Actions

Work Header

Στο Τέλος, Είμαστε Όλοι Μόνοι ━☆゚*

Summary:

Δύο χαμένες ψυχές, ένα χωριό χαμένο στο χρόνο και η ανάγκη για εκδίκηση.
~
Two lost souls, one village lost in time and a need for revenge.

ή / or

Τι και αν ο Άβιντ γινόταν βρικόλακας πριν πάει στο Όουκχερστ;
~
What if Avid was turned into a vampire before coming to Oakhurst?

— — —

ENGLISH TRANSLATION OF THE FIRST CHAPTER HAS BEEN POSTED

Notes:

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!!
ναι Avowen/vengeance duo φφ στο μεγάλο 2026 χεεχεεχεχεχ
μιας και αυτό το φφ δεν έχει μπέτα ρίντερ, άμα θέλετε και βρείτε λάθη πείτε μ.

ΕΠΙΣΗΣ αγαπώ όταν μου αφήνετε σχόλια, οπότε ΜΗΝ ΝΤΡΑΠΕΙΤΕ να γράψετε κάτι!

μίνι μίνι απντέιτ: έβαλα καινούρια ταγκς

Chapter 1: Κεφάλαιο 1 (Ποβ του Άβιντ)

Chapter Text

3ς μέρες.

3ς μέρες είχαν περάσει από τότε που η Έλλη έφυγε για την πορεία εύρεσης θεραπείας ή αντίδοτου για την ουλή του Άβιντ. Μια ουλή που δεν έκλεινε ποτέ, πάντα εκεί, πάντα αιμορραγεί.

Αιμοραγούσε.

Πείρε λίγη ώρα να συνειδητοποιήσει ότι έπρεπε να αλλάξει τους επιδέσμους, σε καθαρούς αυτή τη φορά. Τις περισσότερες φορές βαριόταν να κόψει καινούριους και απλά τύλιγε παλιούς. Αυτό κατέληξε στο να μολύνετε η πληγή και να πονούσε ακόμα περισσότερο. Ήξερε πόσο μεγάλο πρόβλημα του προκαλούσε. 

Τις τελευταίες μέρες το μόνο που μπορεί να σκεφτεί είναι άμα η Έλλη είναι καλά. Όλων τον ειδών σκέψεις κυριεύουν το μυαλό του, κάποιες ευχάριστες και γεμάτες ελπίδα και κάποιες άλλες καταθλιπτικές και μελαγχολικές. Ήθελε να σταματήσουν.

— — —

Κατά την ώρα του μεσημεριανού, ο Άβιντ ετοίμασε να φάει κάτι. Μόλις η σούπα ήταν έτοιμη, την έβαλε σε ένα ξύλινο μπολ που είχε φτιάξει την προηγούμενη εβδομάδα και κάθισε να τη φάει.

νοκ νοκ ακούστηκε από την εξώπορτα.

Μια μελωδική και γνωστή φωνή ακούστηκε να του φωνάζει από την άλλη πλευρά.

—«Άβιντ! Γύρισα και έφερα κάτι που πιστεύω θα σε βοηθήσει!» Έλπιζε και η ίδια, αν δεν τα είχε παρατήσει ακόμα.

—«Έλλη; Που ήσουν τόσες μέρες; Ποτέ δεν λείπεις πάνω από μία!» Πίστευε ότι ήταν περιττό  να της το υπενθυμίσει. Ανεξάρτητος αυτού. ο Άβιντ ήταν χαρούμενος που η Έλλη είχε γυρίσει ολόκληρη σώα και αβλαβής. 

Μπορούσε να το νιώσει, έλειπε κάτι μέσα της.

Η ανθρωπιά της.

—«Έλλη… Τι έκανες…;» 

—«Α ναι! Σου έφερα ένα δώρο» Το είπε με τόση σιγουριά και λαχτάρα, ο Άβιντ σχεδόν το πίστεψε.

—«Μη μου πεις-» «Άβιντ πρέπει να με εμπιστευτείς, είναι αυτό που ψάχναμε και ακόμα περισσότερα!» 

Πριν προλάβει να απαντήσει στην Έλλη· να διαμαρτυρηθεί, εκείνη είχε ήδη χώσει τους κυνόδοντες της στο λαιμό του. Μπορούσε να νιώσει την κάθε σταγόνα αίμα που έφευγε από το σώμα του, να μαράνετε η κάθε σταγόνα ζωής. Το σώμα του προσπαθούσε να επιβιώσει εναντίον του δηλητηρίου που εισερχόταν από το λαιμό του. Έκαιγε όλο του το σώμα, ανέβαζε πυρετό. Όμως όσο κι’ αν το σώμα του προσπαθούσε, το δηλητήριο νίκησε και έκλεισε τα μάτια του.

———

Ξύπνησε και αντί για το παγωμένο πάτωμα, ήταν στο κρεβάτι του στο σπίτι του. Ήταν καλά σκεπασμένος με δύο κουβέρτες, η μία πάνω στην άλλη. Αν και δεν ένιωθε τον αέρα ψυχρό, το σώμα του ένιωθε ψυχρότερο. 

Του πήρε λίγο να επεξεργαστεί την κατάσταση που βρισκόταν. Εκεί που ξάπλωνε ανάσκελα, έβγαλε τις κουβέρτες από πάνω του και σήκωσε το σώμα του. Πέρασε τα χέρια του από το πρόσωπό του και ύστερα από τα μαλλιά του. Ήταν λαδωμένα, πόσο καιρό κοιμόταν καν; σημείωσε στο νου να κάνει μπάνιο αργότερα.

Πήγε να πατήσει τα πόδια του στο πάτωμα για να σηκωθεί. Περίμενε να πονέσει αρκετά μιας και το σώμα του θα έπρεπε να είναι πιασμένο λόγω της ακινησίας, αλλά ένιωθε μια χαρά, μόνο πεινούσε λίγο.

Κατευθύνθηκε προς την κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο του πήρε ένα κομμάτι τυρί που είχε αγοράσει πρόσφατα και το μύρισε. Πάλι καλά δεν είχε χαλάσει, αλλά δεν του έφερνε την ίδια απόλαυση σε αντίθεση με προηγούμενες φορές. Περίεργο. 

Με το μαχαίρι που καθόταν στο τραπέζι έκοψε ένα κομμάτι. Το τοποθέτησε στο στόμα του και άρχισε να μασάει. 

…

Ένιωσε μία δυσφορία να μαζεύεται από το στομάχι προς το λαιμό του. Δεν μπορούσε το σώμα του πλέον να χωνέψει τυρί και υποψιαζόταν κανένα άλλο φαγητό. Έτρεξε προς την εξώπορτα και ξέρασε σε κάτι θάμνους πιο δίπλα το κομματάκι που προσπάθησε να φάει.

Τότε θυμήθηκε, φυσικά τι άλλο να ήταν; ψυχρό δέρμα, έλλειψη πόνου, και δυσανεξία στο φαγητό. Αν και δεν καθορίζετε μόνο από αυτά, ήταν συμπτώματα της κατάρας που είχε εισβάλει μέσα του μέρες πριν. Συναισθήματα μίσους και απελπισίας τον κυρίεψαν, δεν μπορούσε πλέον να κρατήσει τα δάκρυα μες τα μάτια του και για άλλη μια φορά έδειξε σημάδια αδυναμίας.

Μετά από μια ντροπιαστική σκηνή γεμάτη κλάμα. Ο Άβιντ ηρέμησε και προσπάθησε να μαζέψει τις σκέψεις του.

Λοιπόν, απ’ ότι ήξερε βρισκόταν μόνος του στο σπίτι του, μέρες αφού η Έλλη τον δάγκωσε και πεινούσε. Πολύ. Αλλά δεν ήθελε να βάλει στάλα αίμα στο στόμα του. Προτίμησε να πεθάνει έναν αργό και βασανιστικό θάνατο λιμοκτονίας παρά να επιτεθεί σε άνθρωπο. Σε λίγο θα ερχόταν η Έλλη λογικά με «φαγητό». Θα χρειαζόταν να την αντιμετωπίσει σχετικά με όλη τη κατάσταση. Θα έπαιρνε την εκδίκηση του είτε με τον ένα τρόπο είτε με τον άλλο.

Είχε αποφασίσει τι θα έκανε, έπρεπε να προετοιμαστεί κατάλληλα πρώτα και γρήγορα πριν έρθει η Έλλη. Γύρισε πίσω στην κουζίνα πήρε το μαχαίρι με το οποίο έκοψε εκείνο το κομμάτι τυρί. Σε ένα μπαούλο πιο δίπλα, βρήκε ένα κομμάτι ξύλο και με το μαχαίρι το σκάλισε μέχρι να φτάσει στο επιθυμητό σχήμα. Μόλις είχε φτιάξει ένα πάσσαλο, ικανό να φονέψει. Έβαλε τον πάσσαλο μέσα στην τσέπη του παντελονιού του προσεκτικά για να μην το σκίσει και να μη φαίνεται.

Πάνω στην ώρα άκουσε την Έλλη να μπαίνει μέσα από την εξώπορτα και έτρεξε πάλι πίσω στη ζεστασιά του κρεβατιού του. Μπορούσε να ακούσει τα μπουκάλια με αίμα που κουβαλούσε, αυτή η μυρωδιά πλέον αντί για ανυπόφορη ήταν ευχάριστη. 

—«Άβιντ~ Γύρισα! Εσύ ξύπνησες;» είπε πιο χαρούμενη απ’ ότι περίμενε. Δεν ακούστηκε σαν την Έλλη που ξέρει. Μάλλον το να είσαι βρικόλακας μαζί με τις δυνάμεις σου αλλάζει και την προσωπικότητα.

Ο Άβιντ δεν της απάντησε αλλά ήξερε ήδη ότι μπορούσε να το νιώσει. Την είδε να μπαίνει στο δωμάτιο κρατώντας ένα ταγάρι γεμάτο από τα μπουκάλια, πόσα ζώα είχε σκοτώσει πια;

—«Τι ρωτάω, αφού ξέρω ότι είσαι ξύπνιος! Έλα σήκω! Έφερα φαΐ!» Ξαναείπε. Θα καθόταν εκεί ξαπλωμένος μέχρι να τον τραβήξει από το κρεβάτι. Δεν ήθελε να φάει τίποτα πόσο μάλλον να πιει αίμα. Πάλι τον έπιανε η ανορεξία του, αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά γιατί δεν ένιωθε το στομάχι του να τον σκοτώνει. Όταν μπήκε στο δωμάτιο, ο Άβιντ είχε ήδη σηκωθεί και καθόταν πάνω στο κρεβάτι και την περίμενε. 

—«Τι είναι.» Με τον τόνο της φωνής του ήθελε να δείξει τη βαθεία απογοήτευση που ένιωθε για την αυτή που αποκαλούσε καλύτερη του φίλη. Το να ζεις με μια κατάρα σαν αυτή, να αναγκαστείς σε αυτόν τον τρόπο ζωής, το θεωρούσε το χειρότερο δυνατό πράγμα που μπορούσε ο οποιοδήποτε να ζήσει. Ούτε στους χειρότερους εχθρούς του.

—«Έλα μην είσαι τόσο απαισιόδοξος! Είναι μέχρι να συνηθίσεις.» Δεν ήθελε ποτέ να συνηθίσει σε αυτή την κατάρα.

—«Δεν μπορείς να με ταΐσεις αυτό το αίμα. Δε θυμάσαι τι σου είχα πει; Τις πρώτες μέρες αφού μεταμορφωθεί μπορεί να πιει μόνο από τον Σάιρ του.» Αν και ήταν ψέμα, φυσικά και δεν θα θυμόταν, πάντα την ένοιαζε μόνο ο τρόπος που θα σκότωνε τα «τέρατα». Δεν την ένοιαζε ούτε πως δούλευαν οι κοινωνίες τους ή πως φέρονταν ανάλογα με τις παραδώσεις τους.   

—«Αχ ναι καλέ πως μπόρεσα να το ξεχάσω! Έλα κάτσε πιο 'κει.» Άφησε το ταγάρι στο πάτωμα, έβγαλε τις μπότες τις και ανέβηκε να καθίσει στο κρεβάτι. Ξεκούμπωσε τα πρώτα δύο κουμπιά του πουκάμισού της και γύρισε τα πλάγια το κεφάλι της, εκθέτοντας το λαιμό της. 

Χωρίς να πει καμιά άλλη λέξη ο Άβιντ όρμησε στο λαιμό της τοποθετώντας το δεξί του χέρι στον αυχένα της και το αριστερό να σταθεροποιεί τον ώμο της, λες και θα έτρεχε μακριά του.

Κάθε σταγόνα δυνάμωνε τους μύες του. Ένιωθε όλη τη δύναμή του και παραπάνω να επιστρέφει. Δυστυχώς δεν θα μπορούσε ποτέ να εκτιμήσει αυτό το δώρο, γιατί δεν του δόθηκε η επιλογή αυτής της ζωής.

Είχε διαβάσει πολλά βιβλία για τους βρικόλακες ακόμα και πριν γίνει ένας από αυτούς. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Η Έλλη του είχε κλέψει το δικαίωμα της επιλογής. Είχε εισβάλει στο πιο ευαίσθητο σημείο του σώματός του και του πήρε το ένα πράγμα που εκτιμούσε περισσότερο.

—«έι Άβιντ δεν νομίζεις ότι έχεις πιεί αρκετό;» Ο Άβιντ δεν της απάντησε, ούτε θα της απαντούσε μέχρι να πετύχαινε το στόχο του.

Συνέχιζε.

—«ΑΒΙΝΤ ΣΤΑΜΑΤΑ ΣΤΑΜΑΤΑ!» φώναζε αλλά εκείνος δεν κουνιόταν. Άρχισε να χτυπάει την πλάτη του λες και αυτό θα βοηθούσε, μόνο την αποδυνάμωνε περισσότερο.

Άρχιζε να κλαίει, ο Άβιντ μπορούσε να νιώσει τον πόνο και φόβο της μέσο της σάιρ-φλεντζλινγκ σύνδεσης. Για μισό δευτερόλεπτο τη λυπήθηκε, αλλά όσο γρήγορα ήρθε η σκέψη τόσο γρήγορα έφυγε. Συνέχιζε να της αδειάζει το σώμα από κάθε σταγόνα αίματος που είχε.

Μετά από περίπου 20 λεπτά, η Έλλη επιτέλους σταμάτησε να προσπαθεί και ηρέμησε το σώμα της. Έκλεισε τα μάτια της και τότε ήρθε η στιγμή που περίμενε ο Άβιντ. Χώρισε τα δόντια του από το λαιμό της, πήρε τον πάσσαλο που είχε ετοιμάσει προηγουμένως από την τσέπη του και το έχωσε στο κέντρο του στήθους της. Δεν βγήκε όσο αίμα περίμενε, αλλά είναι λογικό μιας και μόλις της ήπιε το μισώ.

Σηκώθηκε από την άβολη θέση που βρισκόταν και προχώρησε στο τραπέζι που ήταν κάθετα του κρεβατιού. Το άδειασε από τα λίγα χαρτιά που είχε και πέρασε την επιφάνεια του με ένα μαντήλι που είχε πρόχειρο.

Στράφηκε πάλι προς το κρεβάτι. Έβαλε το δεξί του χέρι στον αυχένα της και το αριστερό κάτω από τη μέση της, με μία απότομη κίνηση τη σήκωσε. Είχε υποτιμήσει τη δύναμη του, γιατί του φαινόταν ελαφριά σαν πούπουλο. Τοποθέτησε ανάσκελα το νεκρό και ψυχρό σώμα της πάνω στο τραπέζι.

—«Το πρώτο μου γεύμα ως βρικόλακας. Τι χυδαίο.» Ξεφώνησε.