Chapter Text
σποιλερ αλερτ ότι πρώτη φορά επιχειρώ να γράψω κάτι τέτοιο.
Εμπνευσμένο από την σειρά βιβλίων τόμπι - ο μικρός ήρωας του δέντρου, και πιο συγκεκριμένα, από την σκηνή όπου ο Νιλς Αμέν μιλάει στην Ελίσα μέσω των αναμνήσεων που έχει με τον Τόμπι [10/10 βιβλία τα ερωτεύομαι κάθε φορά που τα διαβάζω, defo would recommend]
“Θα προτιμούσα να μείνω δίπλα σου. Δες, όπως είμαστε τώρα. Εσύ, εγώ, η αγκαλιά σου, η φωτιά και τα αστέρια μας. Γύρω μας η έρημος. Γύρω μας η έρημος, και το τίποτα.” Ο Tighnari πέρασε το χέρι του μέσα από την άμμο και μάζεψε αρκετή στην χούφτα του. Ο άντρας στην αγκαλιά του κουνήθηκε. Τα χέρια του έσφιξαν γύρω από την μέση του· ο Tighnari αναγκάστηκε να στηριχτεί πάνω στα χέρια του. Έτσι, το κεφάλι του κοίταξε προς τα πάνω. Αντί για να συνεχίσει, διέκοψε τον μικρό του λόγο και κοίταξε τα αστέρια. Η φωνή του ήταν πιο απαλή όταν συνέχισε. Έπρεπε να περάσει το μήνυμά του με νοήματα· δεν υπήρχε λόγος να αναστατώσει το αγόρι του παραπάνω.
“Την πρώτη φορά που με έφερες εδώ, μου έδειξες την άμμο. Είπες ότι σου θυμίζω την άμμο· είχα προσβληθεί. Νόμιζα ότι με αποκαλούσες μουντό. Νόμιζα ότι… νόμιζα ότι με αποκαλούσες αντικαταστήσιμο. Η άμμος εξαπλωνόταν παντού. Εκατομμύρια, δισεκατομμύρια κόκκοι άμμου. Και εγώ ένας κόκκος μαζί τους.” με αυτό το σχόλιο, ο Cyno κουνήθηκε και ξεκίνησε να μουρμουρίζει. “Σσσς. Δεν σε ρώτησα τι εννοούσες. Μα εκείνο το βράδυ κατάλαβα. Είχαμε κλείσει τους έξι μήνες μαζί. Σε γνώριζα αρκετά καλά.”
Ο Cyno δεν έλεγε τίποτα. Του άρεσαν οι αναμνήσεις του Tighnari. Θα μπορούσε να τον ακούει να μιλάει για ώρες. Ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε τον είχε παγιδέψει από την πρώτη στιγμή. Ο Tighnari πάντα διάλεγε μικρές, κοφτές προτάσεις για να εξηγήσει πράγματα στους μαθητές του. Τότε η φωνή του γινότανε μουντή. Μα όταν μιλούσε σε εκείνον, η φωνή του χρωμάτιζε ένα ουράνιο τόξο στα μάτια του. Ο λόγος του υφαινόταν στην καρδιά του και αν ζητούσες από τον Cyno να επαναλάβει ακριβώς τι είχε πει το αγόρι του, θα σου τα έλεγε ακριβώς. Γιατί όταν ο Tighnari μιλούσε, ο Cyno άκουγε.
“Εκείνο το βράδυ, ετοίμασες φαγητό. Δεν θυμάμαι ακριβώς τι έφτιαξες· η προσοχή μου ήταν στραμμένη στην άμμο, όχι στο φαγητό. Με πολύ προσοχή,είχες παραμερίσει αρκετή άμμο για να ανάψεις την φωτιά. Και όσο ψηνόταν το φαγητό -νομίζω είχες φτιάξει πίτες- έπαιξες με την άμμο. Ύστερα παραδέχτηκες ότι ντρεπόσουνα. Δεν θα μπορούσε ποτέ κάποιος να συγκρίνει το δάσος μου με την έρημό σου. Έκανες λάθος. Έχουν περάσει χρόνια από αυτήν την στιγμή αλλά θυμάμαι πόσο πολύ είχα εντυπωσιαστεί.
Μου είχες παρουσιάσει κάτι υπέροχο. Μία νέα… ένας νέος κόσμος, φτιαγμένος από άμμο και πέτρα. Μου έδειξες φυτά που ποτέ πριν δεν είχα δει· μου έδειξες τις πυραμίδες. Είδα ζώα τα οποία δεν είχα δει ποτέ και γνώρισα ανθρώπους για τους οποίους είχα μόνο ακούσει ιστορίες. Περάσαμε δίπλα από καραβάνια και ακούσαμε τα τραγούδια τους, παρακολουθήσαμε τους νομάδες να χορεύουνε, να κυνηγάνε, να ακονίζουν τα όπλα τους. Εκείνη την μέρα, μου έδειξες μία νέα μορφή αγάπης, που δεν συναντάται στην γωνία του δάσους μου. Ο ατομικισμός εκεί πέρα με τρελαίνει. Αυτή η μορφή αγάπης συναντάται μερικές φορές στην πόλη της Sumeru, σε οικογένειες, αλλά στην έρημο κυριαρχούσε.
Η αλληλεγγύη. Η συνεργασία. Η αλληλεπίδραση. Μία ομάδα που λειτουργούσε τέλεια. Η ζωή προσφέρει πιο πολλά πράγματα από υλικά. Και αυτό το κατάλαβα τότε. Καθίσαμε την σκιά της πυραμίδας και μετά ήσουνα σιωπηλός. Με είχες παρομοιάσει με την άμμο και η σιωπή μου σε σώπασε. Μόνο όταν φάνηκαν τα πρώτα αστέρια κατάλαβα τι εννοούσες. Είχα φάει ένα ζεστό φαγητό και είχα κουκουλωθεί στις κουβέρτες που είχες φέρει για εμένα. Ένιωσα την ζεστή άμμο κάτω από το σώμα μου και τον παγερό αέρα που χάιδευε τα μάγουλά μου. Θα είχα παγώσει χωρίς την άμμο. Δεν θα είχα φάει χωρίς την άμμο. Σκέφτηκα ότι με παρομοίασες μόνο για να μου δείξεις ότι σε κρατάω ζεστό· νόμισα ότι μιλούσες για την αγκαλιά μου. Μου άρεσε, για αυτό δεν είπα κάτι. Μου άρεσε η ιδέα ότι ήμουν κάτι το οποίο σε κρατούσε ζωντανό.
Το επόμενο πρωί έσβησες την φωτιά με άμμο. Έτριψες άμμο πάνω στα πόδια σου, ακριβώς όπως σου είχαν μάθει. Μου είπες ότι σε βοηθούσε στο να περπατάς. Πέταξες λίγη άμμο στον αέρα για να δεις προς τα πού φυσούσε ο άνεμος…
Η άμμος είναι μέρος της ζωής σου. Το κατάλαβα τότε. Νομίζω τότε σε ερωτεύτηκα. Πάντα γνώριζα ότι σε ήθελα, μα εκείνο το πρωινό μου άνοιξε τα μάτια. Μου είπες ότι… ήμουν κομμάτι της ζωής σου. Άπλωσες το χέρι σου, μου παρουσίασες την ζωή σου, με άφησες να είμαι μέρος της. Και τότε ήξερα ότι αυτό ήθελα.”
Για λίγο κυριαρχούσε ησυχία. Είχαν περάσει εφτά χρόνια από αυτήν την στιγμή, μα και οι δύο τους την ξαναζούσαν στην καρδιά τους συχνά. Ο Cyno ήξερε ότι ο Tighnari του τα έλεγε αυτά για να φτάσει κάπου αλλού.
“Είσαι κομμάτι της ζωής μου ό,τι και αν συμβεί, το ξέρεις αυτό, έτσι;” Ο Tighnari χάιδεψε το μάγουλο του Cyno προσεκτικά.
“Πού το πας;” ο τελευταίος ανασηκώθηκε και ξέφυγε από την αγκαλιά του. Τα μάτια τους ήταν πάλι στο ίδιο ύψος· ο Tighnari χαμήλωσε το βλέμμα του. Δεν άντεχε να βλέπει τον Cyno γνωρίζοντας ότι τα επόμενά του λόγια θα τον πλήγωναν. “Με κάλεσαν από τα γραφεία στην πόλη. Πρέπει να οδηγήσω μία ομάδα ερευνητών μέσα στην σωρό του πρώτου γίγαντα, στην πεδιάδα Ardravi.”
“Πότε ξεκινάμε;”
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν αρκετή. Ο Cyno κατάλαβε αμέσως γιατί ο Tighnari φαινόταν σαν να είχε καταπιεί την γλώσσα του.
“Δεν θέλεις να έρθω.” η πρόταση αυτή γέμισε το στόμα του με μία αλμυρή γεύση. Απογοήτευση τον γέμισε.
“Cyno. Είσαι πολύ ταλαντούχος ότι αφορά την ξιφομαχία. Και είσαι έξυπνος. Μα δεν έχεις σπουδάσει όσα έχουμε σπουδάσει εμείς και οι εξερευνητές.”
“Φοβάσαι ότι, αν ερχόμουν, θα σας κρατούσα πίσω;”
“Το κάνεις να ακούγεται τρομερό. Όχι, αγάπη μου. Φοβάμαι ότι μπορεί να σου συμβεί κάτι. Η τεχνολογία του Khaenriah είναι ακατανόητη για πολλούς· φοβάμαι ότι ο γίγαντας μπορεί να ξυπνήσει.”
“Μα εκεί ακριβώς θα με χρειαστείς. Αν ξυπνήσει ο γίγαντας, γνωρίζω ακριβώς πώς να τον ακινητοποιήσω.”
“Δεν είναι αυτό. Δεν νομίζω ότι θα ξυπνήσει ο γίγαντας. Αλλά φοβάμαι για εσένα. Αντί για να οδηγήσω την ομάδα, θα πρόσεχα εσένα. Αντί να δείξω κάτι σημαντικό, θα έπρεπε να προσέχω μήπως σου συμβεί κάτι.”
“Άρα συμφωνούμε. Πιστεύεις ότι θα σε κρατούσα πίσω.”
“Υποθέτω πως ναι.” τα μάτια των δύο είχαν πλημμυρίσει με δάκρυα. Για αρκετή ώρα, κανείς δεν είπε τίποτα. O Tighnari έπρεπε να βρει μία λύση για αυτήν την κατάσταση. Δεν ήθελε να συμφωνήσει με το αγόρι του, μα δεν έκανε λάθος. Θα τους κρατούσε πίσω, όχι λόγω κάποιας ανικανότητας, αφού ήταν πολύ καλός ότι αφορούσε την ξιφομαχία. Όχι, η καρδιά του θα τους κρατούσε πίσω. Παλιές προφητείες έβλεπαν τον Cyno ως αντιπρόσωπο της χώρας σε τυχόν δυσκολίες· εκείνος θα στεκόταν μαζί με τον επόμενο descender, και τα ευρήματα που υπήρχαν μέσα στον γίγαντα θα μπορούσαν να τον στρέψουν ενάντια στην χώρα του.
“Η ζωή είναι ένα πλοίο, Cyno. Γύρω από το σκάφος σκάνε τα κύματα. Μερικά είναι τόσο μεγάλα, που φτάνουν ως το κατάστρωμα. Και εσύ φοβάσαι. Φοβάσαι την θάλασσα, φοβάσαι αυτό το βαθύ μπλε το οποίο θα μπορούσε να σε καταπιεί. Μα το πλοίο έχει κατασκευαστεί για την άγρια θάλασσα. Κανένα κύμα δεν μπορεί να το τραβήξει στον βυθό. Και το γνωρίζεις αυτό. Και πάλι, όσο η καταιγίδα συνεχίζεται, εσύ κρύβεσαι μέσα στο δωμάτιό σου.
Η καταιγίδα κοπάζει. Το πλοίο φτάνει στο λιμάνι. Μία νέα χώρα εξαπλώνεται μπροστά σου. Βλέπεις άλλους ανθρώπους. Γνωρίζεις μία νέα κουλτούρα. Η ζωή ξεδιπλώνεται και δημιουργεί νέα σκηνικά μπροστά στα μάτια σου.” Ο Tighnari αναφερόταν στο πρόσφατο ταξίδι του ζευγαριού στην χώρα της Inazuma και το ταξίδι τους ανάμεσα στα νησια. Τα νησιά είχαν κλείσει τα σύνορα τους για ένα χρονικό διάστημα το οποίο φάνταζε σαν αιωνιότητα. Έτσι, η ανάμνηση του ταξιδιού ήταν πολύτιμη, καθώς δύσκολα θα μπορούσε να επαναληφθεί. “Φοβάσαι, νιώθεις μόνος σου. Μα γνωρίζεις ότι ο άνεμος δίπλα σου είναι αυτός που σε ακολούθησε από το σπίτι σου. Δεν είσαι ξένος σε εκείνον ούτε εκείνος σε εσένα. Επιτέλους, δεν είσαι μόνος σου. Κάθε βράδυ, πέφτεις στο κρεβάτι σου γνωρίζοντας ότι ο άνεμος αυτός θα σε περιμένει. Μα ξεχνάς ότι ο άνεμος αυτός δημιούργησε την φουρτούνα που φοβήθηκες τόσο.
Ναι, Cyno. ο ίδιος άνεμος που σου κρατάει συντροφιά και σε δροσίζει, προκαλεί τις άγριες φουρτούνες που φαίνονται άξιες να καταπιούν το πλοίο της ζωής. Είσαι ασφαλής, όσο το πλοίο σου δεν έχει τρύπες. Ακόμα και αν αποχωριστείς το πανί σου, πρέπει να θυμάσαι ότι έχεις κουπιά και μπορείς να κωπηλατήσεις. Θα επιπλεύσεις, εφόσον δεν τρυπήσεις μόνος σου το καράβι σου. Μην τρυπήσεις το καράβι σου, Cyno. Ακόμα και αν χάσεις το πανί σου. Δεν αξίζει.”
Ο Tighnari χάιδεψε τα μαλλιά του αγαπημένου του για πολλή ώρα. Εκείνος αποκοιμήθηκε μουρμουρίζοντας. Για πρώτη φορά, ο Tighnari δεν έσκυψε να τον ακούσει. Ίσως αν το έκανε, θα άκουγε ξεκάθαρα τα λόγια του: “απλώς πες αντίο”.
Το επόμενο πρωί, ο Cyno ξύπνησε, γύρω του η άμμος και το απέραντο τίποτα. Ο ήλιος, που άλλοτε του χαμογελούσε, απλώς τον έλουζε με χρυσαφί χρώμα. Η φωτιά είχε σβήσει και η αγκαλιά είχε εξαφανιστεί. Οι πατημασιές του επιστήμονα είχαν εξαφανιστεί ώρες πριν, με το δυνατό φύσημα του αέρα, και ο Cyno δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα παρά να ουρλιάξει δυνατά, οι χούφτες του γεμάτες με άμμο και τα μάτια του γεμάτα δάκρυα. Το ίδιο πρωί, ο Cyno εγκατέλειψε την έρημο και εγκαταστάθηκε στην μεγαλύτερη πόλη της χώρας. Χρόνια αργότερα, όταν θα είχε λάβει το αξίωμα του στρατηγού και γνωρίσει το ξανθό δίδυμο, θα άκουγε ξανά το όνομα του προδότη. Και τότε, θα έσκυβε το κεφάλι του, για να μην φανούν τα δάκρυα στο άλλοτε περήφανο του πρόσωπο.
