Work Text:
But I’ve been everywhere and it’s not what I want, I wanna be still with you
Ήταν τα μαλλιά της Κυανής στον άνεμο: λεία σαν μαύρο μετάξι, το μόνο διάλλειμα από το απέραντο γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας, ουρανός και θάλασσα, ουρανός και θάλασσα, όσο φτάνει το μάτι.
«Είναι ήσυχα εδώ,» της είπε. «Δεν φοβάσαι, έτσι;»
Της έτεινε το χέρι. Η Κυανή ο δέχτηκε, μπλέκοντας τα δάχτυλα τους μαζί, τα λεπτά δάχτυλα της Κυανής σκουρότερα και μικρότερα γύρω από της Γκάνσης, αλλά σφίγγοντας την παλάμη πάνω σε παλάμη, κάθε πιθανή πιθαμή δέρματος που θα μπορούσε να έρθει σε επαφή με δέρμα πάνω σε δέρμα.
Υπήρχε ο κίνδυνος να πέσουν, φυσικά, και ακόμα χειρότερα ο κίνδυνος να τις δει η Εύα, αλλά η Εύα και η Ρώμη κοιμόντουσαν στην καμπίνα κάτω από το κατάστρωμα και η καρδιά της Γκάνση καιγόταν, στην μέση της θάλασσας.
Σκαρφάλωσαν στην κουπαστή, η Γκάνση, πιο έμπειρη, δείχνοντας τον δρόμο και η Κυανή, πιο μικρόσωμη και πάντα η πιο γενναία από όλες τους, ακολουθώντας δίχως ίχνος δισταγμού.
«Κοίτα,» είπε η Γκάνση. «Εδώ … είναι το αγαπημένο μου μέρος στη γη.»
Το παραδέχτηκε απλά, απαλά. Δεν υπήρχε λόγος να γίνει μεγάλο θέμα. Όχι η Αθήνα: ούτε το Λονδίνο, ή το Κάιρο, ή η Νέα Υόρκη, ή οπουδήποτε αλλού είχε βρεθεί η Γκάνση αναζητώντας τον βασιλιά της.
«Η Μεσόγειος;» ρώτησε η Κυανή, αλλά η Γκάνση ένιωσε πως είχε ήδη καταλάβει.
«Εδώ.»
Στο ανοιχτό πέλαγος. Μέσα στο απέραντο μπλε.
Σε λίγες ώρες ο ήλιος θα έπεφτε, θα φυσούσε για πρώτη φορά δροσερός αέρας εκείνη την μέρα, θα σήκωνε λίγο από το φορτίο του ήλιου. Η Γκάνση, με την καρδιά της ακόμα τυλιγμένη στις φλόγες, με το χέρι της Κυανής ακόμα στο δικό της, με την καρδιά της πάντα τυλιγμένη στις φλόγες, ένιωσε για πρώτη φορά ότι μπορούσε να περιμένει.
Use our eyes, throw our hands overboard
Η Εύα κοίταξε την Ρώμη –την κοπέλα, όχι την πόλη, γιατί η Εύα δεν είχε φύγει ποτέ από την Ελλάδα. Αλλά η Ρώμη ίσως να είχε πάει στην Ρώμη, και αν όχι, θα πήγαινε μια μέρα. Αν μπορούσε να οδηγήσει ως εκεί, η Ρώμη Λύγκα μια μέρα θα πήγαινε. Και θα πήγαινε γρήγορα και με την μουσική στη διαπασών.
*
Μερικές φορές, όπως τώρα, η Ρώμη κοιτούσε την Εύα και δεν μπορούσε να κοιτάξει μακριά. Είχε τόση ένταση. Όχι ένταση - φόρτιση, ανησυχία, ταραχή. Ένταση: κυριολεκτικά. Υπήρχε τόσος θόρυβος μέσα σε αυτό το κορίτσι. Ο κόσμος έλεγε ότι η Εύα ήταν ήσυχη, αλλά ο κόσμος δεν ήξερε την Εύα. Η Ρώμη ήθελε να την μάθει από μέσα προς τα έξω. Στον ύπνο της τύλιγε τα μπράτσα της γύρω από το λεπτό κορμό του άλλου κοριτσιού και πίεζε το αυτί της στον θώρακα της Εύας για να ακούσει τα πάντα.
*
Όταν η Ρώμη δέχτηκε να της κάνει μαθήματα οδήγησης έπαιρναν πολλούς απόμακρους, έρημους δρόμους αργά την νύχτα. Δύο ανήλικες κοπέλες, καμία από αυτές κάτοχος διπλώματος, αλλά η Ρώμη ήξερε να οδηγάει από τα δώδεκα της και η Εύα μάθαινε γρήγορα.
Την νύχτα που η Ρώμη έκρινε ότι η Εύα είχε κατακτήσει το τιμόνι, της είπε να τρέξει όσο θέλει –αλλά να τρέξει- και σκαρφάλωσε από την θέση του συνοδηγού στα πίσω καθίσματα και, καθώς η Εύα επιτάχυνε, η Ρώμη άνοιξε την οροφή και άφησε όλα όσα ζούσαν στο κεφάλι της να τα αρπάξει ο άνεμος. Η νύχτα αγκάλιασε το ξυρισμένο της κεφάλι και η μαύρη φανέλα της γέμισε με αέρα καθώς σήκωνε τα χέρια πάνω από το κεφάλι της, ένα μαύρο φάντασμα, ένα κορίτσι που καίγεται.
Όταν η Εύα σταμάτησε το αυτοκίνητο στην κορυφή του λόφου, η Ρώμη σκαρφάλωσε ολόκληρη έξω και κάθισε στην οροφή. Όταν η Εύα έσβησε την μηχανή και τους προβολείς δεν υπήρχε ίχνος φωτός γύρω τους. Μόνο η πόλη, μια άβυσσο πιο κάτω τους, και τα αστέρια από πάνω τους. Σε αυτό το σκοτάδι, η Γαλακτική Οδός διαγραφόταν καθαρά στον ουρανό.
Ακολούθησε ο ήχος του ανθρώπου που σκαρφαλώνει πάνω από καθίσματα αυτοκινήτου, και αμέσως μετά το κεφάλι της Εύας ξεπρόβαλε από το παράθυρο της οροφής. Δεν χρειαζόταν βοήθεια για να ανέβει πάνω και το ξέρανε και οι δύο τους, αλλά δέχτηκε το χέρι της Ρώμης όταν της το πρότεινε και δεν το άφησε ακόμα και αφού βρέθηκε να κάθετε δίπλα της στην οροφή με τα πόδια τους να κρέμονται στο σαλόνι του αυτοκινήτου από κάτω τους. Οι μηροί τους ήταν πιεσμένοι κολλητά σε όλο το μήκος τους.
Η Ρώμη έριξε πίσω το κεφάλι, εισέπνευσε βαθιά, άφησε τα αστέρια που απλωνόταν άπειρα να την ζαλίσουν. Δίπλα της, ένιωθε την Εύα να κάνει το ίδιο.
«Θα μπορούσα να ονειρευτώ εδώ,» μουρμούρισε.
Η Εύα έσφιξε το χέρι της Ρώμης που ακόμα κρατούσε.
«Θα μπορούσαμε.»
