Actions

Work Header

He Shall Destroy The Undeserving (But Not Her) GR

Summary:

Part 1 of my translated 'Advice from a Demon' series:

Η Τζόις δεν περίμενε να γνωρίσει τον άντρα που κατέστρεψε την Ελέβεν σε ένα δάσος με δύο καρέκλες παρατημένες και τον Πίτερ (Χένρι) να της απευθύνεται εγκάρδια, λες και είναι παλιοί φίλοι. Όμως κάπως έτσι έγινε.

Ο Πίτερ, από την πλευρά του, αναρωτιέται αν είναι οικογενειακό των Μπάιερς να έχουν πάντα τόσα νεύρα.
Μάλλον θα το διαπιστώσει σύντομα αυτό.

Work Text:

Η Τζόις μόλις που προλαβαίνει να ανοιγοκλείσει τα μάτια της-

και ξάφνου βρίσκεται σε μια γωνιά του απέραντου δάσους που περιβάλλει την ‘σχεδόν κατεστραμμένη από τον σεισμό’ πόλη του Χόκινς. Ολομόναχη.

Η μεσόκοπη γυναίκα βλέπει δύο καρέκλες, μεταλλικές με πλαστικές πλάτες και καθίσματα, εκεί, καταμεσής του ξέφωτου. Αφήνει μια κραυγή απογοήτευσης να ξεφύγει από τα χείλη της. Είναι οριστικό λοιπόν. Αυτή τη φορά έχασε τελείως τα μυαλά της. Λες και η φορά που παραλίγο να χάσει τον γιο της από εξωγήινους και τέρατα από μια άλλη διάσταση δεν αποτελούσε αρκετό πρόβλημα.

Προσπαθούσε να είναι υπομονετική, να σταθεί δίπλα σε όλους τους άλλους; τους δύο γιούς της, την Έλεβεν, την θετή της κόρη, τους φίλους τους, τον Χόπερ, τον Στιβ, την Νάνσυ, την Ρόμπιν - ακόμη και εκείνο το αγόρι, τον Μάνσον, αφού ο Στιβ τον είχε βρει μισοπεθαμένο στο ίδιο εκείνο δάσος να περπατάει σε κύκλους. Είχε επιζήσει μόνο και μόνο για να μετατραπεί σε ένα πράγμα με κυνόδοντες - αυτό που ο γιος της, ο Γουίλ, αποκαλούσε 'βαμπίρ’. Αλλά ο νεαρός ροκάς τους θυμόταν ακόμα, οπότε ήταν κι αυτό κάτι.

Η Τζόις τρίβει το μέτωπο της για να διώξει το παράλογο τρένο των σκέψεών της. Κουνάει το κεφάλι της για να φύγει ο πονοκέφαλος. Το μυαλό της σκέφτεται άπειρα πρόσωπα ταυτόχρονα. Πρέπει να χαλαρώσει. Επιτόπου. Το μάτι της ξαναβρίσκει τα δύο έπιπλα που φαντάζουν ακατάλληλα μέσα στην καρδιά της φύσης.

“Αυτό... αυτό είναι καρέκλα.” μουρμουρίζει με πνιγηρή φωνή. Μιλάει στον εαυτό της. Τέλεια. Ω, που να πάρει, δεν ντρέπεται διόλου γι αυτό. Υπάρχουν πιο τρελά πράγματα που αυτή η μάνα έχει κάνει όλα αυτά τα χρόνια – συμπεριλαμβανομένου του ταξιδιού στην Αλάσκα για να σώσει τον Τζιμ. Περπατάει πολύ πιο κοντά μέχρι να μπορέσει να αγγίξει την πλάτη μιας από τις καρέκλες. Δεν κάθεται κάτω, αλλά κάτι την τραβάει προς αυτά τα σχετικά ακίνδυνα αντικείμενα - και η Τζόις δεν μπορεί να καταλάβει τι.

“Επιτυχημένη παρατήρηση.” λέει μια φωνή - ένα πρόσωπο - ένας άντρας, που στέκεται περίπου δύο μέτρα πίσω της. Δεν ήταν εκεί τρία δευτερόλεπτα πριν.

Εκείνη τότε ουρλιάζει - εύχεται να μην το είχε κάνει - και γυρίζει να κοιτάξει πίσω της. Ο πανικός της την κάνει να χτυπήσει το αριστερό της πόδι σε έναν βράχο, έναν βράχο που ούτε καν είχε παρατηρήσει απο την βιασύνη της. Σφίγγει τα δόντια της και προσπαθεί να μην βγάλει κανέναν άλλον ήχο πόνου ή έκπληξης.

Όμως την έκπληξη της την έχει ήδη συλλάβει ο τριαντάρης. Είναι όμορφος. Η εξωτερική του εμφάνισή σε απατάει και σε ηρεμεί ταυτόχρονα. Το οβάλ πρόσωπό του είναι ένα μείγμα οξύτητας και θηλυκότητας με τα μεγάλα του μάτια στο χρώμα των νερών του ωκεανού, τα νερά που πνίγουν ναύτες που τολμούν να τα διασχίσουν, την κοφτερή του μύτη, τα χείλη του μικρά αλλά γεμάτα, σχεδόν γυναικεία, και το τετράγωνο σαγόνι του. Τα μαλλιά του - κρεπαρισμένα γύρω από τις ρίζες ωσότου να χαλαρώσουν και να φαίνονται κυματιστά κοντά στις άκρες στο μέσο του λαιμού του - είναι το πλούσιο χρώμα των δημητριακών γκρανόλα που φυτρώνουν στα χωράφια του Χόκινς, έτοιμα να τα μαζέψουν οι αγρότες για να τα αναμείξουν με άλλα δημητριακά και φρούτα για να πωλούνται στην αγορά για την ώρα του πρωινού. Η Τζόις νομίζει ότι μπορεί να δει μερικές πιτσιλιές αίματος να λερώνουν τα κατά τα άλλα άψογα μαλλιά του, αλλά μετά αναρωτιέται ξανά αν αυτό είναι απλώς ένα τέχνασμα του φωτός.

Ο νεαρός φοράει γκρι μακρυμάνικο πουκάμισο και καφέ παντελόνι, μονόχρωμο. Στο αριστερό του χέρι είναι ένα χρυσό ρολόι χειρός με μαύρα δερμάτινα λουριά. Φοράει ανδρικά παπούτσια παρόμοιου καφέ χρώματος. Το σώμα του φαίνεται γενικά μυώδες και δυνατό, αν και η Τζόις δεν θα τον έπαιρνε για κάποιον που έχει προπονηθεί σε γυμναστήριο έστω και μία φορά στη ζωή του.

(“Μάλλον απίθανο όταν είσαι κλεισμένος σε ένα εργαστήριο τη μισή σου ζωή να φροντίζεις παιδιά, μετά να τα σκοτώνεις και μετά να εγκλωβίζεσαι σε έναν άλλο κόσμο για σχεδόν οκτώ χρόνια.” σκέφτεται και καταφέρνει ακόμη και να αφήσει ένα γελάκι, εντυπωσιασμένη από το δικό της χιούμορ.) Παρόλα αυτά, υπόσχεται στον εαυτό της ότι θα προσπαθήσει να μην χάσει την ψυχραιμία της, οπότε σηκώνει το πηγούνι της για να κάνει απευθείας οπτική επαφή με τον άντρα και λέει απότομα, "Τι στο διάολο νομίζετε ότι κάνετε βάζοντας αυτές τις καρέκλες εδώ, κύριε Κρίλ;"

(Γιατί είναι βέβαιο ότι κανείς άλλος δεν τις ξέχασε εδώ κατά λάθος). Τον αποκαλεί ‘Κρίλ’ για να του θυμίσει τους προηγούμενους οικογενειακούς του δεσμούς, για να του θυμίσει ότι είναι ακόμα άνθρωπος. ( -ή ότι ήταν, μια φορά κι έναν καιρό. Η Νάνσυ της είχε πει το όνομα. Η Ελέβεν της είχε πει το άλλο του όνομα, το όνομα με το οποίο τον ήξερε: Πίτερ.)

Εκείνος χαμογελάει. Είναι αχνό. (Αν δεν ήταν αρκετά παρατηρητική, θα της είχε ξεφύγει αυτή η λεπτομέρεια. Αλλά είναι κι έτσι την αντιλαμβάνεται.) “Βασικά, Τζόις... το όνομα μου είναι ‘Πίτερ’. Και το μόνο που προσπαθώ να κάνω είναι να ξεκινήσω μια πολιτισμένη συζήτηση μαζί σου. Αυτό και τίποτα περισσότερο.”

Μα η γυναίκα είναι ακόμα αναστατωμένη και καθόλου μα καθόλου πεπεισμένη από τα καθυσυχαστικά του λόγια. "Τι έγινε με το λουκ του ‘τέρατος από την κόλαση’; Ή τις κλιματσίδες;"

"Καλή ερώτηση." μουρμουρίζει ο άντρας με το βλέμμα του υπολογιστικό, τον τόνο του απόλυτα ευγενικό. Υπέρβολικά ευγενικό για τα γούστα της. "Κοίτα, το θέμα είναι ότι... δεν νομίζω πως αυτή μου η εμφάνισή θα είχε κάποιο αποτέλεσμα σε σένα. Οι ενήλικες σκέφτονται και ενεργούν πολύ διαφορετικά από τα παιδιά. Για αυτό..." Τα μάτια του πέφτουν ξανά στην άδεια καρέκλα - την δική της. "...παρακαλώ, κάθισε κάτω." Τελειώνει τον μικρό του λόγο με έναν απίστευτα ελκυστικό τρόπο προφοράς των λέξεων. Έχει βαθιά, ιδιαίτερη φωνή. Έχει ήδη καθίσει στην δική του πλευρά. (Ναι, αλλά πότε; Στεκόταν στα πόδια του όπως εκείνη πριν από λίγα μόλις λεπτά.)

Είναι ανόητο, αυτό που κάνει η Τζόις. Τα νεύρα της δεν είναι υπό έλεγχο, ειδικά τώρα που βρίσκεται στο ναδίρ του κινδύνου, αλλά δεν μπορεί να συγκρατηθεί. Ήταν πάντα πολύ αυθόρμητη για το δικό της καλό. “Τι θα κάνεις αν δεν υπακούσω;”

Αυτό το ενοχλητικό του χαμόγελο παραμένει. “Μπορείς επίσης να συνεχίσεις να εισαι όρθια. Δεν με ενοχλεί.”

“Και αν φύγω;” Η γυναίκα έχει λίγα δευτερόλεπτα για να ξανασκεφτεί την ερώτηση που έκανε. Μετά την αλλάζει. "Μπορω να φυγω;”

“Φυσικά. Ασφαλώς και μπορείς.”

“Χα...” Πολύ βολικό για το γούστο της. Ο κακός ο οποίος συνεχίζει να σπάει κόκαλα παιδιών αποφασίζει να την αφήσει να συνεχίσει το δρόμο της αβλαβής; Κανένας απώτερος σκοπός; Κάπως απίθανο. “Διαισθάνομαι ένα ‘αλλά’ κάπου εκεί…”

“Πρώτον, αν ήθελες πραγματικά να φύγεις, θα το είχες κάνει ήδη.” αποκρίνεται - ( ο Χένρι; ο Πίτερ; Η γυναίκα βρίσκει ότι το ‘Πίτερ’ της ακούγεται πιο κατάλληλο όνομα για εκείνον.) "Και δεύτερον... δεν θα φύγεις. Παραείσαι περίεργη γι αυτό. Περισσότερο περίεργη παρά φοβισμένη για ένα άτομο χωρίς δυνάμεις. Το θαυμάζω εγώ αυτό σε έναν άνθρωπο.”

Η γυναίκα με τα σκούρα καστανά μαλλιά, όχι και τόσο ατημέλητα αυτή τη φορά, τα συνεχώς κουρασμένα μάτια και τις ρυτίδες εξάντλησης στο πρόσωπό της, συνοφρυώνεται και διπλώνει τα χέρια της στο στήθος της με αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο που την κάνει να δείχνει περισσότερο ‘σκύλα’ και σοβαρή (όπως είναι δηλαδή κάθε φορά που μια φιγούρα αυθεντίας ή μεγαλύτερης δύναμης από αυτήν συμπεριφέρεται σαν - να μην το ωραίοποιούμε - μαλάκας ). "Δεν θαυμάζεις τίποτα, το κέρατο μου μέσα. Κόντεψες να σκοτώσεις το παιδί μου."

"Δεν είναι αλήθεια αυτό." ψιθυρίζει ο Πίτερ. Θεέ μου, γιατί χαμογελάει ακόμα λες και έχουν μια πρωινή συζήτηση την ώρα του καφέ;

"Α, ναι;” χλευάζει εκείνη. Ακόμα δεν κάνει καμία κίνηση να καθίσει στην καρέκλα της. "Ποιος το έκανε τότε; Το Τέρας της Σκιάς;"

Το πρόσωπό του νεαρού άντρα σχηματίζει μια γκριμάτσα σύγχυσης για περίπου δύο δευτερόλεπτα, προτού θυμηθεί το αραχνοειδές πλάσμα με τα οκτώ πόδια στο οποίο αναφέρεται και εκείνη. Αυτό που η παρέα των Φρικιών αποκαλεί ‘Ωροβώρο’. "Εννοείς τον Καϊλίθιους; Όχι, δεν ήταν αυτός που πήρε το αγόρι σου. Πίστεψέ με... Το ξέρω. Διευθέτησα αυτό το θέμα προσωπικά."

Τα μάτια της σαραντάπεντάχρονης μάνας λάμπουν από τη μανία τεσσάρων ετών. Ο θυμός βράζει μέχρι που εκρύγνυται. "Γαμημένε...!"

“Προτού αφήσεις την οργή σου να σε κυριεύσει-“ λέει ο Πίτερ απότομα αλλά με συγκαταβατικό τόνο ταυτόχρονα – ενας Θεός ξέρει πώς - “Επίτρεψε μου να σου υπενθυμίσω το γεγονός ότι ήμουν ο μοναδικός λόγος που ο Γουίλιαμ επέζησε στον κόσμο μου για μια εβδομάδα, πολύ πριν από την προσπάθεια της Ελέβεν να τον βρει και την ομάδα διάσωσης σας να τον φέρει πίσω.”

Η γυναίκα δεν μπορεί να πιστέψει αυτό το πράγμα. Τέτοια αυθάδειά. Τέτοια κακία. "Ψεύτη."

Ο άντρας χαμογελάει ξανά. Τα μάτια του για άλλη μια φορά την προσκαλούν να καθίσει κάτω.

Αυτή τη φορά η Τζόις το τσιμπάει το δόλωμα. Δεν μπορεί να νιώσει τα πόδια της έτσι κι αλλιώς. Ο τελευταίος χρόνος παραήταν παράξενος για εκείνη ώστε να έχει ενέργεια να σταθεί στα πόδια της. Να μιλήσει, ναι, αλλά να μείνει για λίγο ακόμα όρθια; Ακομη περισσότερο, να τρέξει; Οχι. Μόλις πέφτει φαρδιά πλατιά στο κάθισμά της, μια κίνηση που κάνει την καρέκλα να κυλήσει προς τα πίσω και το μέταλλο να τριφτεί στη λάσπη, εστιάζει το βλέμμα της πίσω σε εκείνον. (Χρειζεται νερό. Επειγόντως.)

"Επιτέλους, ήρθες στα σύγκαλα σου.” ‘

'Γάμα το.’ Αντ’ αυτού, γλείφει δύο φορές το κάτω χείλος της και μετά βίας απαντάει, “Λέει ο άνθρωπος που σκότωσε δεκαέξι παιδιά κι έπειτα το αποκάλεσε ‘καλή ιδέα’.”

Ο Πίτερ χαμογελά με τη στενοχώρια της. Απολαμβάνει τη μανία της. "Α, μα εσύ... εσύ έχεις πλάκα."

Η Τζόις έχει χάσει τα περισσότερα εγκεφαλικά της κύτταρα λόγω της δυαδικότητας του χαρακτήρα αυτού του άντρα. Νιώθει εξαπατημένη. Πού είναι οι απειλές; Η όλη φάση φαίνεται πολύ νορμάλ για έναν τρελό κοινωνιοπαθή. "Συγνώμη;”

"Κανείς δεν έχει καταφέρει να με διασκεδάσει σε τέτοιο επίπεδο στο παρελθόν – με ελάχιστες εξαιρέσεις.” εξηγεί ο Πίτερ, η στάση του πάντα υπομονετική. “Σοβαρά τώρα. Αυτός ο ρόλος της ‘χωρισμένης μητέρας που κάνει τα πάντα για να προστατεύσει το μικρότερο παιδί της, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι αψηφά δυνάμεις πιο δυνατές από αυτήν..” Ακόμη ένα από τα χαμόγελά του. Ο όμορφος ξένος την κοιτάζει τώρα όπως θα ακριβώς θα κοιτούσε ένα μωρό ελέφαντα μέσα από τα κάγκελα ενός κλουβιού σε έναν ζωολογικό κήπο. "... είναι απλώς αξιολάτρευτος. Ίσως, στο τέλος, να είσαι κι εσύ ανάμεσα στους λίγους επιζώντες, ποιος ξέρει; Μαζί με τον γιο σου, τον Γουίλ και την Ελέβεν. Ίσως."

"Άσε τα μωρά μου ήσυχα! Μ' ακούς;" του λέει, ο τόνος της προειδοποιητικός. Τα χέρια της πιάνουν τα μπράτσα της καρέκλας για να μην χιμήξει πάνω του και χρησιμοποιήσει τα χέρια της για να βγάλει τα μάτια του μόνη της. Γάμα το όπλο της. Πεταμένο στο χώμα ήταν εδώ και ώρα. Δεν θυμόταν ότι το είχε καν μαζί της, τόσο συνεπαρμένη ήταν από τη συνομιλία τους.

“Αλλιώς τι;” τη ρωτάει ο Πίτερ γλυκά, όπως κάνει κάποιος που έχει τον πλήρη έλεγχο - και δεν βρίσκεται σε απόλυτη σύγχυση όπως εκείνη. "Τι θα κάνεις; Πιο συγκεκριμένα, τι μπορείς να κάνεις; Εκτός από το να ουρλιάξεις μέχρι να σκάσει το λαρύγγι σου ή να χρησιμοποιήσεις το όπλο που έφερες μαζί σου - πράγματα που είναι εντελώς άχρηστα σε μένα."

Η Τζόις ρίχνει μια ματιά στο σκουριασμένο πιστό στο αποσυντιθέμσνο γρασίδι χωρίς να το καταλάβει. Ενα πράμα αχρηστο, αχρησιμοποίητο. Τελικά έχει δίκιο ο τύπος. Αυτός ο μπάσταρδος είχε σταματήσει τις σφαίρες απο το να τον χτυπήσουν με ευκολία ξανά και ξανά - μόνο και μόνο για να απολαύσει την αλλοίωση της ψευδαίσθησης της Τζόις. Την ψευδαίσθηση ότι η γυναίκα έχει πράγματι κάποιο είδος εξουσίας πάνω του – κάτι που στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα. “Είχες πει ότι ησουν εντυπωσιασμένος μαζί μου.” Ψιθυρίζει και πάλι. Απογοητευμένη. Νιώθει ότι προδίδει όλες τις αρχές της. Ποιος θα ήθελε την έγκριση, τον καλό λόγο ενός τέτοιου ανθρώπου;

"Ήμουν.” την κατευνάζει ο Πίτερ. “Είμαι. Ο χαρακτήρας σου, σίγουρα, αυτός... είναι πράγματι μια υπολογίσιμη δύναμη. Αλλά ας μην προσποιούμαστε ότι ένα όπλο φτιαγμένο από ανθρώπους είναι πιο δυνατό από εμένα. Στο κάτω κάτω, ο στόχος μου είναι να δείχνω την αλήθεια στους άλλους. Δεν μπορώ να αλλάξω την πραγματικότητα μόνο και μόνο για να σε κατευνάσω – εσένα ή οποιονδήποτε άλλον."

"Την πραγματικότητα;” τραυλίζει η Τζόις με το πρόσωπό της να είναι κατακόκκινο απο τον υδρώτα που μαρτυρεί τη δυσπιστία της. “Πιστεύεις ότι περιγράφεις την πραγματικότητα;”

"Για να είμαστε απόλυτα ακριβής, ναι. Αυτό κάνω." απαντά ο Πίτερ πριν μπλέξει τα δάχτυλα των χεριών του μεταξύ τους. "Για παράδειγμα: Εσύ... είσαι μια από τις έξυπνότερες γυναίκες που έχω γνωρίσει. Αυτό είναι γεγονός. Δεν μπορεί να αλλάξει, ανεξαρτήτως απο τις μαχητικές σου ικανότητες, οι οποίες ομολογουμένως καταντούν κάπως περιορισμένες."

Τα λόγια του αυτά την παρασέρνουν σε μια δίνη συναισθημάτων: σοκ και έκπληξη. Δεν ξέρει τι να πει. Είναι πολύ καλός στο παιχνίδι της πλάνης. Την κερδίζει με τον χαρισματικό του χαρακτήρα. Ξαφνικά, η Τζόις δεν ξέρει πώς να του αντισταθεί.

Ο Πίτερ καταλαβαίνει αμέσως το νόημα πίσω από το φοβισμένο βλέμμα της και τα μάτια του μαλακώνουν πολύ περισσότερο από όσο είχαν πριν από λίγα δευτερόλεπτα. "Α. Καταλαβαίνω... Δεν σου το λένε συχνά αυτό, έτσι δεν είναι;"

Η ιδέα που προτείνει ο άντρας, το πρόσωπό που προκάλεσε τέτοιο τραύμα στην Ελέβεν, ο άνθρωπος που τώρα της δείχνει συμπόνια και κατανόησή την τρομάζει. Παίζει με το μυαλό της, το ξέρει. Ωστόσο, αυτή η θετική αίσθηση κολακείας κολλάει πάνω της σαν δεύτερο δέρμα.

"Ναι, μου το έχουν πει." Βιάζεται να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Ποτέ δεν είχε νιώσει τόσο χάλια σε μια συζήτηση με άλλον ενήλικα πριν – με εξαίρεση τον Λόνι, τον πρώην άντρα της. "Ο Χόπερ το κάνει, τα παιδιά μου το κάνουν - ακόμα και αυτός ο επιτηδευμένος μαλάκας μπορεί να σου το επιβεβαιώσει. Αυτός ο.. Δρ Τάδε, ο ασπρομάλλης. Του είχα ρίξει μπουνιά στο πρόσωπο κάποτε. Ήξερα από την αρχή πόσο μεγάλος κόπανος ήταν.”

“Φυσικά και το έκανες.” λέει ο ξανθος ήρεμα, κάνοντας ότι μπορεί για να τη διαβεβαιώσει για ο πόσο δίκιο έχει. "Και αυτός ο επιστήμονας – Μπρένερ, ήταν το όνομά του - είναι πια νεκρός. Δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς από αυτόν." Ο Πίτερ ρίχνει το βλέμμα του στον κόκκινο ουρανό που έχει ανακατευτεί με τον μαύρο και τον γκρίζο καπνό των σύννεφων προτού ψιθυρίσει, "Η Ελέβεν ήταν μαζί του όταν πέθανε. Το ήξερες αυτό;"

Η Τζόις πιάνεται τελείως απροετοίμαστη από αυτά τα νέα. “Όχι, δεν... δεν το ανέφερε αυτό καθόλου.”

“Εν πάση περιπτώσει, ο άντρας αυτός δεν είναι πια εν ζωή. Είσαι ελεύθερη.”

"Ναι - και από σένα; Πότε θα ελευθερωθούμε από σένα;" Ρωτάει εκείνη με σφιγμένο το σαγόνι, με μικροσκοπικές μπλε φλέβες να εμφανίζονται στον λαιμό της από τα νεύρα.

“Αυτό, φοβάμαι...” μουρμουρίζει ο Πίτερ. “... πως δεν μπορώ να το απαντήσω."

“Τότε γιατί είσαι εδώ;” ρωτάει η Τζόις με τη φωνή της να είναι κατηγορητική, γεμάτη περιφρόνηση. "Έχεις ελεύθερο χρόνο, έτσι δεν είναι; Αποφάσισες να το κάνεις αυτό για πλάκα; Λοιπόν, εγώ δεν έχω. Δεν έχω αρκετό χρόνο."

“Στο είπα. Ήθελα να σε γνωρίσω.”

"Λοιπόν, ορίστε. Με γνώρισες. Κάτι άλλο;"

“Μόνο ένα πράγμα ακόμα.” Τα μάτια του κινούνται σε όλο της το σώμα, την περιεργάζονται εξονυχιστικά θα λέγαμε. Συνήθως, η Τζόις εκτιμάει μια τέτοια χειρονομία - όταν την κάνει ο Χόπερ. Αλλά όταν προέρχεται απο αυτόν τον ανώμαλο; Ούτε καν. Μακριά απο αυτήν. “Προστάτεψε τον μικρότερο γιο σου.”

Η Τζόις ανασηκώνει το δεξί της φρύδι, όπως κάνει κάθε φορά που ακούει κάτι κακό. "Τον Γουίλ; Σε τι ωφελεί; Τον θέλεις νεκρό έτσι κι αλλιώς." Παίζει τη μητέρα που έχει χάσει κάθε ελπίδα, που τα παρατάει. Δεν είναι παρα μόνο μια μάσκα. Ελπίζει ότι θα λειτουργήσει.

“Δεν θέλω να σκοτώσω το παιδί σου.” της λεει εκείνος. “Σε περίπτωση που δεν το είχες προσέξει, πότε δεν το ήθελα.”

"Γιατί όχι;”

“Θα το μάθεις αυτό πολύ σύντομα.”

Τα μάτια της σκοτεινιάζουν. Δεν τον αφήνει σε ησυχία. Πρέπει να μάθει περισσότερα τώρα που είναι ήρεμος. “Και η Ελέβεν;”

Το όνομα της μικρής κάνει τις δικές του μπλε ίριδες να ανάψουν παράξενα με ξαφνικό ενδιαφέρον. "Τι, ‘η Ελέβεν’;”

“Είσαι ακόμα θυμωμένος μαζί της;”

“Εκείνη τι σου είπε;”

"Μου είπε ότι το άτομο που εμπιστευόταν περισσότερο στο εργαστήριο κατέληξε να την προδώσει ένα πρωί – έτσι βρέθηκε σε ένα δωμάτιο γεμάτο πτώματα παιδιών που δεν είχαν κάνει τίποτα για να αξίζουν αυτό που τους συνέβη. Επιπλέον, το ίδιο άτομο παραλίγο να τη σκοτώσει όταν αυτή απέρριψε τις ιδέες του για αυτό που εγώ αποκαλώ μια ‘πλήρης εξόντωση του σύμπαντος’.”

Η Τζόις βλέπει τον άντρα να συνοφρυώνεται. Δεν θέλει να θυμάται αυτές τις εποχές ούτε μια σπίθα περισσότερο απ' όσο θέλει κι η Ελέβεν. “Ήταν πάντα τόσο επιρρεπής στους συναισθηματισμούς αυτό το κορίτσι...

"Και εσύ δεν ήσουν;" τολμά να ρωτήσει η γυναίκα με τα καστανά μαλλιά.

Αυτό είναι το τελικό χτύπημα, αυτό που τον κάνει να αντιδρασει. Δεν χρειάζεται καν να σηκώσει το χέρι του - κι όμως, τα μεταλλικά πόδια της καρέκλας στην οποία κάθεται η Τζόις αρχίζουν να λυγίζουν. Η καρέκλα χαμηλώνει μέχρι να χτυπήσει το λασπωμένο έδαφος καλυμμένο με φύλλα και ζωύφια.

Προς τιμήν της, η Τζόις δεν βγάζει ήχο. Απλώς σηκώνεται όρθια σαν να μην συνέβη τίποτα, με τα χέρια στους γοφούς της, χαμογελώντας αχνά. “Μάλιστα. Τόσο διήρκεσε το ‘σε συμπαθώ’ υποθέτω. Έσπασες την καρέκλα μου.”

Ο Πίτερ καταπίνει λίγο από το σάλιο στο λαιμό του, το οποίο ένιωθε ότι τον έπνιγε πριν πει, “Παραείχες βολευτεί εκεί.”

Η γυναίκα αναστενάζει. "Ναι, τέλος πάντων - για την Ελέβεν, αν έχεις κάτι να της πεις, σε παρακαλώ, πες της το μόνος σου. Δεν μπορώ να παίζω τον αγγελιαφόρο."

Ο Πίτερ της γνέφει καταφατικά. Μια πιο μηχανική κίνηση, παρά πραγματική συμφωνία με αυτά που είχε πει η γυναίκα. Δεν φαίνεται να την ακούει. Υπάρχει κάτι εμμονικό στον τρόπο που οι κόρες του κινούνται από δεξιά προς τα αριστερά και μετά πάλι πίσω χωρίς να κοιτάζουν τίποτα. Χωρίς άλλη λέξη, εξαφανίζεται ακριβώς μπροστά στα μάτια της. Ούτε ένα αντίο, κάποια εξήγηση ή δραματική έξοδος. Τίποτα.

Η Τζόις μένει μονάχα να κοιτάζει την άδεια καρέκλα με ανοιχτό το στόμα. Μόλις το σοκ της έχει υποχωρήσει, επιστρέφει στον παλιό καλό τσαντισμένο εαυτό της. "ΕΕΕ! ΡΕ ΞΙΠΑΣΜΕΝΕ ΒΛΑΚΑ! Δεν μπορείς να με αφήσεις ΕΔΩ, στη μέση του ΔΑΣΟΥΣ! Πώς στο ΔΙΆΟΛΟ θα επιστρέψω σπίτι μου;!"

"Απλώς ακολούθησε τον δρόμο με τα κίτρινα τούβλα, καρδιά μου. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο...” Λέει μια υπέροχη φωνή – η φωνή του - κοντά στο αριστερό της αυτί. Στέλνει ρίγη στη ραχοκοκαλιά της.

“Ωραίος κακός είσαι. Γαμημένο κάθαρμα.” βρίζει αυτή κάτω από τα δόντια της. "Ποιόν κίτρινο δρόμο...;!" Φωνάζει, ακριβώς πριν βήξει από τη σκόνη που μπαίνει στον φάρυγγα της. Όπως και να ‘χει, δεν παίρνει απάντηση.

Ένα λεπτό μετά, βλέπει τούβλα - κίτρινα τούβλα να εμφανίζονται από το πουθενά κάτω από τα πόδια της και να συνεχίζουν να εμφανίζονται, σχηματίζοντας τελικά ένα μονοπάτι που οδηγεί νοτιοανατολικά στα δεξιά της. Δεν μπορεί να πιστέψει στα μάτια της. Ένα καρδιοχτύπι αργότερα, αναστενάζει. "Λοιπόν... Ορίστε, Τζόις. Ένα μονοπάτι για να το ακολουθήσεις. Μακάρι να ήταν εκεί κανονικά και να μην είχε δημιουργηθεί από έναν σαδιστή ψυχοπαθή που δεν είναι να τον εμπιστεύεσαι." Δεν ξέρει καν τι είναι ο Κρίλ. 'Σόρυ, ο Πίτερ.'

Μη θέλοντας να χάσει άλλο από την ενέργειά της στο να τον σκέφτεται, αρχίζει να περπατά με αργό αλλά σίγουρο ρυθμό προς την κατεύθυνση που την πηγαίνουν τα τούβλα. Μετά από είκοσι λεπτά τζόκινγκ (σε αυτό είχε μετατραπεί το περπάτημα, λόγω του αυξανόμενου άγχους της), νιώθει ανακουφισμένη όταν εντοπίζει την παρέα του γιού της από μακριά.

Πρώτα αναγνωρίζει τον Τζιμ, ψηλός σαν δέντρο που είναι, μετά την Ελέβεν και τον Γουίλ, τον Ντάστιν, τον Λούκας, τον Μάικ κκαι την Μαξ που μιλούν με τον Έντι και τελευταίους, τον Στιβ, τον Τζόναθαν και την Νάνσυ να ψιθυρίζουν μεταξύ τους.

Ο Γουίλ είναι ο πρώτος που παρατηρεί τον ήχο των βημάτων που πλησιάζουν και στρέφει το κεφάλι του για να την κοιτάξει, με το πιο σοβαρό βλέμμα του να γίνεται ξανά ενθουσιασμένο, γεμάτο ανακούφιση. "Μαμά! Μαμά, είσαι καλά!" Σχεδόν την χτυπά κάτω από το πώς τρέχει να την πάρει μια αγκαλιά που της κόβει την ανάσα. “Νόμιζα... Νόμιζα ότι σε χάσαμε!”

"Είμαι καλά, μωρό μου. Είμαι καλά." του ψιθυρίζει εκείνη, φιλώντας τον απαλά στον κρόταφο.

Με την άκρη του ματιού της βλέπει την Ελέβεν να την κοιτάζει με την έκφραση της να παραμένει ανήσυχη.

Ο Γουίλ την απελευθερώνει και της γνέφει ως ένδειξη ενθάρρυνσης να πάει στο κορίτσι.

“Γεια σου, γλυκιά μου.” μουρμουρίζει η Τζόις μόλις αυτή και η Ελέβεν στέκονται δίπλα-δίπλα, με τον τόνο της να αποκαλύπτει πόσο πολύ έχει επηρεαστεί η ψυχολογία της με όλα αυτά που τους έχουν συμβεί. "Τι έχεις;”

“Σε βρήκε εκείνος, ετσι;” ψιθυρίζει το κορίτσι. Τα μαλλιά της που μόλις που μάκρυναν λίγο θυμίζουν κούρεμα αγοριού. Τα κοντά μαλλιά την κάνουν να φαίνεται αδύναμη και αξιολύπητη, τόσο ανίσχυρη όσο και οι υπόλοιποι - μια σκέψη που κανείς δεν ήθελε να παραδεχτεί.

Η Τζόις προσπαθεί να κάνει την αλήθεια να μην φαίνεται τόσο μεγάλη. Χαμογελάει παρόλο που είναι αναγκασμένη να το κάνει. "Ναι, αλλά δεν έγινε τίποτα. Βλέπεις; Είμαι καλά. Ο Κριλ ήταν απλώς ο συνηθισμένος δραματικός εαυτός του. Δεν υπάρχει τίποτα το ανησυχητικό. Δεν θα μπορούσε να μου κάνει κάτι ακόμα κι αν ήθελε."

Το σχεδόν δεκαεξάχρονο κορίτσι δεν φαίνεται να την πιστεύει. Το στόμα της είναι στριμμένο μέχρι κάτω σε μια γραμμή απογοήτευσης και δεν λέει τίποτα μετά από αυτό.

Η Τζόις από την πλευρά της δεν μετανιώνει που είπε ψέματα. Δεν θα γίνει τίποτα κακό. Δεν παν να γαμηθούν οι απειλές του Πίτερ ότι ‘μονάχα τρεις από αυτούς θα επιζήσουν’. Όχι. Θα τα καταφέρουν όλοι. Θα τον συντρίψουν. Θα φροντίσει η ίδια για αυτό. Η Ελέβεν θα έχει όλη την αγάπη τους στο πλευρό της, όλες τις δυνάμεις της για να τον νικήσει.

******

Μια εβδομάδα αργότερα, ο Γουίλ αρχίζει να αιμορραγεί από το αριστερό του ρουθούνι.

Η Τζόις θυμάται και κάτι άλλο που της είχε πει ο Πίτερ μέσα από ένα όνειρο, πριν από δύο νύχτες, όταν είχε δει ένα από τα οράματα του ανάμεσα σε όλες τις άλλες ανησυχίες της. Λόγια που δεν είχε τολμήσει να αποκαλύψει σε κανέναν.

“Δεν μπορώ να σκοτώσω τον γιο σου. Βλέπεις... έχει κι αυτός ένα κομμάτι μου μέσα του.”

‘Α στο διάολο.’ Σκέφτεται καθώς τινάζεται από το κρεβάτι της στην μέση της νύχτας, μούσκεμα από τον ιδρώτα.

Series this work belongs to: