Είναι στο σκοτεινό σαλόνι του οικοδεσπότη τους – ή ένα από τα σαλόνια της βίλλας του, τέλος πάντων. Μετά από την τρίτη ή τέταρτη γκάφα της βραδιάς, η Μαριλένα την τράβηξε μακριά από τον κόσμο στον κήπο, φουριόζα και έτοιμη για κήρυγμα.

«Συμπεθέρα συγχώρα με, δεν είμαι εγώ για τέτοια!» η Ζουμπουλία μπουρδουκλώνει τα λόγια της στην προσπάθεια να απολογηθεί όσο το δυνατών γρηγορότερα. Δεν ήθελε και η ίδια να πάει καλά το πάρτι, να είναι ένα καλό πλας-ουάν; Αλλά μάλλον αυτή η ζωή δεν είναι για κείνη. «Δεν τα μπορώ τα όρο-ντόβρο που είναι καναπεδάκια που τρώγονται! Εγώ να κάτσω θέλω, με πονάνε τα παπούτσια μου!» και λέγοντας το αυτό, σκύβει για να ξεκουμπώσει το τακούνι της.

«Λία, είσαι σοβαρή; Μέσα σε ξένο σπίτι; Σταμάτα!»

«Ααα, άκου να δεις συμπεθέρα! Και στο κο-κτελ πάρτι σου ήρθα, και ψώνια πήγαμε μαζί και όλα καλά! Όλα τα χατίρια σε τα ’κανα! Ε δεν είμαι αρκετά καθωσπρέπει για την αφεντιά σου με φαίνεται! Αλλά τι να κάμωμε; Αυτό το ήξερες βρε συμπεθέρα! Τώρα όπως έστρωσες θα κοιμηθείς! Νομίζεις δε σ’ έχω ακούσει να το λες, ότι βγάζεις την χωριάτα απ’ το χωριό αλλά όχι το χωριό απ’ την χωριάτα; Δε μίλησα! Είναι αλήθεια αφού! Δε γίνεται ούτε κούκλα να με έχεις για να με ντύνεις και να παίζεις, ούτε φιλενάδα σου σαν την Τιτίνα και την Γκέλη! Πάρε αυτές για πλαζ-ουάν άλλη φορά!»

Και σκύβει ξανά να λύσει το παπούτσι της. Φυσικά, μέσα στην συνήχηση της, χάνει αμέσως την ισορροπία της.

«Λία, θα σκοτωθείς!»

Για δεύτερη φορά αυτή τη νύχτα το χέρι της Μαριλένας τυλίγεται γύρω της και τραβάει το μπράτσο της Ζουμπουλίας προς τα πάνω. Η Ζουμπουλία δέχεται να στηριχτεί στον ώμο της άλλης γυναίκας όσο βγάζει τα παπούτσια της.

Καθώς κάνει να σηκωθεί, η Μαριλένα, που προφανώς φοράει ακόμα τα δικά της τακούνια, παραπατάει προς τα πίσω, η Μαριλένα αφήνει μια κραυγή και καταλήγουν στην αγκαλιά η μιας της άλλης, να στηρίζονται για ισορροπία.

«Είσαι καλά;»

«Είσαι καλά;»

Ψιθυρίζουν τώρα. Έξω, λίγο πιο δυνατά από την μακρινή μουρμούρα του πάρτι, ακούγεται η μουσική. Είναι πιο απαλή τώρα, μια μελαγχολική μελωδία.

Η Ζουμπουλία ισιώνει, αλλά η Μαριλένα σφίγγει τα χέρια της πιο σφιχτά και η Ζουμπουλία δεν την αφήνει ούτε αυτή. Το μόνο που ξέρει είναι το λείο σατέν του φορέματος της Μαριλένας και το γυμνό της μπάτσο. Και την μελωδία από έξω.

«Λία, εγώ φταίω,» λέει τώρα η Μαριλένα, ακόμα ψιθυριστά. «Σε πέταξα στον λάκκο με τα λιοντάρια και σε άφησα άοπλη. Θα έπρεπε να σου είχα δείξει έστω τα βασικά.»

Πλέον τα μάτια της Ζουμπουλίας έχουν σχεδόν συνηθίσει το μισοσκόταδο του σαλονιού. Βλέπει το πρόσωπο της Μαριλένας (κοντά, πολύ κοντά, πιο κοντά από όσο έχει υπάρξει ποτέ, ίσως), να μαλακώνει, την έκφραση της να αλλάζει σε ένα μικρό χαμόγελο, νιώθει την λαβή της να χαλαρώνει, ένα χέρι να γλιστρά μέχρι τον χέρι της Ζουμπουλίας, το άλλο βρίσκει την μέση της. «Ούτε ένα βαλς δεν ξέρεις να χορεύεις, και φταίω εγώ.»

Καλά δεν έχουμε χρόνο για τα βαλς και τα μαλς, θα έλεγε η Ζουμπουλία. Αν ήταν κάποιος άλλος. Αν ήταν στο φως της ημέρας. Αν ήταν σπίτι τους. Αν είχε τα λογικά της. Αν, αν, αν.

«Θα είμαι εγώ ο παρτενέρ σου, πρέπει να μάθεις τον ρόλο της ντάμας. Πως θα χορέψεις όταν έρθει η ώρα, άλλωστε;»

Η Ζουμπουλία ξεροκαταπίνει.

«Π-ποια ώρα, εδώ –εδώ δεν χρειάστηκε στον γάμο της κόρης μου, που αλλού;» καταφέρνει να ψευδίσει. Δεν είναι τόσο άρνηση – είναι η αλήθεια. Είναι μια απλή γυναίκα από το χωριό που στη ζωή της δεν χωράνε βαλς και τέτοια. Ούτε γυναίκες σαν την Μαριλένα, και αν χωράνε, είναι γιατί είναι η ξινή πρωτευουσιάνα συμπεθέρα της, όχι κάποια που την κοιτάει έτσι, που θέλει να της διδάξει – λες και η Ζουμπουλία αξίζει τέτοια προσοχή, είναι επένδυση για καλούς τρόπους τώρα, στα γεράματα.

Η Μαριλένα γελάει.

«Θα μπορούσες να είχες χορέψει στον γάμο της κόρης σου, Ζουμπουλία. Εμείς χορέψαμε.»

Είναι αλήθεια αυτό. Η Μαριλένα και ο τότε άντρας της είχαν χορέψει, η Άννα και ο Αλέξανδρος είχαν χορέψει, μόνο αυτή είχε μείνει με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο όλη την βραδιά. Τώρα, αυτή την βραδιά, χασκογελάει λίγο και παίρνει μια βαθιά ανάσα.

«Δεν…»

«Αρκετά! Βάλε το χέρι σου στον ώμο μου! Έτσι. Και πάμε. Ένα-δύο-τρία … Ένα … πολύ ωραία, ένα-δύο-τρία, ένα…»

Είναι εύκολο. Ποιο εύκολο από καλαματιανό.

«Έτσι μπράβο Λία, μαθαίνεις γρήγορα,» της λέει μετά από μερικούς κύκλους.

«Εεμ, τι νόμιζες συμπεθέρα, είμαι καινούρια στον χορό; Στις μέρες μου ουου, έσερνα πρώτη…»

Σωπαίνει πριν ολοκληρώσει την πρόταση της. Και μετά συνεχίζουν να χορεύουν στο σκοτάδι και δεν μιλάει καμία τους για αρκετή ώρα. Στροβιλίζονται, η Ζουμπουλία ξυπόλυτη, να νιώθει την εναλλαγή χαλί-παρκέ-χαλί κάτω από το καλσόν της, η Μαριλένα λίγο πιο ψηλή από αυτήν με τα τακούνια της, αγέρωχη και απτόητη, λες και γεννήθηκε να χορεύει βαλς.

Δεν μιλάν μέχρι που το κομμάτι τελειώνει και το επόμενο δεν αρχίζει αμέσως, τότε που παρατηρούν ξανά τις φωνές των καλεσμένων για πρώτη φορά εδώ και πολύ ώρα. Σταματούν και χαμηλώνουν τα χέρια χωρίς να τα λύσουν και κοιτάνε η μια την άλλη.

«Ορίστε, Ζουμπουλία,» είπε η Μαριλένα. «Τώρα ξέρεις να βαλσάρεις.»

«Σε ευχαριστώ,» λέει η Ζουμπουλία. Δεν νιώθει ότι είναι σωστό να ξαναπεί ότι δεν θα της χρειαστεί ποτέ αυτή η γνώση. Δεν νιώθει ότι είναι σωστό να πει τίποτα άλλο, μόνο να περιμένει μέχρι οι φωνές της γιορτής που διαλύεται να έρθουν πιο κοντά και να χρειαστεί να ξανακουνηθούν.

«Η Άννα είναι νέα, μπορεί να ξαναπαντρευτεί, ποτέ δεν ξέρεις,» λέει γρήγορα η Μαριλένα και λύνει το χέρι της από της Ζουμπουλίας, απαλά. «Και τότε δεν θα έχεις δικαιολογία.»

Το πρόσωπο της Ζουμπουλίας καίγεται. Δεν θέλει να πει αυτό που σκέφτεται – ότι στην περίπτωση όπου η Άννα ξαναπαντρευτεί δεν θα είναι καλεσμένη η πρώην πεθερά της και αν δεν είναι εκεί η Μαριλένα δεν θα υπάρχει κανένας παρτενέρ που να ενδιαφέρει την Ζουμπουλία.

Αντί για αυτό την ρωτάει, «Και εσύ, συμπεθέρα; Πως θα ένιωθες, αν ξαναπαντρευόταν η Άννα;»

«Τι εννοείς; Θα της έδινα την ευχή μου προφανώς! Πες μου ότι είσαι κατά του δεύτερου γάμου, Λία…!» κάνει αγανακτισμένα η Μαριλένα και αρχίζει να βηματίζει το δωμάτιο.

«Εγώ, συμπεθέρα; Εγώ θέλω το παιδί μου να είναι ευτυχισμένο. Και ας παντρευτεί όσες φορές θέλει, ή ποτέ ξανά.»

«Σε αυτό τουλάχιστον συμφωνούμε,» λέει η Μαριλένα, επιστρέφοντας ξανά μπροστά της και τείνοντας στην Ζουμπουλία τα τακούνια της.

Η Ζουμπουλία τα δέχεται. Στο ταξί στην επιστροφή στο σπίτι, η Μαριλένα ξεκουράζει το κεφάλι της στον ώμο της. Η Ζουμπουλία δεν τολμάει να κοιτάξει να δει αν κοιμάται, αλλά η γλυκιά μυρωδιά των μαλλιών της Μαριλένας αποκοιμίζει την ίδια.  

-

Όλα είναι καλά. Είναι όλα καλά. Δεν τρέχει τίποτα.

Αλλά η Ζουμπουλία έχει νεύρα. Βαράει πόρτες και εκνευρίζεται και διασχίζει το σπίτι με γρήγορο βάδην και μιλάει μόνη της και μαλώνει τα άψυχα αντικείμενα όταν την παρακούν.

Εκνευρίζεται όταν η Μαριλένα αναφέρει τους πρώην γάμους της, ή όταν γελάει κακαριστά στο τηλέφωνο με τις φιλενάδες της, ή ακόμα χειρότερα όταν κανονίζει να βγει για καφέ με τις προαναφερθείσες φιλενάδες, και όταν έρχεται ο Θωμάς και μιλάνε. Και όταν αναφέρει τις πρώην συμμαθήτριες από το οικοτροφείο, που ήταν μαζί στον ίδιο κοιτώνα. Την εκνευρίζουν όλα και σιχαίνεται τους πάντες, τα κορίτσια που την ήξεραν τότε, τους άντρες που την ήξεραν αργότερα, τις φίλες της που την ξέρουν τώρα.

 

«Ζουμπουλία γενικά όλα καλά;» ρωτάει ο Φώτης κάποια στιγμή που είναι και οι πέντε μαζεμένοι στο σαλόνι της Ντάλιας – ή μάλλον σκορπισμένοι, καθώς ο απέραντος χώρος της σουίτας τους το επιτρέπει.

«Τι εννοείς;» ρωτάει αυτή, κοιτώντας τον στα μάτια. Δεν έχει και άλλη επιλογή. Την έχει καρφώσει και την κοιτάει σοβαρά.

«Όλα καλά στο σπίτι; Με την Μαριλένα; Δεν σου κάνει την ζωή δύσκολη, έτσι;»

«Όχι αγόρι μου, ο Δράκουλας; Όλα καλά! Μην ανησυχείς για μένα!» Αν ο τόνος του δεν πρόδιδε τόσο ειλικρινές ενδιαφέρον ίσως ο δικός της να πρόδιδε λιγότερο εκνευρισμό.

«Νομίζαμε ήσασταν φίλες τώρα,» μουρμουρίζει ο Σπύρος δειλά από την γωνιά του. «Αλλά φαίνεται σε εκνευρίζει ακόμα, έτσι;»

Δεν είναι εκνευρισμός αυτό που νιώθει η Ζουμπουλία. Ή ίσως είναι. Αλλά δεν φταίει η Μαριλένα. Η Ζουμπουλία εκνευρίζεται με τον εαυτό της.

«Πες μου πάντως αν θες να την πλακώσω στο ξύλο!» προσφέρεται η Αγγέλα.

«Ή αν θες να έρθω να σε καλέσω στην απονομή των Νόμπελ!» λέει αέρινα η Ντάλια. «Δεν είναι μόνο η Μαριλένα που μπορεί να σε καλέσει σαν πλας ουαν, ξέρεις!»

«Δεν έχω τίποτα, αφήστε με! Και ο Δράκουλας μια χαρά είναι, δεν μ’ ενοχλεί πλέον!» λέει καθώς απομακρύνεται στο δίπλα δωμάτιο φουριόζα. Πρέπει να βρει κάτι να κάνει. Πρέπει να κρατηθεί δραστήρια, να επικεντρωθούν στην έρευνα, να τους πιάσουν, να περάσουν κι άλλο χρόνο μαζί, με τα παιδιά, μακριά από το σπίτι.

-

Μακριά από το σπίτι.

Όταν μια νύχτα μένει με τα παιδιά μέχρι αργά και δεν ενημερώνει, η Μαριλένα την περιμένει σπίτι ξύπνια στο σαλόνι με την ρόμπα και τα μπράτσα της τυλιγμένα σφιχτά γύρω της και με τα χείλη ακόμα πιο σφιχτά από τον εκνευρισμό της. Μόλις η Ζουμπουλία διασχίζει το κατώφλι, στις μύτες για να μην κάνει θόρυβο, αρχίζει το κήρυγμα.

-

Θα περίμενε ότι θα μένανε μαλωμένες για περισσότερο διάστημα, αλλά το επόμενο πρωί η Ζουμπουλία βρίσκει την Μαριλένα ξύπνια πριν από αυτήν στην κουζίνα. Η άλλη γυναίκα της προφέρει μια κούπα καφέ και η Ζουμπουλία την δέχεται. Και μετά είναι πάλι φίλες.

Όταν η Ζουμπουλία πάει να αλλάξει τον μπέμπη, η Μαριλένα την ακολουθεί. Περιμένει ότι θα συνέχιζε σε κάποιο άλλο δωμάτιο του σπιτιού, αλλά γέρνει στην πόρτα και τους κοιτάει, την Ζουμπουλία και τον μικρό, τον μικρό και την Ζουμπουλία, καθώς τον περιποιήτε.

«Πως και από δω συμπεθέρα;» ρωτάει καλοπροαίρετα η Ζουμπουλία. «Νόμιζα θα λυποθύμαγες στην θέα του πισινού τού.»

Η Μαριλένα χαμογελά, πάλι καλοπροαίρετα και κάνει λίγα διστακτικά βήματα προς αυτούς.

«Δεν … ξέρω πως αντέχεις,» της λέει, παρακολουθώντας την τέλεση του μυστηρίου σαν μαγεμένη. «Δεν είναι …;»

«Τι να είναι, Μαρινέλα μου; Παιδάκι είναι, κάποιος πρέπει να το αλλάξει. Από όλες τις δουλειές που έχω κάνει στο χωρίο, συμπεθέρα, αυτή είναι η πιο καθαρή. Έχω να σε πω ιστορίες από όταν γεννάνε τα ζωντανά, να φρίξεις!»

«Να μου λείπει!» διαμαρτύρεται η Μαριλένα. «Δεν θέλω να ξέρω.»

«Αλλά θέλεις να μάθεις να αλλάζεις πάνες, έστω και στα γεράματα;» της λέει η Ζουμπουλία πειραχτικά και η άλλη γυναίκα μορφάζει. Αλλά δεν το αρνείται. Γιατί λέγοντας το, η Ζουμπουλία έχει κάνει την αλήθεια πιο εύκολη. Δεν χρειάζεται να το παραδεχτεί.

«Έλα, κοίτα. Δεν θα λερωθείς –δεν θα λερωθείς, άκου με που σε λέω. Πάρε το μαντηλάκι… έτσι. Να, έτσι δένεις το πάμπερ. Μπράβο, συμπεθέρα. Σήκωσε τον τώρα, δε θα σε πέσει μη φοβάσαι, δεν είσαι τόσο στόκος. Ωπαλάκια. Έτσι μπράβο.»

Το πρωινό φως πίσω από τα φύλλα των φυτών στο παράθυρο χρωματίζει το δωμάτιο πράσινο, και χρυσό, και η Μαριλένα νταντεύει τον μικρό στην αγκαλιά της, κάνοντας αργούς κύκλους στο δωμάτιο.

«Τον γιόκα σ’ συμπεθέρα θα θελα να ’ξερα, τον άλλαξες ποτέ όταν ήταν μικρός;»

Όταν για μόνη απάντηση παίρνει το περήφανο, τρισευτυχισμένο χαμόγελο της Μαριλένας καθώς ο μικρός κουρνιάζει πάνω της, η Ζουμπουλία συνεχίζει.

Δεν το λέει κακοπροαίρετα. Αλλά παρόλο που ρουφάει την στιγμή μπροστά της, την Μαριλένα και τον μικρό, τον μικρό και την Μαριλένα, και την ζεστασιά του πρωινού, και την μυρωδιά του καφέ από την κουζίνα και την μυρωδιά του γάλατος στο δωμάτιο, πρέπει να το πει.

«Αμ, δεν χρειάστηκε ποτέ, θα με πεις. Πρώτα είχατε νταντάδες και γκουβερνάντες για τον Αλέξανδρο, μετά είχατε την συμπεθέρα για τον εγγονό. Που δεν την πληρώνετε κιόλα.»

Η Μαριλένα μένει ακίνητη όπως είναι, με τον μικρό στα χέρια και κοιτά την Ζουμπουλία.

«Λία, θέλω να ξέρεις…»

«Ξέρω, συμπεθέρα.»

«Όχι, θέλω να ξέρεις … δεν είναι έτσι, πια.»

«Συμπεθέρα, μη παρεξηγιέσαι καθόλου. Εγώ από αγάπη για τον μικρό κάνω ό,τι κάνω. Και για την κόρη μου. Και το κάνω με μεγάλη μου χαρά.»

«Λία. Μένεις στο σπίτι μου.»

«Και δεν πληρώνω. Ούτε εσύ με πληρώνεις.»

«Λία, θέλω να ξέρεις… μένεις στο σπίτι μου γιατί είναι και δικό σου. Και ας μην ήταν έτσι στην αρχή. Και ας χώρισαν τα παιδιά. Και αν πάρουν το μικρό να μείνει μαζί τους. Εσύ μπορείς πάντα να μένεις εδώ.»

Η Ζουμπουλία θα την αγκάλιαζε, αλλά με τον μικρό στην μέση ήταν λίγο δύσκολο. Αντί αυτού, ανοίγει την αγκαλιά της για να δεχτεί τον εγγονό της – τον εγγονό τους και τον σφίγγει πάνω της, κρύβοντας το πρόσωπο της στα μαλλιά του, βρέχοντας τις μπούκλες του.

-

«Για σας τις νέες κοπέλες είναι αλλιώς!» πετάει στην Αγγέλα κάποια στιγμή που είναι μόνο οι δύο τους.

«Τι είναι αλλιώς;» την ρωτά, φανερά ξαφνιασμένη.

«Είναι – δεν ξέρω! Δεν τα είχαμε εμείς αυτά στις μέρες μου έτσι! Τότε ή θα παντρευόσουν ή θα έμενες στο ράφι – και καμιά δεν ήθελε να μείνει στο ράφι! Δεν ήταν-»

«Ζουμπουλία;»

«Άσε με και συ,» λέει καθώς της γυρνάει την πλάτη και απομακρύνεται, αλλά δεν υπάρχει σωτηρία. Μπορεί η Αγγέλα να μη βλέπει τα δάκρυα της, αλλά έχει ακούσει ήδη τον λυγμό στην φωνή της.

-

Ο καιρός περνάει, η ιστορία τελειώνει. Ή τουλάχιστον αυτή η ιστορία. Οι ήρωες νικάνε, οι κακοί πάνε φυλακή. Η Ζουμπουλία και η Μαριλένα περνάνε όλη την πρώτη νύχτα στο πάτωμα του σαλονιού, πίνοντας κρασί και συζητώντας ακατάπαυστα.

«Ξέρεις, Λία,» λέει η Μαριλένα όταν πλέον τα παράθυρα είναι βαμμένα ένα μουντό γκρίζο και η κουβέντα έχει φθαρεί σε κλωστές, πλέον ακατάληπτη και βαριά και εξουθενωμένη, «αν δεν ήσουνα εσύ… αν δεν ήταν όλο αυτό… εγώ…»

Η Ζουμπουλία, που έχει σχεδόν αποκοιμηθεί με το κεφάλι της στο κάθισμα του καναπέ, ανασαλεύει τόσο όσο χρειάζεται για να σφίξει την γάμπα της άλλης γυναίκας πάνω απ’ το καλτσόν, μια φορά, επιβεβαιωτικά. Έτσι όπως είναι χυμένες στο χαλί είναι το κοντινότερο μέλος της Μαριλένας που μπορεί να φτάσει εκείνη την στιγμή.

«Μη λες άλλα συμπεθέρα,» μουρμουρίζει. «Δεν χρειάζονται…» θέλει να συμπληρώσει, αλλά μάλλον αποκοιμιέται πριν προλάβει.

Μέσα στον ύπνο της, νομίζει ακούει την Μαριλένα να ψιθυρίζει κάτι.

-

Η Άννα φεύγει για Αμερική ξανά, αυτή την φορά όχι ακολουθώντας τον Αλέξανδρο, αλλά μόνη της. Έγινε δεχτή σε ένα μεταδιδακτορικό και η Ζουμπουλία καμαρώνει.

Πριν φύγει την αγκαλιάζει, την σφίγγει πάνω της.

«Δεν ανησυχώ για σένα, μαμά,» της λέει η Άννα. «Ξέρω ότι σε αφήνω σε καλά χέρια.»

Και πάλι, η Ζουμπουλία το βράδυ της πτήσης της Άννας δεν μπορεί να κοιμηθεί. Ποτέ δεν μπορεί όταν κάποιος που αγαπά ταξιδεύει με αεροπλάνο.

Συνήθως περνάει τέτοιες νύχτες ξύπνια στον καναπέ περιμένοντας να περάσουν οι ώρες και να χτυπήσει το τηλέφωνο, το πρώτο πράγμα που κάνει η Άννα μόλις προσγειώνεται.

Αλλά αυτήν την φορά την περιμένει η Μαριλένα στο τραπέζι, με μια τράπουλα. Οι ώρες περνάνε χωρίς να το καταλάβει. Όταν παίρνει τηλέφωνο η Άννα ξημερώνει ήδη και δεν έχει καταλάβει πότε πέρασε ο χρόνος. Δεν νιώθει κουρασμένη.

-

Και τώρα η Ζουμπουλία βρίσκετε σε σταυροδρόμι. Μπορεί να επιστρέψει στο χωριό. Λείπει, άλλωστε, αρκετό καιρό τώρα.

Μπορεί όμως να μείνει στην Αθήνα: δεν το έχει συζητήσει σε βάθος με την Μαριλένα ακόμα, αλλά ξέρει ότι στο ντουλάπι της κουζίνας την περιμένουν τα αγαπημένα της φιστίκια για να μασουλήσει όταν την πιάσει ξαφνική μεταμεσονύχτια λιγούρα, και ξέρει ότι η Μαριλένα θα αγοράσει αντιπιτυριδικό σαμπουάν ειδικά για αυτήν χωρίς να ρωτήσει, και ξέρει ότι κρατά την αγαπημένη κούπα της Ζουμπουλίας, αυτήν με τον Άγιο Αρτέμιο που πήρε από την Μύκονο, παρόλο που η Μαριλένα την θεωρεί κιτς, στο μπροστά ντουλάπι και κάθε πρωί της ετοιμάζει καφέ εκεί και ξέρει ότι ς;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;υ6»
ΔΔΔΔΔΔΔΔΔΔΔΦ???? (Α/Ν: αυτά τα έγγραψε η γάτα μου και ΜΕΝΟΥΝ) τα παπούτσια τους στοιχίζονται  δίπλα-δίπλα στην ντουλάπα στο χολ πολύ καιρό τώρα.

Ξέρει, εν ολίγης, ότι η Μαριλένα το εννοεί ακόμα όταν της είπε ότι είναι το σπίτι της.

-

«Πρέπει να μιλήσουμε,» της λέει ένα πρωί η Αγγέλα, γλιστρώντας από την μπαλκονόπορτα στην καρέκλα απέναντι από την Ζουμπουλία. Στα χέρια της κρατάει μια κούπα αχνιστό γαλλικό.

«Πρέπει;» την ρωτάει η Ζουμπουλία, ανασηκώνοντας τα φρύδια, αλλά το ύφος στο πρόσωπο της άλλης γυναίκας την κάνει να σταθεί. Η Αγγέλα χαμογελά αμυδρώς.

«Άντε μαρί και εσύ, με δουλεύεις!» της λέει και ρουφάει τον ελληνικό της.

Η Αγγέλα γελάει, αλλά μετά σοβαρεύει ξανά. Το βλέμμα της χάνετε λίγο έξω, στην πρωινή κίνηση και όταν το στρέφει πάλι στο μέρος της Ζουμπουλίας την κοιτά στα μάτια.

«Υπάρχει κάτι,» λέει και ανεπαίσθητα σχηματίζει κύκλους με τα ακροδάχτυλα της πάνω στην πορσελάνη της κούπας. Είναι από τις καλές της γιαγιάς του Σπύρου, με λουλούδια.

Από τότε που η Αγγέλα μετακόμισε μαζί με τον Σπύρο –μετά τον θάνατο της γιαγιάς του, αφού οι τέσσερις τους καθάρισαν και έβαψαν όλο το διαμέρισμα ξανά, τραβώντας τον Σπύρο από τον λάκκο των αναμνήσεων- δεν υπάρχει ιερό και όσιο. Πίνουν από τις ακριβές πορσελάνες τον πρωινό τους καφέ και χρησιμοποιούν τα καλά ασημικά για να φάνε το σάντουιτς (σουβλάκι! την διορθώνουν τα παιδιά, αλλά ξέρει ότι έχει δίκιο).

Αλλά γιατί όχι; έχει αρχίσει να σκέφτεται. Γιατί όχι;

«Κοίτα, θα ήθελα να μείνεις Αθήνα. Θα ήταν ωραίο να είμαστε όλοι μαζί στην ίδια πόλη και… και να σε βλέπουμε μέρα παρά μέρα, βρε παιδί μου.»

Η Ζουμπουλία ανοιγοκλείνει τα μάτια από την έκπληξη. Δεν περίμενε να το ακούσει αυτό από την Αγγέλα – το ήξερε ότι η Αγγέλα θα χαιρόταν αν έμενε Αθήνα. Αλλά η Αγγέλα δεν είναι ο άνθρωπος που ζητά από τα άτομα που αγαπά να μείνουν. Σίγουρα όχι τόσο ξεκάθαρα.

«Αλλά;» ρωτάει η Ζουμπουλία, λίγο ανυπόμονα.

«Αλλά,» λέει η Αγγέλα με έμφαση, «δεν μπορώ να στο επιβάλλω. Προφανώς και μπορείς να γυρίσεις στο χωριό όποτε θες.»

«Σώωωπα! Εσένα περίμενα να με το πεις!» της κάνει η Ζουμπουλία, βάζοντας τα χέρια στα γόνατα με έμφαση.

Η Αγγέλα δεν τσιμπάει όμως, ούτε απαντάει στην ειρωνεία της Ζουμπουλίας με περισσότερη, όπως είναι το παιχνίδι τους.

«Η Μαριλένα, όμως,» την κόβει αποφασιστικά, και είναι αρκετό για να σωπάσει η Ζουμπουλία, «μου ζήτησε να… να το συζητήσουμε.»

«Να… να πούμε τι; Τι θέλει να συζητήσουμε ο Δράκουλας;»

«Ωχ, θα σταματήσεις να την λες έτσι; Όλοι ξέρουμε ότι δεν είναι Δράκουλας καιρό τώρα!»

Έχει ένα δίκιο.

«Καλά ντε! Τι έλεγες;»

Η Αγγέλα ακουμπά την κούπα του καφέ στο τραπέζι, πιέζει τα χείλη της μαζί, σφίγγει τα φρύδια.

«Η Μαριλένα ήθελε να μου μιλήσει τις προάλλες. Ήθελε να μου ζητήσει να – να κάνω αυτήν την κουβέντα μαζί σου. Μου είπε να σου πω ότι θέλει να μείνεις Αθήνα.»

Μια παύση. Η Αγγέλα εξακολουθεί να σχηματίζει κύκλους πάνω στην κούπα. Η Ζουμπουλία εξακολουθεί να μην καταλαβαίνει.

«Τι; Γιατί να σε το ζητήσει αυτό;»

«Με είπε –μου είπε, γαμώτο σου, μου είπε ότι… ότι με βλέπεις σαν κόρη σου, και ότι θα με ακούσεις περισσότερο απ’ ότι θα ακούσεις αυτήν.»

«Αν έχει κάτι να με πει, ας με το πει! Τι πα να πει; Νομίζει τόσα χρόνια μένουμε κάτω από την ίδια στέγη και πάλι αγαπώ εσένα περισσότερο;»

«Κοίτα, και εγώ δεν την καταλαβαίνω. Είσαστε τόσο κοντά πλέον, μου φαίνεται παράξενο ότι νομίζει πως θα έχει διαφορά αν στο πω εγώ,» λέει η Αγγέλα, πολύ γρήγορα και χωρίς να την κοιτάξει.

Είναι τόσο κοντά πλέον; Και, μέσα σε όλη την σύγχυση, τα λόγια της Αγγέλας ηχούν σαν καμπάνες στο κεφάλι της: Η Μαριλένα θέλει να μείνει μαζί της. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο, κάτι τεράστιο και πολύ βαρύ ανάμεσα σε αυτήν και την Αγγέλα αυτή την στιγμή.

«Εσύ τι έχεις, με λες;» της κάνει η Ζουμπουλία και σηκώνεται όρθια για να μπορέσει πιο εύκολα να βάλει τα χέρια της στους γοφούς της.

«Τίποτα,» λέει η Αγγέλα και τινάζεται και αυτή όρθια, σαν παιδί που το μαλώνουν. «Απλά… με έχεις;»

«Σε έχω τι;»

Και μετά κατάλαβε. Και μετά την αγκάλιασε.

-

Η συζήτηση με την Αγγέλα εκτροχιάστηκε έπειτα από αυτό και το θέμα της Μαριλένας και της παραμονής της Ζουμπουλίας ξεχάστηκε. Αλλά όχι από την Ζουμπουλία.

Άλλωστε, δεν έχει κάποιον λόγο να επιστρέψει μόνιμα στο χωριό. Τώρα όλοι οι φίλοι της είναι στην Αθήνα πλέον. Και η Ντάλια (η Ντάλια!) είναι έγκυος. Ο Μάριος μεγαλώνει με την μέρα. Και έχει ένα σπίτι για να μένει. Με έναν άνθρωπο που αγαπά. Και που την αγαπάει.

Απλά ίσως όχι όπως θα θέλε.

Αλλά τι θα θέλε, ακριβώς; Τι περιμένει, στα γεράματα; Τι στερείτε, στο κάτω-κάτω; Η Μαριλένα την αγαπά – η Ζουμπουλία είναι μέρος της ζωής της. Δεν είναι αυτό ήδη αρκετό, ήδη περισσότερο απ’ ό,τι τολμούσε να ελπίσει;

Όταν έρχεται το προσκλητήριο από το χωρίο, ότι παντρεύεται η Σμαραγδούλα του Καμπούρη, η Ζουμπουλία ξαφνικά έχει αφορμή να επιστρέψει. Και ξέρει ακριβώς ποιόν θα ρωτήσει να γίνει το πλαζ-ουάν της.

-

«Με το λεφωρείο θα πάμε καλέ!»

«Λε-ω-φορείο Λία.»

«Ναι ντε, τι είπα;»

-

Η Μαριλένα γκρινιάζει για τον οδηγό του ΚΤΕΛ (γιατί την κάνει να ανακατεύεται έτσι όπως οδηγάει), με την Ζουμπουλία τσακώνονται γιατί η διαδρομή είναι τόσες ώρες, γιατί οι Σέρρες είναι τόσο μακριά, γιατί η Μαριλένα θέλει να κάτσει στο παράθυρο αλλά μετά αλλάζει γνώμη γιατί την χτυπάει ο ήλιος. Καταλήγει να κάθεται από την μεριά του διαδρόμου με το πελώριο ψάθινο καπέλο της Ζουμπουλίας για αντηλιά και αποκοιμούνται η μια στον ώμο της άλλης.

Όταν φτάνουν Σέρρες η Μαριλένα γκρινιάζει που πρέπει να πάρουν διαφορετικό λεωφορείο για το Αχλαδοχώρι (γιατί είναι ήδη κουρασμένη), γκρινιάζει που ο δρόμος είναι όλο στροφές (γιατί ζαλίζεται) (πάλι), γκρινιάζει που ο δρόμος για το σπίτι της Ζουμπουλίας είναι χαλικόστρωτος (γιατί φοράει τακούνια).

Αλλά όταν φτάνουν στο σπίτι η Μαριλένα είναι παραδόξως σιωπηλή. Μπαίνει αργά μέσα, ακολουθώντας την Ζουμπουλία και επεξεργάζεται τον χώρο χωρίς να κάνει σχόλια. Και όταν η Ζουμπουλία την αγγαρεύει να την βοηθήσει (Πιάσε μαρί να καθαρίσουμε!) πάλι αφήνει τα πράγματα της και ξεκινάει χωρίς σχόλια.

Και γκρινιάζει το βράδυ, όταν της στρώνει η Ζουμπουλία να κοιμηθεί στο ντιβάνι του σαλονιού γιατί πονάνε τα πόδια της και έχει κουραστεί και γιατί η διαδρομή ήταν τόσο πολύωρη.

Δεν γκρινιάζει, όμως, ούτε κάνει σχόλια για τα σπίτια ή τους κατοίκους, ή για τον τρόπο ζωής, ή για το σπίτι της Ζουμπουλίας, είτε από σεβασμό στο γεγονός ότι είναι φιλοξενούμενη είτε επειδή έχει αλλάξει ριζικά σαν άνθρωπος.

Η Ζουμπουλία ελπίζει πως ακόμα και αν ισχύει το πρώτο, είναι από μόνο του σημάδι ριζικής αλλαγής. Η Μαριλένα που πρωτογνώρισε δεν θα το έκανε ποτέ αυτό.

-

Την επόμενη μέρα τις επισκέπτονται όλες οι φίλες και συγχωριανές της Ζουμπουλίας. Την συγκινεί αυτό έως ότου συνειδητοποιεί ότι έχουν έρθει περισσότερο για να μελετήσουν την Μαριλένα παρά για να δουν την ίδια.

«Η συμπεθέρα σου;»

«Πρώην συμπεθέρα! Τώρα είναι απλά το πλαζ-χουάν μου!»

«Plus-one, Λία!»

«Τι είναι αυτό;»

«Είσαι αλήθεια από Αθήνα;»

«Έχεις δει ποτέ την Βίσση;»

Η Ζουμπουλία χάνετε στις ερωτήσεις και τις συζητήσεις που συμβαίνουν ταυτόχρονα και το επόμενο πράγμα που ξέρει είναι ότι η Ματούλα η Βαγγέλαινα έχει σηκωθεί όρθια και αρπάζει την Μαριλένα (την Αθηναίζα, όπως της έχει ήδη βγει το όνομα) από το χέρι και της ανακοινώνει «Τώρα σου μάθω πώς να ταΐζεις τις κότες!»

Και πριν η Ζουμπουλία καταλάβει πότε τρελάθηκε ο κόσμος, ακολουθεί μαζί με τις υπόλοιπες τις άλλες δύο γυναίκες στο κοτέτσι της Ματούλας στην γειτονική αυλή. Οι δύο τους εξαφανίζονται μέσα στο κοτέτσι και, όχι πολύ αργότερα, ένας εκκωφαντικός ήχος, κακαρίσματα, φτερουγίσματα και η τσιρίδα της Ματούλας καθώς τινάζεται έξω ακολουθούμενη από πολλές κότες, η ποδιά της γεμάτη ψίχουλα.

Η Ζουμπουλία προχωρά διστακτικά μέσα, γέρνοντας το κεφάλι στην είσοδο. Πούπουλα αιωρούνται στον αέρα, στην μια γωνία ένα τακούνι, στο κέντρο του κοτετσιού ο κουβάς.

Και κάτω, κατάχαμα, η Μαριλένα σκασμένη στο γέλιο.

-

Την επόμενη μέρα περάνε από νωρίς η Ματούλα, η Ζωζώ και η Φωτεινή η μπακάλισσα να πάρουν την Μαριλένα για να ταΐσουν κότες. Επιστρέφει μια ώρα αργότερα, με ένα καλάθι αυγά και κόκκινα μάγουλα.

Η Ζουμπουλία τους φτιάχνει ομελέτα.

-

Ο γάμος είναι το απόγευμα, οπότε αξιοποιεί κάποιες από τις πρωινές ώρες για να ξεχορταριάσει τον κήπο. Η Μαριλένα την βοηθάει, κοιτώντας και κάνοντας αέρα με την βεντάλια.

«Πάντα έλεγα να φτιάξω τον κήπο στο σπίτι,» μουρμουρίζει, περισσότερο στον εαυτό της.

«Για πιάσε την τσουγκράνα λίγο,» της λέει η Ζουμπουλία και την παρακολουθεί που σηκώνει το ποτιστήρι.

Ο κήπος της Μαριλένας όντως θα μπορούσε να γίνει πολύ ωραίος.

«Όχι, αυτό με το κοντάρι – τούτο είναι το φτυάρι, το άλλο – ά γεια σου. Τι τι το κάμωμε αυτό, μαρί; Έλα να μάθεις να τσουγκρανίζεις.»

-

Στο γλέντι παίζει ένα ήρεμο τραγούδι στα ξένα όταν η Ζουμπουλία και η Μαριλένα βρίσκονται αντικριστά στην πίσω αυλή του κτήματος. Είναι μόνες, μόνο η κληματαριά πάνω απ’ τα κεφάλια τους και ένας γλόμπος με αμυδρό φως.

Η Ζουμπουλία το ξέρει αυτό το τραγούδι. Αρέσει στα παιδία. Τσικιτίτα το λένε.

Η Μαριλένα της τείνει ένα χέρι.

«Χορεύετε;»

Νιώθοντας μια ξαφνική, ανεξήγητη θλίψη, η Ζουμπουλία δέχεται το χέρι της.

«Μόνο βαλς ξέρω.»

-

Αργά το βράδυ, μετά τον γάμο, μετά το γλέντι, ο κυρ-Γιώργης και η Γιώργαινα τους γυρνάνε σπίτι με το αγροτικό. Η Ζουμπουλία με την Μαριλένα και πολλούς άλλους κάθονται στριμωγμένοι στην καρότσα. Η Ζουμπουλία θα περίμενε η Μαριλένα να αρνηθεί αλλά δέχτηκε γιατί Πως θα περιπατήσω πάνω στον χωματόδρομο Λία; Με τα τακούνια; Χαχαχα!

Από την άλλη, η Ζουμπουλία δεν περίμενε η Μαριλένα να δεχθεί να έρθει μαζί της στο χωρίο, ή να ταξιδέψει με ΚΤΕΛ, ή να μπει ποτέ σε κοτέτσι. Αλλά τώρα βρίσκονται ενωμένες στα πλευρά, τα χτενίσματα τους να χαλάνε στον βραδινό αέρα και η Μαριλένα έχει ξεκινήσει μια συζήτηση για το τι είναι μπουγάτσα με την Φωτούλα που κάθετε απέναντι τους στην καρότσα και την οποία μόλις έχει γνωρίσει.

Κατεβαίνουν από την καρότσα άγαρμπα. Η Μαριλένα πέφτει πάνω στην Ζουμπουλία κατά την κατάβαση και γραπώνεται πάνω της για να ισορροπήσει.

«Να μας ζήσουν!» φωνάζει μια τελευταία φορά η Ζουμπουλία στα κόκκινα πίσω φώτα της καρότσας που απομακρύνονται και μια χορωδία μεθυσμένων φωνών αντιλαλούν την ευχή.

«Να σε πω, συμπεθέρα,» λέει η Μαριλένα, εξίσου μεθυσμένα, με δάκρυα στα μάτια από το γέλιο. «Τελικά είσαστε ωραία εσείς στο χωριό.»

-

Δεν έχει ύπνο. Ξημερώνει και δεν έχει κλείσει μάτι. Γυρνάει στο κρεβάτι της όλη νύχτα. Όταν στο δωμάτιο της μπαίνει η πρώτη λωρίδα μπλε φωτός σηκώνεται, τυλίγεται με την εσάρπα της και βγαίνει στις μύτες από το δωμάτιο.

Στην κουζίνα πίνει ένα ποτήρι νερό χωρίς να ανάψει τα φώτα. Όχι για πρώτη φορά από τότε που γύρισε, συνειδητοποιεί πόσο χαμηλοτάβανο είναι το σπίτι της και, παρόλο μικρότερο, πόσο πιο ευρύχωρο είναι από το σπίτι στην Αθήνα.

Τουλάχιστον κάτι έχει ηρεμήσει μέσα στο στήθος της, κάτι που την έτρωγε κοντά στην καρδιά. Είναι στο σπίτι της και το νιώθει ακόμα σπίτι της. Απλά τώρα παρατηρεί πράγματα για αυτό που παλιά τα θεωρούσε δεδομένα, που δεν θα τα είχε παρατηρήσει ποτέ αν δεν είχε μείνει για καιρό κάπου αλλού.

Αναρωτιέται πως της φαίνονται όλα της Μαριλένας. Η ξυλόσομπα, τα πλακάκια με τα λουλουδιαστά («φλοράλ, Λία!») σχέδια στην κουζίνα και στο μπάνιο, οι ακάλυπτοι σωλήνες, το πλαστικό τραπεζομάντηλο, τα σεμεδάκια.

Ανοίγει την πίσω πόρτα, την πόρτα της κουζίνας, για να μην χρειαστεί να περάσει μέσα από το σαλόνι όπου κοιμάται η Μαριλένα. Οι γαλότσες που την περιμένουν στο κατώφλι δεν θεωρούνται ακριβώς σικ, αλλά δεν έχει μεγάλη γκάμα επιλογών. Τις φοράει και βγαίνει να περπατήσει.

Η δροσιά του πρωινού διώχνει κάθε υπνηλία και ζεστασιά από το δέρμα της και οι γαλότσες της βυθίζονται στο γεμάτο πάχνη γρασίδι όταν ξεστρατίζει από το μονοπάτι μέσα στο χωράφι. Τα τιτιβίσματα των πουλιών γίνονται πιο έντονα όσο πλησιάζει τις λεύκες που ψηλώνουν πάνω από το ρέμα. Στις μουριές, οι ιστοί των αραχνών ξεχωρίζουν μέσα στην ομίχλη, γεμάτες δροσοσταλίδες.

Και εκεί, μέσα από την πρωινή καταχνιά, μέσα στο χωράφι, μια ανθρώπινη φιγούρα, σφιχτοτυλιγμένη στο πανωφόρι της την πλησιάζει. Η Ζουμπουλία κατευθύνεται προς το μέρος της.

«Ούτε εσύ έχεις ύπνο, συμπεθέρα;» ρωτάει όταν βρίσκονται πια αντικριστά. Η φωνή της είναι βραχνή ακόμα.

«Ούτε εγώ,» συμφωνεί η Μαριλένα.

Κάθονται ακίνητες, σιωπηλές, για λίγο. Η Ζουμπουλία δεν ξέρει τι να πει, αλλά ταυτόχρονα δεν θέλει να πει κάτι. Της είναι αρκετό να ακούει τα πουλιά που τραγουδούν ενώ ο ήλιος ανατέλλει, εδώ, με τη Μαριλένα.

«Είναι ωραία εδώ,» λέει η Μαριλένα.

«Χαίρομαι που σ’ αρέσει κι εσένα συμπεθέρα. Γιατί για καιρό φοβόμουνα πως δεν θα  ’ταν του γούστου σου.»

«Έχει, βέβαια, υπερβολική υγρασία,» λέει η Μαριλένα, περνώντας ένα χέρι μέσα από τα μαλλιά της. «Αλλά για τον άνθρωπο που δεν νοιάζεται για τα μαλλιά του, υποθέτω… καλά είναι.»

Η Ζουμπουλία δεν μπορεί παρά να γελάσει. Και μετά ξεροκαταπίνει. Νιώθει ότι πρέπει να πει κάτι, αλλά δεν ξέρει τι.

«Αυτό που εννοώ, Λία,» συνεχίσει η Μαριλένα, και τώρα την κοιτάει στα μάτια, «Είναι ότι καταλαβαίνω αν θέλεις να μείνεις εδώ. Δεν μπορώ άλλωστε –» και εδώ σταματάει, για να πάρει μια ανάσα, «δεν μπορώ να σταθώ ανάμεσα σε σένα και στον τόπο σου.»

«Μαριλένα, κλαις;»

«Όχι,» λέει η Μαριλένα με ένα αναφιλητό. «Απλά … αν δεν θα ήθελες να μείνεις μαζί μου… το καταλαβαίνω…» και κουνάει το χέρι της για να δείξει γύρω τους, «αν αυτή είναι η εναλλακτική σου.»

«Μαρί, ποιος σε είπε δεν θέλω να μείνω μαζί σου;» της λέει η Ζουμπουλία και τραβάει τα χέρια της Μαριλένας που σκουπίζουν τα δάκρυα της για να το κάνει αυτή.

«Μπ-μπορούμε να μείνουμε εδώ, αν θέλεις. Αν θέλεις να μείνεις εδώ. Αν με θέλεις να μείνω μαζί σου.»

«Δεν θα άντεχες ούτε βδομάδα, συμπεθέρα,» της λέει η Ζουμπουλία, κρατώντας το πρόσωπο της Μαριλένας στα χέρια της

«Νομίζω δεν θα βαριόμουν.»

Τώρα και οι δύο γελάνε.  Γελάνε γιατί δεν υπάρχει τίποτα άλλο να πούνε. Και κλαίνε – κλαίει και η Ζουμπουλία τώρα, λίγο – γιατί είναι ευτυχισμένες. Η Ζουμπουλία γέρνει το κεφάλι της μπροστά έως ότου τα μέτωπα τους ακουμπάνε. Νιώθει τις βλεφαρίδες της Μαριλένας να χαϊδεύουν τα μάγουλα της καθώς κλείνει τα μάτια της και στέκονται έτσι για λίγο.

Στο τέλος, η Ζουμπουλία τραβιέται πίσω για να αφήσει ένα φιλί στο μέτωπο της Μαριλένας. Κάνει να τραβήξει τα χέρια της, αλλά η Μαριλένα τα κρατάει στα δικά της.

«Συμπεθέρα-» ξεκινά, και η Μαριλένα καθαρίζει τον λαιμό της ανεπαίσθητα.

«Μαρινέλα,» ξεκινά ξανά.

«Μαριλένα,» καθαρίζει πάλι τον λαιμό της.

«Άκου να δεις!» και γελάνε και οι δύο.

«Μαρινέλα,» ξαναλέει η Ζουμπουλία, ρουφώντας την μύτη της όχι-και-τόσο ανεπαίσθητα. «Δεν νομίζεις, τώρα που τους παντρέψαμε, είναι καιρός να γυρίσουμε σπίτι μας;»

Η Μαριλένα σηκώνει ένα από τα χέρια της Ζουμπουλίας, ακόμα σφικτά δεμένο με το δικό της, και το φιλάει.

«Πάμε σπίτι.»

-

Επάνω στο τζάκι, στο σπίτι τους, η Άννα με τον μπέμπη. Ο Αλέξανδρος στο Σέντραλ Παρκ. Οι πέντε μαζί – η Ζουμπουλία και τα παιδιά. Η Ζουμπουλία και ο Χαράλαμπος με την Άννα όταν ήταν παιδί. Η Ντάλια με τα δίδυμα. Ο Μάριος με τον πατέρα του, ο Μάριος στην βάφτιση του, ο Μάριος με τις γιαγιάδες του. Οι δύο τους στην όπερα, οι δύο τους έξω από το σπίτι της Ζουμπουλίας στο χωριό, οι δύο τους στο σπίτι στην Αθήνα. Έξω στον κήπο.

Notes:

ευχαριστώ που το διαβασατε! kudos και ευγενικά σχόλια είναι παντα πολύ εκτιμώμενα <3

μπορείτε να με βρείτε και στο tumblr ως catboydeklolynch