Work Text:
Ο Γουίλ ανοίγει τα μάτια του -
- για να ξυπνήσει ξαπλωμένος πάνω στο βραχώδες έδαφος ενός λόφου. Κοιτάζει γύρω του και βλέπει το δάσος που έχει αρχίσει να σχηματίζεται λίγα μίλια πίσω του. Βλέπει ότι απέχει μόλις λίγα εκατοστά από την άκρη ενός καταρράκτη. Τα νερά είναι πανέμορφα καθώς κυλούν και γίνονται ένα με τη λίμνη από κάτω.
Το αγόρι δεν ξέρει πού είναι. Η μητέρα του, η Τζόις, δεν πήγαινε ποτέ εκείνον και τον Τζόναθαν σε ένα από αυτά τα μεγάλα φυσικά θέρετρα που βρίσκονται σε προορισμούς που ήταν πιο διάσημοι από την πατρίδα τους. Η οικογένεια του δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά πολύ μεγάλα ταξίδια. Ο Γουίλ δεν είχε ξαναδεί ένα τόσο ήρεμο τοπίο στη ζωή του.
Πού πήγε ο κόσμος του Πάνω-Κάτω; Ο έφηβος θυμάται ακόμη το σκοτάδι, τις μαύρες κλιματσίδες και τις νυχτερίδες από την εβδομάδα που ήταν αιχμάλωτος εκεί. Τέτοια ομορφιά ειναι εντελώς αφύσικη.
Ο Γουίλ σηκώνεται όρθιος και κάνει γρήγορα ένα βήμα κοντά στην άκρη του γκρεμού για να έχει καλύτερη θέα. Μια ανόητη, ριψοκίνδυνη απόφαση, αλλά δεν τον ενδιαφέρει και πολύ. Υπάρχει η περίπτωση να είναι μέσα σε μια από τις παραισθήσεις του Βέκνα. Τίποτα δεν μπορεί να τον βλάψει εδώ. Τίποτα από αυτά δεν είναι αληθινό. Το νερό καταλήγει στη θάλασσα με τέτοια βάναυση ορμή που ο έφηβος νομίζει ότι θα παρασυρθεί μαζί του, ότι θα βρει τον εαυτό του να πνίγεται.
"Πρόσεχε που πατάς, μικρέ. Δεν θα ήθελες να πέσεις ποτέ από τέτοιο ύψος, σωστά;"
Ο Γουίλ κάνει μια στροφή προς τα πίσω για να βρει έναν άντρα με μακριά μαλλιά στο χρώμα του λεμονιού, βαθύ μπλε μάτια, ντυμένο με ενα μαύρο μακρυμάνικο πουκάμισο, παντελόνι και ανδρικά παπούτσια στο ίδιο χρώμα να του χαμογελά.
Προς έκπληξη του, ο Γουίλ δεν είναι τόσο φοβισμένος όσο νόμιζε ότι θα ήταν. Κουνάει το κεφάλι του. Η κόφτη αυτή κίνηση εμφανίζεται ως πιο προβαρισμένη από αυτό που θα ήθελε. Η απόγνωση που νιώθει το αγόρι, άλλωστε, είναι ωμή και αληθινή.
"Δεν είμαι σίγουρος." Το μυαλό του πηγαίνει πίσω στον Μάικ και την Ελέβεν, πόσο ευτυχισμένοι είναι μαζί, πόσο ανακουφισμένοι είναι που ξαναβρήκαν ο ένας τον άλλον μετά από αρκετό καιρό που ήταν χώρια. "Δεν έχω βρει πολλούς λόγους για να συνεχίσω να μένω σε αυτή την πόλη εδώ και χρόνια." Αυτό είναι πέρα για πέρα αλήθεια. Ήταν - είναι - κουρασμένος. Τόσο μα τόσο κουρασμένος με όλα αυτά.
Ο ξανθός ξένος - δεν τον είχε προσφονήσει Πίτερ η Έλεβεν; Η Νάνσυ δεν είχε πει ένα άλλο όνομα; Ουφ. Ο Γουίλ είναι μπερδεμένος. - παραμένει με ένα βλέμμα γεμάτο ευθυμία, λες και ο Γουίλ συμμετέχει σε κάποιο μεγάλο αστείο που μόνο αυτός, ο Πίτερ - ο δεκαπεντάχρονος αποφασίζει προς στιγμήν να τον φωνάζει - γνωρίζει.
"Πρόσεχε τι εύχεσαι." μουρμουρίζει ο άντρας απαλά. "Υπήρχε ένα κορίτσι κάποτε - με κόκκινα μαλλιά και μια ιδιαίτερη δόση αλαζονείας - που μου είχε πει ότι ήθελε να φύγει από αυτόν τον κόσμο. Είπε ότι είχε έναν αδερφό, τον οποίο πρώτα αγάπησε και θρήνησε και μετά κατέληξε να μισεί. Δεν μπορούσε να κατασταλάξει σε μια μόνο γνώμη." Τα μάτια του μεγαλύτερου βρίσκουν κατευθείαν τα ανοιχτόχρωμα καφέ του Γουίλ. "Ξέρεις τι της συνέβη;"
Η Μαξίν. Η γενναία, ανόητη, υπέροχη Μαξίν. Ο Λούκας, ο Γουίλ, η Ελ, ο Ντάστιν, ο Μάικ και ο Στιβ την επισκέπτονταν συνεχώς στο νοσοκομείο μετά το ‘ατύχημα’. Θα ζούσε η κοπέλα αλλά... δεν θα μπορούσε να δει από το αριστερό της μάτι, πόσο μάλλον να περπατήσει. Οι γιατροί πρότειναν στην ομάδα των παιδιών την λύση της χρήσης αναπηρικού αμαξιδίου για το κορίτσι, αφου θα υποβαλλόταν σε εναν ακόμη μήνα θεραπείας.
Ο Γουίλ δαγκώνει ελαφρά το κάτω χείλος του για να μην πονάει τόσο πολύ η ψυχή του. Προσπαθεί να διατηρήσει την οπτική επαφή, να μην φαίνεται απογοητευμένος από αυτά τα ζοφερά θραύσματα της μνήμης. Να μην βλέπει την Μαξ με τα μάτια της λευκά. Με σπασμένα, παραμορφωμένα πόδια. “Έχασε το ένα της μάτι.” Σιγομουρμουρίζει τελικά. “Τα πόδια της έσπασαν."
“Πολύ σωστά.” Λέει μελιστάλαχτα ο νεαρός. Υπάρχει μια λάμψη ικανοποίησης στα υπερβολικά φωτεινά του μάτια, μάτια που μοιάζουν με ήρεμα νερά λιμνών ή ακόμα και ωκεανών. Μάτια πολύ όμορφα που δεν του ταιριάζουν, που δεν του αξίζει να έχει.
"Αλλά είναι ακόμα ζωντανή." Επιμένει ο Γουίλ για να του την μπει. Είναι πολύ εκνευρισμένος με το πόσο αξιολύπητοι, πόσο ηττημένοι είναι όλοι τους εκεί στο Χόκινς την προκειμένη στιγμή. Ίσως ο Πίτερ - ο Χένρι ή όπως αλλιώς τον λένε- μπορεί να τον σκοτώσει και τώρα αν το θέλει, αλλά δεν θα βλάψει τους άλλους. Το αγόρι είναι σίγουρο ότι η Ελέβεν θα τον σταματήσει, θα τον σκοτώσει αν χρειαστεί. Ο Γουίλ δεν εύχεται τον θάνατο σε κανέναν άλλον. Υπήρχαν ήδη αρκετά θύματα αθώων (νεκρών) πολιτών όταν το Χόκινς χωρίστηκε από τον 'σεισμό'. Συνεχίζει λοιπόν λέγοντας, "Ακόμη κι έτσι, δεν πήρες ακριβώς αυτό που ήθελες. Η Μαξ κατάφερε και επιβίώσε. Παραμένει δυνατή. Πολύ πιο δυνατή από σένα."
“Μπορεί, τελικά, η Ελέβεν να τη βοήθησε με όποιον τρόπο μπορούσε.” Απαντά ανέμελα ο Πίτερ. "Αλλά και πάλι, η πύλη άνοιξε, Γουίλιαμ, το οποίο ήταν ο απώτερος σκοπός μου. Η φιλενάδα σου απλώς έπαιξε ένα μικρό ρόλο στη δημιουργία του." Τα λακκάκια στις άκρες των χειλιών του σχεδόν εμφανίζονται όταν χαμογελάει αχνά, αν και το χαμόγελο δεν φτάνει στα μάτια του.
Ακούγοντας το πλήρες όνομά του να βγαίνει από τα χείλη του άνδρα, αυτού του φονικού παρασίτου, ο Γουίλ νιώθει ναυτία. (Ούτε η Τζόις δεν τον φώναξε με αυτό όταν της έσπαγε τα νεύρα.) Ο έφηβος διώχνει το βουητό των περιττών συλλογισμών από το μυαλό του. Πρέπει να συγκεντρωθεί. Είναι εδώ για κάποιο λόγο. Ρουφάει μια ανάσα και μουρμουρίζει: "Γιατί είσαι εδώ; Είναι και αυτή μια από τις προσπάθειές σου να υπνωτίσεις κάποιον από εμάς;"
'Εμένα', θέλει να πει αντ' αυτού, να γίνει πιο συγκεκριμένος. Έχει βαρεθεί να είναι στο περιθώριο. Θέλει να τον προσέξουν αληθινά, έστω μια φορά – ακόμη και για κάτι αρνητικό. Αρκεί να τον δει κάποιος. Έχει την επιθυμία να ουρλιάξει, να φωνάξει στους ανθρώπους να αντιληφθούν μονάχα την ύπαρξή του. Λατρεύει την Ελέβεν, αλλά... Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από εκείνη και τον Μάικ αυτές τις μέρες, και πόσο πολύ ο Μάικ τη λατρεύει και ο Γουίλ – τον έχει αρρωστήσει αυτό. Δεν το αντέχει. Δεν αντέχει άλλο τον πόνο. Μα στο τέλος λέει ‘κάποιον από εμάς’. Προτιμά να μείνει στην ασφάλεια.
Ο Πήτερ κάνει τρία βήματα λίγο πιο κοντά και ο Γουίλ ξαφνικά βρίσκεται δίπλα του.
Ως επόμενο, το αγόρι απομακρύνεται, πάει πιο πέρα. Αντανακλαστικό επιβίωσης. Ο μικρός δεν εκτιμά τους ανθρώπους που μπαίνουν στον προσωπικό του χώρο στις καλύτερες περιστασεις. Η παρέα του είναι η εξαίρεση.
"Νιώθεις να χάνεσαι; Να πνίγεσαι;” ρωτάει ο άντρας, αγνοώντας την ταλαιπωρία του εφήβου - ή απλώς αδιαφορώντας εντελώς για το πως νιώθει ο συνομιλητής του.” Ακούς μουσική να έρχεται από μακριά;"
Ο Γουίλ χρειάζεται λίγα δευτερόλεπτα για να σκεφτεί μια πιθανή απάντηση. Οχι, δεν νιώθει πόνο, όπως η Μαξ. Δεν βλέπει πουθενά κλιματσίδες να έλκονται, να αναρριχούνται πανώ στο κορμί του και να τον πνίγουν, όπως η Ελ. Νιώθει μια γαλήνη στην καρδιά του. Για άλλη μια φορά κουνάει το κεφάλι του. Η κίνηση είναι, δεν είναι εκεί. "Οχι."
“Τότε δεν πρόκειται για υπνωτισμό.” Απαντά ο Πίτερ. Το απλούστατο αυτό συμπέρασμα είναι τόσ προφανές. Όλα είναι απλά κατά την γνώμη του.
Το αγόρι με τα καστανά μαλλιά, με το χτένισμα που του έφτιαχνε η μητέρα του κάθε χρόνο, ένα χαρακτηριστικό χτένισμα για την οικογένειά τους, τα πάντοτε κοφτερά μάτια του που διαρκώς αναζητούν απαντήσεις μένει να κοιτάζει τον νεαρό άντρα με απορία. “Τι είναι τότε, αν όχι αυτό;”
"Δεν σου είπε η μητέρα σου;"
Ο Γουίλ αισθάνεται την ικανοποίηση στην ποιότητα της φωνής του Πίτερ. Σε μια φωνή που λιώνει σαν το παραδοσιακό σιρόπι για τις βαφλες, αυτό που η Ελ λάτρευε να απλώνει στις κρέπες κατά την διάρκεια του πρωινού.
Το αγόρι σφίγγει τα δόντια του. Η σπίθα οργής που έκρυβε για μέρες ολόκληρες μέσα του αναδύεται ξανά, χιλιοστό προς χιλιοστό. "Μην πιάνεις στο στόμα σου την μητέρα μου! Την απήγαγες μόνο και μόνο για να διασκεδάσεις με τον πόνο της."
"Η γυναίκα εξαφανίστηκε για λιγότερο από μισή ώρα." Λέει συρτά ο Πίτερ, κάνοντας την δραματική επίδειξη να τσεκαρει τα νύχια του, αναγνωρίζοντας πολύ καλά τον ακανόνιστο καρδιακό παλμό μέσα στο θώρακα του Γουίλ, τους πνεύμονες που καταναλώνουν πιο μεγάλη ποσότητα αέρα από αυτό που το παιδί έχει συνηθίσει. "Σιγά το πράγμα. Στο τέλος επέστρεψε πάλι σε εσένα η μανούλα σου, έτσι δεν είναι;"
"Άντε χάσου!" Φωνάζει το αγόρι, μην πιστεύοντας τον βαθμό της απάθειας που είχε αντικρύσει απο τον άντρα. "Ασχέτως του αν επέστρεψε τελικά ή όχι, είχε φρικάρει όσο οτιδήποτε άλλο! Όλοι την ψάχναμε. Νομίζαμε ότι πέθανε!"
Η χρήση μιας τέτοιας απροκάλυπτης γλώσσας τραβάει την προσοχή του μεγαλύτερου, ο οποίος σηκώνει το δεξί του φρύδι χωρίς καθόλου να περιμένει το συγκεκριμένο παιδί να είναι τόσο τολμηρό ώστε να εκφραστεί έτσι μπροστά του. Ο Γουίλ ήταν συνήθως ήσυχος ή πολύ συναισθηματικός και ευγενικός για να είναι τολμηρός στα λόγια. ‘Τουλάχιστον έτσι είναι πολύ πιο διασκεδαστικός. Πρέπει να το πήρε από την τόσο γοητευτική μητέρα του.’"Ω Θεέ μου, αυτό είναι... καινούργιο. Κάποιος πρέπει να έκανε μαθήματα αυτοπεποίθησης, ε;"
"Δεν είχες απειλήσει ξανά κάποιον από την οικογένειά μου." Συρίζει θυμωμένα ο Γουίλ.
"Α, ώστε στε αυτό είναι που σε κάνει να τσιμπάς. Κατάλαβα." Ο Πίτερ χαμογελά προτού τα χείλη του στρίψουν προς τα κάτω στην δεξια μεριά, δημιουργώντας έναν σκεπτικό μορφασμό. "Λοιπόν, μην περιμένεις να απαγάγω τον αδερφό σου την επόμενη φορά. Δεν έχει τίποτα τό ενδιαφέρον - και ούτε η μεγάλη Γουίλερ μετράει." Τα μάτια του σκουραίνουν την επόμενη φορά που θα τα καρφώσει στον έφηβο με το ριγέ μπλε πουκάμισο και το σκούρο μπλε τζιν. "Όχι. Αυτοί δεν ειναι ούτε στο τόσο ενδιαφέρον όσο είστε εσύ και η μητέρα σου.”
Αν το αγόρι δεν είχε νιώσει άβολα πριν, σίγουρα το νιώθει τώρα. "Γιατί να ενδιαφέρεσαι καν για εμάς;" Προσπαθεί να εκφράσει τις αμφιβολίες του όσο πιο ήσυχα μπορεί. Ο Γουίλ μπορεί να γίνει εύκολα εξαιρετικός αναλυτής μιας βαριάς ατμόσφαιρας. Ξέρει πότε να κάνει πίσω. (Ο Λόνι, ο πατέρας του μόνο στο όνομα του το είχε μάθει αυτό. Ένα από τα λίγα χρήσιμα πράγματα που του έμαθε.)
“Επειδή είσαι ξεχωριστός, Γουίλιαμ.” Ψιθυρίζει ο Πίτερ, με τα μάτια του να φαίνονται οδυνηρά συμπαθητικά. “Ή νομίζεις ότι το γεγονός ότι άρχισες να αιμορραγείς από τη μύτη σου ήταν απλώς μια σύμπτωση;”
"Αυτό... αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Δεν έγινε τίποτα, εντάξει; Τα φώτα που έσβησαν στο σπιτάκι οφείλονταν σε έλλειψη ρεύματος!"
Χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση, ο Πίτερ σηκώνει το πηγούνι του αγοριού προς τα πάνω, αναζητώντας την δερματική επαφή για πρώτη φορά, κάτι που τρομάζει τον Γουίλ. ‘Το πιστεύεις στ’ αλήθεια αυτό;”
"Ναι!" φωνάζει ο Γουίλ. "Λες ψέματα! Δεν υπάρχει τηλεκίνηση! Ποτέ δεν υπήρχε." Έπειτα εισπνέει, εκπνέει και μουρμουρίζει, "Δεν είμαι σαν... σαν εκείνη. Ό,τι κακό συνέβη σε μένα, δεν έγινε επειδή ήμουν ‘ξεχωριστός’, έγινε επειδή είχα κακή τύχη! Φρικτή, ακόμη." Τρέμει. Τρέμει σύγκορμος. Δεν νιώθει τα πόδια του - όχι επειδή είναι σπασμένα όπως της Μαξ, αλλά επειδή δεν έχει όρεξη να στηρίξει τον εαυτό του για να σταθεί δυνατός. Πόσο καιρό περίμενε να πει αυτά τα πράγματα, να τα απελευθερώσει από τη μικρή διαλυμένη του καρδιά; Δεν ξέρει. Δεν θυμάται πια ούτε καν να μετράει τον χρόνο.
Ένα ζευγάρι μεγάλα, δυνατά χέρια αγγίζουν τα μάγουλά του, στεγνώνουν απαλά τα νεοδημιουργημένα του δάκρυα με την πιο ειλικρινή άνεση και ανησυχία μαζί, κάτι που έβλεπε μόνο στη μητέρα του και μερικές φορές στον Μάικ - όταν ο κολλητός του ήθελε να ανοιχτεί, δηλαδή.
Οι κόρες των ματιών του αγοριού διαστέλλονται από το σοκ της αίσθησης αυτής. Μια αίσθηση θαλπωρής, η οποία δεν είναι ακριβώς ανεπιθύμητη.
"Νομίζω..." μουρμουρίζει ο μεγαλύτερος, με το πρόσωπό του να φαίνεται ακόμα πιο υπέροχο και μεγαλειώδες καθώς πλησιάζει όλο και πιο κοντά, "... πως θα πρέπει να σταματήσεις να κατηγορείς τον εαυτό σου για όλα. Δεν είναι υγιές, Γουίλιαμ. Τι νομίζεις;"
“Δεν μπορείς.” Ο Γουίλ μπορεί να αισθανθεί ένα εξόγκωμα στο λαιμό του, ένα βάρος, σαν να έχει φράξει η τραχεία του από κάτι. “Δεν μπορείς να το λες αυτό...!”
"Γιατί όχι;” Ο άντρας θέτει ξανά την ερώτηση τόσο ήρεμα. "Επειδή στο δικό σου το μυαλό, οι κακοί υποτίθεται ότι είναι μονοδιάστατοι; Φοβάμαι, μικρέ, ότι αυτό δεν ισχύει στον πραγματικό κόσμο. Θα πρέπει να ξανασκεφτείς την κοσμοθεωρία σου."
“Μα εσύ... εσύ θες να καταστρέψεις τη γη.” διαμαρτύρεται ο Γουίλ μπερδεμένος. “Αυτό παραμένει ίδιο.”
"Όχι. Οχι τη γη. Τους ανθρώπους που τη διαφθείρουν. Και όχι όλους."
“Όχι όλους. Αυτό σημαίνει-“ Το αγόρι νιώθει την ανάσα του να κόβεται για ένα δευτερόλεπτο. "Η Ελέβεν δεν θα συμφωνούσε ποτέ με-"
“Δεν θα έχει άλλη επιλογή.” Λεει ο Πίτερ. “Και δεν μιλούσα για εκείνη.”
Ο Γουίλ καταπίνει. Δεν μπορεί να είναι αυτό που νομίζει ότι είναι. "Εγώ; Μα σου είπα, δεν έχω-"
Τα χέρια που προλίγου σκούπιζαν τα δάκρυα του γίνονται πιο τραχιά, πιο σκληρά, πιο αμείλικτα. Τα νύχια του άντρα πιέζουν τα μάγουλα και τον λαιμό του παιδιού. Πονάει. Πονάει τόσο πολύ. "Θα αποκτήσεις δυνάμεις μέχρι το τέλος της εβδομάδας. Θα δεις ότι έχω δίκιο. Δεν θα μπορείς πια να κρύβεσαι πίσω από δικαιολογίες.” Τώρα τα δάχτυλα χαλαρώνουν κάπως. Επιστρέφουν για να χαϊδέψουν απαλά το δέρμα του εφήβου. "Νιώθεις ακόμα την επιθυμία να βάλεις ένα τέλος, χμμ; Ίσως πηδώντας από κανέναν γκρεμό;"
Ο Γουίλ κάνει απλώς ένα ανεπαίσθητο νέυμα με το κεφάλι του που σημαίνει ‘Όχι’.
"Ωραία."
Τα μάτια του αγοριού καρφώνονται πάλι στον μαγευτικό καταρράκτη. Ακόμα δεν έχει ιδέα πού βρίσκεται. Αυτό μένει να ανακαλυφθεί. "Πού είναι αυτό το μέρος; Ή δεν υπάρχει καθόλου;"
"Φυσικά και υπάρχει." απαντά εύκολα ο Πίτερ. "Η Γωνιά των Αγγέλων. Είναι στη Βενεζουέλα. Ο ψηλότερος καταρράκτης στον κόσμο - για μερικούς ανθρώπους, ο πιο εντυπωσιακός.” Τα χέρια του άντρα ευτυχώς εκείνη την στιγμή επιλέγουν να φύγουν από το πρόσωπο του Γουίλ και αντ 'αυτού είναι κρυμμένα πίσω από την πλάτη του, όπως ήταν τις μέρες όταν ήταν ακόμη επιστάτης στο εργαστήριο του Χόκινς.
"Δεν το ήξερα." λέει ο Γουίλ. "Ποτέ δεν ήμουν τόσο καλός στη γεωγραφία." Δίνει μια πλάγια ματιά στον ομολογουμένως υπερβολικά χαρισματικό εχθρό του με λίγη ανησυχία. Ποτέ δεν του άρεσαν οι ψιλοκουβέντες, ειδικά σε περιπτώσεις όπως αυτές που είναι απλά αχρείαστες. “Έχεις ξανάρθει εδω;”
"Μια φορά μόνο - με την παλιά μου οικογένεια. Ήμουν εννιά.”
Α.
"Σου... σου άρεσε;"
"Α, βέβαια. Πώς σου φαίνεται;"
Ο Γουίλ παρακολουθεί με την άκρη του ματιού του τον λαμπερό καταρράκτη, με πόση δύναμη τα νερά του χτυπούν τη λίμνη πρωτού ηρεμήσουν και αναμιχθούν τελικά με την υπόλοιπη λίμνη και το νερό του ωκεανού και λέει, “Νομίζω ότι είναι... ειλικρινά είναι υπέροχο».
Ο Πίτερ χαμογελά, ευχαριστημένος με την απάντηση που πήρε.
Για λίγο, κανένας τους δεν μιλάει. Αλλά ο Γουίλ έχει ακόμα μια ερώτηση που ήθελε να κάνει. Μια ερώτηση που τον απασχολούσε από τότε που ο άντρας εμφανίστηκε μπροστά στα μάτια του. "Γιατί δεν ανέφερες καθόλου το-;"
"Το σπαρακτικό γεγονός ότι είσαι ερωτευμένος με τον Μάικλ από τότε που θυμάσαι τον εαυτό σου και ότι πεθαίνεις κάθε φορά που τον βλέπεις να φιλάει την Ελέβεν;"
Ο Γουίλ αισθάνεται το στήθος και το πρόσωπό του να κοκκινίζουν πριν καλά καλά γίνουν κόκκινα τα μάγουλά του. "Λοιπόν... ναι.”
"Επειδή εσύ-" λέει ο Πίτερ με τη φωνή του βουτηγμένη στη συμπόνια. "...δεν είσαι. αυτός. που πρέπει να το ακούσει. Ποτέ δεν ήσουν. Υπερβολικά προβλέψιμο για μένα. Το αγόρι των ονείρων σου από την άλλη...” Η σχεδόν αγγελική φιγούρα του τριαντάρη αφήνει τα λόγια της ημιτελής. Ωστόσο το μήνυμα πίσω από αυτά δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο σαφής. Οι γαλάζιες ίριδες του Πίτερ αποσπώνται από την ψυχαγωγία τους με το να θαυμάζουν την εικόνα της φύσης στην πιο κομψή της μορφή και επικεντρώνονται για άλλη μια φορά στον δεκαπεντάχρονο. Τα χείλη του σχηματίζουν ένα χαμόγελο λύκου, ένα από τα πιο μοχθηρά. "Βασανίζεσαι ήδη, μικρέ - απο μόνος σου. Ειλικρινά... εμένα τι με χρειάζεσαι;"
Ο Γουίλ ανοιγοκλείνει τις βλεφαρίδες του ενστικτωδώς και προτού προλάβει να ρωτήσει οτιδήποτε άλλο -
- βρίσκει τον εαυτό του πίσω στην καλύβα του Τζιμ Χόπερ. Σαν να μην έφυγε ποτέ απο εκεί.
